Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2010

Συνέντευξη The Boy

όπως δημοσιεύτηκε στο avopolis.gr στις 11/01/2010

«Ανήμερα των Φώτων με τον The Boy». Ακούγεται σαν διαφήμιση τηλεοπτικής εκπομπής με γλέντια και χαρές. Μόνο που εδώ είμαστε στο Bios και τα πράγματα είναι ημιφωτισμένα και ήρεμα. Λίγο μετά την πρόβα για την παράσταση «1984» που σκηνοθετεί ο ίδιος και λίγες μέρες πριν την εμφάνισή του με τον Felizol και τον Chronik στο Σταυρό του Νότου (Τετάρτη 13/01), ο Αλέξανδρος Βούλγαρης ήταν απρόσμενα ομιλητικός και ενδιαφέρων. Φωτογραφία δεν με άφησε να τον βγάλω. Αλλά με αποζημίωσε με τις ειλικρινείς του απαντήσεις. Κείμενο/συνέντευξη του Βύρωνα Κριτζά.

Σου αρέσει να δίνεις συνεντεύξεις;

«(Γέλια). Να σου πω… Το σίγουρο είναι ότι δε μου αρέσει να φωτογραφίζομαι. Αυτό δεν το έχω απολαύσει ποτέ. Μάλιστα μου έχει τύχει να πάθω και διάφορα ευτράπελα κατά τη διάρκεια μιας φωτογράφισης, οπότε έχω τρομάξει. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί όλα πρέπει να έχουν μια φωτογραφία δίπλα τους. Τώρα με τις συνεντεύξεις, προτιμώ πολλές φορές να δίνω διαδικτυακές, γιατί έχω το χρόνο να σκεφτώ την απάντηση και να τη γράψω όπως θέλω να ακουστεί. Δε με ενοχλεί η φάση, ειδικά αν είναι σε έντυπα ή άτομα τα οποία συμπαθώ. Χρειάζονται κιόλας, γιατί αν έχω βγάλει ένα cd που δεν έχω λεφτά να το τρέξω και να του κάνω διαφήμιση, τότε η συνέντευξη είναι ένας τρόπος στήριξης».

Το Pease make me dance σημείωσε επιτυχία, με τα στάνταρ αυτών των δίσκων. Το είχες δουλέψει περισσότερο σε σχέση με άλλες δουλειές;

«Μέχρι το άλμπουμ αυτό δεν έδινα πολύ χρόνο στα δικά μου, επειδή αυτό που κάναμε με τη Μαίρη, όλως τυχαίως, πήρε μπρος πιο γρήγορα. Το άλμπουμ αυτό το δούλευα σπίτι μου και το έπαιζα ενάμιση χρόνο σε συναυλίες, για να βγει στο τέλος πιο συμπαγές. Αλλά γενικά δεν είχα πίστη ότι κάποιος θα βοηθήσει. Μόνος μου το πλήρωσα και σκεφτόμουνα να το βγάλω στο ίντερνετ. Δεν προσέγγισα κάποια εταιρία. Ώσπου προέκυψε να θέλει να το βγάλει ο Περικλής από την Inner-Ear».

Πούλησε καθόλου;

«Δεν ξέρω (γέλια). Δε νομίζω ιδιαιτέρως. Γράφτηκαν και ακούστηκαν καλά πράγματα, αλλά σε ένα δίσκο που δε θα βάλεις λεφτά για να το κυνηγήσεις, άντε από 600 να πουλήσει 750 αντίτυπα. Δεν ξέρω, σου λέω στο περίπου…».

Τώρα που βγήκαν τα καλύτερα άλμπουμ του 2009, το είδα και σε λίστες με ελληνικούς και σε λίστες με ξένους δίσκους. Επίσης το Metropolis το δίσκο του Βασιλικού τον έχει στα ξένα. Πρέπει να τα διαχωρίζουμε τελικά;

«Μου αρέσει η ιδέα ότι οι χώρες δεν έχουν σύνορα στη μουσική ή στις ταινίες. Και δε μου αρέσει αυτό το “για ελληνικό καλό είναι”. Υπάρχουν πολύ καλοί ελληνικοί δίσκοι. Του Larru Gus ας πούμε είναι ένα cd που δεν υστερεί σε τίποτα και εκφράζει και μια τάση που ακούγεται πολύ έξω. Τα πιο ροκ βέβαια είναι πίσω σε σχέση με τα ξένα. Δηλαδή αν έξω έχουν τους Horrors και τους A Place To Bury Strangers, τα αντίστοιχα ελληνικά indie έχουν μείνει δέκα χρόνια πίσω. Αν και οι Bazooka είναι πολύ καλή μπάντα. Ή οι Exposed by Observers. Αυτά τα γκρουπ έχουν μια δύναμη».

Στο myspace σου έχεις ανεβάσει οτιδήποτε έχει γραφτεί για το δίσκο σου. Μπορεί μια κριτική να επηρεάσει τη μετέπειτα δημιουργία σου;

«Ότι και να γράψουν το σκέφτομαι, όπως όταν μου μιλάει ένας φίλος. Έχω μάθει όμως από το σινεμά και λόγω του πατέρα μου και από τα δικά μου πράγματα, να μη δίνω πολλή σημασία. Την πρώτη φορά που ακούς πολύ άσχημα πράγματα για αυτό που έχεις κάνει είναι πολύ βαρύ. Εσύ το αντιμετωπίζεις σαν παιχνίδι και ξαφνικά βλέπεις κάποιον να το θάβει. Έχω μάθει όμως να τα δέχομαι αυτά χωρίς να δίνω σημασία. Το ίδιο και αν κάποιος γράψει κάτι θετικό. Με κάνει χαρούμενο, αλλά όχι σε σοβαρό επίπεδο. Σα να μου κάνει μια κοπέλα ένα κοπλιμέντο. Με τη Μαίρη είχε τύχει να κάνουμε ένα live που ήταν χάλια και κάποιος είπε ότι ήταν τέλεια. Ε, αυτό καμιά φορά μπορεί να σε μπερδέψει… Επί της ουσίας ξέρεις αν είναι καλό ή κακό αυτό που έχεις κάνει. Στο Please make me dance ας πούμε ξέρω πως είναι καλύτερο ίσως το όλο concept του δίσκου και η ορμή του, παρά ο ίδιος ο δίσκος».

Υπάρχει ένα τραγούδι μέσα, το «Σ’ αγαπάω να της λες», στο οποίο εκφράζεις ένα μίσος για την Αθήνα αλλά ταυτόχρονα δείχνεις πως την αγαπάς. Αυτό το κομμάτι χτύπησε μια φλέβα Τι σκεφτόσουν όταν το έγραφες;

«Αυτό είναι του 2004. Ήταν από τα πρώτα κομμάτια με ελληνικούς στίχους που είχα γράψει. Τότε άκουγα πολύ αστικά πράγματα. Από τη μία άκουγα Lou Reed και από την άλλη Στέρεο Νόβα. Οπότε με έναν τρόπο προσπάθησα να κάνω κι εγώ κάτι τέτοιο. Δεν τους πολυδουλεύω τους στίχους μου. Βγαίνουν λίγο παραληρηματικά. Αλλά κοιτώντας τα λίγο καιρό μετά βλέπω ότι έχουν μια σκέψη και μια βάση από πίσω. Τότε δεν καταλάβαινα τι έγραφα, τώρα καταλαβαίνω καλύτερα».

Ποιοι γράφουν σήμερα καλό ελληνικό στίχο;

«Οι Κόρε Ύδρο μου αρέσουν. Ο Felizol ετοιμάζει μια δουλειά με ελληνικούς στίχους που μου αρέσει πολύ, όπως και ο Bolek, από τους Bolek και Lolek. Ο Άγγελος Κυρίου έχει ενδιαφέρον σε κάποια σημεία... Δεν υπάρχει κάτι που να το ακούω και να με εκφράζει πολύ και μου λείπει. Περισσότερο ακούω παλιά πράγματα…»

Έλεγες σε μια συνέντευξη πρόσφατα ότι οι Mary & The Boy ήταν ποζεράδες. Σήμερα νιώθεις ποτέ ποζεράς;

«Δε νομίζω… Θα ‘θελα να ‘μουνα περισσότερο. Όταν ας πούμε βλέπω τον Πρινς, τον Μάικλ Τζάκσον ή τον Φρέντι Μέρκιουρι, ξέρω ότι δε θα μπορούσα να το κάνω αυτό, όχι μόνο λόγω ταλέντου αλλά και λόγω ψυχολογίας. Όταν είμαι μόνος μου στο σπίτι είμαι περισσότερο ποζεράς. Χορεύω και τραγουδάω με πολύ πιο έντονο τρόπο απ’ ότι σε μια συναυλία. Μου αρέσει να χορεύω, με ξεκλειδώνει, αλλά στις συναυλίες ντρέπομαι. Δεν ξέρω πως εννοεί ο καθένας τη λέξη “ποζεράς”, πάντως εγώ θα ήθελα να είχα μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση».

Πολλές φορές εδώ στην Ελλάδα βλέπουμε συνεχώς κάποια ονόματα στα περιοδικά και όταν πάμε στα live, όχι μόνο έχει ελάχιστο κόσμο, αλλά ακόμα και αυτοί οι λίγοι δεν φαίνεται να ενδιαφέρονται τόσο πολύ για αυτό που γίνεται στη σκηνή. Γιατί συμβαίνει αυτό;

«Τα τελευταία χρόνια υπάρχει το κυνήγι του να βρούμε κάτι καινούριο και να το προβάλουμε. Εγώ πιστεύω πως δεν θα έπρεπε να είμαστε ούτε τόσο ενθουσιώδεις, ούτε τόσο επικριτικοί. Δε νομίζω ότι οι καλλιτέχνες που παρουσιάστηκαν από τα έντυπα ως καλοί δεν ήταν καλοί. Απλά επειδή δεν τρέχει πολύ εδώ η φάση, όλα γίνονται κάπως αργά και πεθαίνουν γρήγορα. Είναι σαν μια σχέση: Aν δεν την τροφοδοτείς, θα πεθάνει. Σου παίρνει τόσα χρόνια να βγάλεις ένα δίσκο και όταν τον βγάλεις, παίζεις live μια στις τόσες. Αυτό πρώτον σε κουράζει και δεύτερον σε κάνει να εξελίσσεσαι υπερβολικά αργά».

Παρ’ όλ’ αυτά η Monika έκανε μεγάλη επιτυχία φέτος. Όλοι την παραδέχτηκαν, αλλά κάποιοι μίλησαν για υπερβολική προβολή. Εσύ πως το είδες;

«Η Monika είναι μια κοπέλα που γράφει πολύ ωραία τραγούδια. Έκανε ό,τι έκανε με τον τρόπο της. Ούτε βγήκε σε υπερβολικά πολλά περιοδικά σε σχέση με την επιτυχία που έκανε, ούτε κανένα χυδαίο videoclip, ούτε πολύ τηλεόραση. Και είμαι σίγουρος ότι είχε προτάσεις για ό,τι μπορείς να φανταστείς. Γυμνή φωτογράφιση, videoclip σε πισίνα με γκόμενους… Τα πάντα! Ε, για την ηλικία της, το γεγονός ότι κατάφερε να κρατήσει ένα προφίλ το οποίο είναι πολύ κοντά στο πως ήταν πριν, λέει πολλά. Αν συνεχίσει να κάνει αυτό που κάνει χωρίς να την πτοήσει το γύρω-γύρω, το οποίο είναι δύσκολο, πιστεύω θα εξελιχθεί ακόμα περισσότερο».

Εσύ κάποτε είχες κάνει μια συναυλία στο σπίτι σου. Ήταν ανοιχτή στον κόσμο;

«Ναι, έμπαινε όποιος ήθελε. Απλά επειδή ήταν 50-60 συγκροτήματα, είπαμε ότι και μόνο οι φίλοι μας να έρθουν θα είμαστε πολλοί. Οπότε δεν το διαφημίσαμε καθόλου, ούτε καν στο internet. Και πράγματι, είχε πολύ κόσμο».

Αυτό είναι μια σπουδαία ιδέα. Δεν είναι όμως λίγο αυτάρεσκο, θα σου πει κάποιος, όταν κάνεις συναυλίες σε bar και το κοινό απαρτίζεται από φίλους και γνωστούς, όπως συμβαίνει συχνά στην indie ελληνική πραγματικότητα;

«Αν κάποιος περνάει καλά με κάτι, ας το κάνει. Αν κάποιος γουστάρει να παίζει για τους φίλους του, εγώ δεν το βρίσκω κακό. Στην τελική δεν σκοτώνουμε και κανέναν. Η αλήθεια είναι η εξής (σκέφτεται για 10 δευτερόλεπτα): Είναι λίγο μπερδεμένο το ζήτημα γιατί στην Ελλάδα δεν υπάρχουν μεσαίες λύσεις. Είτε θα πας προς το “εμπορικό”, είτε θα είσαι στο περιθώριο. Παλιά έλεγα πως πρέπει να τη δω τη μουσική σαν επάγγελμα και αντιμετώπισα αυτά τα ερωτήματα. Τώρα έχω κάπως χαλαρώσει και όλα αυτά τα βλέπω σαν εμπειρίες. Δεν έχω καμία συμπάθεια για τίποτα. Ούτε για underground, ούτε για indie. Έτυχε να παίξω στο Cavo Paradiso στη Μύκονο και να μου συμπεριφερθούν πιο ανθρώπινα από “indie” μαγαζί, το οποίο υποτίθεται πως παρουσιάζει διαφορετικά πράγματα. Έτσι κι αλλιώς ιδεολογίες δεν έχω, οπότε δεν έχω και κολλήματα. Σε κόμματα δεν θα έπαιζα. Αλλά μ’ αρέσει να δοκιμάζω πράγματα. Τώρα ας πούμε παίζουμε στο Σταυρό του Νότου. Με ενδιαφέρει να το δω κι αυτό. Τη μουσική την αντιμετωπίζω σαν αναζήτηση εμπειριών. Αν έχω καταφέρει κάτι, λέμε τώρα, είναι αυτό. Τους τελευταίους πέντε μήνες, έχω παίξει από το Cavo Paradiso της Μυκόνου μέχρι το αναρχικό στέκι των Εξαρχείων. Εγώ το θεωρώ επιτυχία αυτό. Φίλους μπορεί να θέλω συγκεκριμένους, αλλά κοινό όχι. Ας παίξω και σε παππούδες του γηροκομείου. Δεν έχω πρόβλημα».

Πέρα από τη μουσική ασχολείσαι με τη σκηνοθεσία, έπαιξες στον Κυνόδοντα, γράφεις στο Κοντέινερ και ετοιμάζεις και ένα βιβλίο. Είναι βιοποριστικό το θέμα;

«Είσαι ο πρώτος άνθρωπος που το σκέφτηκε (γέλια). Κοίτα, η σκηνοθεσία είναι το βασικό. Πρώτα οι ταινίες και μετά η μουσική. Από κει και πέρα κάποια πράγματα τα κάνω βιοποριστικά, αλλά μου αρέσουν κιόλας. Γράφω άρθρα, κάνω σεμινάρια κινηματογράφου και παίζω DJ στο 6 D.O.G.S. κάθε Πέμπτη. Μου αρέσει να κάνω πολλά πράγματα γιατί μέσα στη μέρα μπαίνεις σε διαφορετικές καταστάσεις με διαφορετικούς ανθρώπους. Είναι ενδιαφέρον».

Μιας και το δικό μας το site είναι μουσικό, να κλείσουμε με το άλμπουμ που ετοιμάζεις, το Κουστουμάκι. Τι θα είναι αυτό;

«Δέκα τραγούδια με ελληνικούς στίχους. Μουσικά, είναι πιο ευάκουστο από το Please make me dance. Είναι πιο ακριβή παραγωγή. Ταυτόχρονα είναι πιο πειραματικό σε ήχο, πιο παράξενο. Έχει πολλά σύνθια, πολλές διαφορετικές μελωδίες που δένουν μεταξύ τους και είναι και πολύ δραματικό, σαν ένα ηλεκτρονικό μελόδραμα. Θα κυκλοφορήσει το Φλεβάρη και τον Απρίλιο θα βγάλουμε άλλο ένα cd με το Felizol, που θα είναι πιο techno. Στα live παίζουμε απ’ όλα. Είχαμε κάνει στις Σέρρες ένα live πρόσφατα και παίξαμε από σκληρή techno μέχρι ζεϊμπέκικο. Και είχαμε καταφέρει να το φτάσουμε να ακούγεται φυσιολογικό. Να το αποδέχονται. Αυτή είναι η λέξη κλειδί, η αποδοχή. Γενικά, σε όλα τα επίπεδα, τα πράγματα πάνε μπροστά όταν αποδέχεσαι ότι μπορούν να συνυπάρξουν».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου