Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

Δημήτρης Πουλικάκος "Μεταφοραί εκδρομαί ο Μήτσος" (1976)

ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑ
από το avopolis.gr


Για να απαντήσουμε στο ποιος έφτιαξε πρώτος ροκ μουσική με ελληνικούς στίχους, πρέπει να καταλήξουμε πρώτα στο τι είναι ροκ. Ήδη από το 1969, ο Διονύσης Σαββόπουλος είχε ξεκινήσει με το Περιβόλι Tου Tρελού να εντάσσει στοιχεία ροκ μουσικής στα τραγούδια του, ιδίως στη "Θεία Μάνου" και στο "Σαν Ρεμπέτικο Παλιό". Μπορεί τα τραγούδια αυτά να μην είχαν γερές δόσεις ηλεκτρικής κιθάρας, παρουσίαζε όμως μεγάλο ενδιαφέρον η ρυθμική τους ιδιαιτερότητα, όπως μεταδιδόταν από τα πλούσια κρουστά και το δυναμικό μπάσο. Αν πάντως αναζητήσουμε τον πρώτο δίσκο 33 στροφών ο οποίος συνδύασε την ελληνική γλώσσα με μια 100% Δυτική ροκ μουσική, με ριφ δηλαδή ηλεκτρικής κιθάρας αλλά και πιο ακουστικά κομμάτια με ευθεία παραπομπή σε αμερικάνικες φόρμες, τότε θα καταλήξουμε στο Μεταφοραί Εκδρομαί Ο Μήτσος του Δημήτρη Πουλικάκου.

Τα τραγούδια του άλμπουμ αυτού ξεκινούν να γράφονται στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Λίγο μετά ο Πουλικάκος συμμετέχει στα γκρουπ MGC (1967-1969) και Εξαδάχτυλος (1971-1973). Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 οι περισσότεροι όμως τραγουδούν στα αγγλικά, καθώς το αγγλόφωνο ροκ έχει διαδοθεί αρκετά, ιδίως με γκρουπ όπως οι Aphrodite's Child και οι Socrates. Όπως αναγράφεται και στο εσώφυλλο του Μεταφοραί Εκδρομαί Ο Μήτσος, οι ηχογραφήσεις του πραγματοποιήθηκαν το 1972, με την οικονομική συνεισφορά κάποιων φίλων. Για τέσσερα χρόνια ο Πουλικάκος αλλάζει τρεις εταιρίες για να καταφέρει τελικά να κυκλοφορήσει τον δίσκο. Το ρίσκο τελικά παίρνει η Minos, επηρεασμένη ίσως από την απήχηση του άλμπουμ Δέκα Χρόνια Κομμάτια του Σαββόπουλου, που είχε εκδώσει έναν χρόνο πριν η ανταγωνιστική Λύρα.

Η μπάντα που παίζει στο άλμπουμ είναι οι Εξαδάχτυλος, συν κάποιοι πρόσθετοι μουσικοί. Βασική δε επιρροή, όσον αφορά στο μουσικό κομμάτι, αναδεικνύεται με σαφήνεια ο Frank Zappa, ιδίως τα άλμπουμ που κυκλοφόρησε στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Δεν πρόκειται όμως για μια απλή προσαρμογή του Zappa στην Ελλάδα. Πρώτα-πρώτα, δεν είναι διόλου απλό να προσαρμόσεις τον Zappa σε οτιδήποτε. Επιπλέον, ο Πουλικάκος δεν τον μιμείται, αλλά τον έχει αφομοιώσει, με αποτέλεσμα έτσι να χρησιμοποιεί ένα «ζαπικής» αίσθησης χιούμορ ώστε να μιλήσει για μια ολότελα ελληνική πραγματικότητα. Όχι μόνο λοιπόν δεν αποτελούν πηγή αδυναμίας τέτοιες αναφορές, αλλά (μαζί με τη χρήση ελληνικών στίχων) αποδεικνύουν ότι το Μεταφοραί Εκδρομαί Ο Μήτσος δεν έχει μονάχα ιστορική, μα και αισθητική αξία. Φυσικά στον δίσκο, πέρα από τον Zappa, υπάρχει καλλιτεχνική συγγένεια και με τον Σαββόπουλο, ιδίως με το Βρώμικο Ψωμί το οποίο ηχογραφούταν την ίδια περίοδο. Παρόλο που η παραγωγή και η ενορχήστρωση δεν είναι άρτιες, υπάρχει στο άλμπουμ μουσική ποικιλία, στοιχείο δυσεύρετο στα μετέπειτα ελληνικά ροκ άλμπουμ. Συναντά κανείς ακόμα και ρεμπέτικα ("Πες Μου Βρε Τρελή") και ταγκό ("Σαν Δυο Πουλάκια") δίπλα-δίπλα με μια δυναμική ροκ μπάντα με κιθάρα, πλήκτρα, μπάσο, ντραμς, αλλά και μπόλικα πνευστά. Οι στίχοι υπογράφονται όλοι από τον Πουλικάκο (εκτός από τα "Χτεσινά Τρένα" που είναι του Τάσου Φαληρέα), στις συνθέσεις όμως συνεισφέρουν πολλοί. Αξίζει δε να σημειωθεί πως στην πρόσφατη επανέκδοση του άλμπουμ από την ΕΜΙ, από τη μέση και μετά η λίστα των τραγουδιών είναι λάθος, δημιουργώντας σύγχυση στον προσεκτικό ακροατή. Επίσης πρέπει να αναφερθεί πως, για άγνωστους λόγους, το τραγούδι "Μωρό Μου", βασισμένο σε μελωδία του Σταμάτη Σπανουδάκη, δεν συμπεριλήφθη στο cd, όταν αυτό δόθηκε σαν δώρο μαζί με παλιότερο τεύχος του Ποπ & Ροκ.

Πέρα από την καλλιτεχνική αξία του άλμπουμ, που πρέπει οπωσδήποτε να μετράται (και) σε συνδυασμό με την εποχή στην οποία κυκλοφόρησε, το Μεταφοραί Εκδρομαί Ο Μήτσος αποτελεί κι ένα άλμπουμ-καθρέφτη της μεταπολιτευτικής κατάστασης της Ελλάδας. Δεν υπάρχει χούντα πια. Η πτώση της γιορτάστηκε περίτρανα σε στάδια και πλατείες. Τι υπάρχει όμως; Υπάρχει μια χώρα η οποία προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της, με εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων να δουλεύουν σκληρά «πενήντα ώρες τη βδομάδα για δυο πιάτα φασουλάδα λαδερή», ή να «χτυπάνε καρτέλες/κουμπώνουν κονσέρβες», παγιδευμένοι από «άρχοντες του τρόμου». Οι οικονομικά ευκατάστατοι πέφτουν θύματα υπερκατανάλωσης ("Στο Σουπερμάρκετ"), οι γιατροί εκμεταλλεύονται τους φτωχούς ασθενείς τους ("Ο Γιατρός Παιδιά"), ενώ οι 25άρηδες ξεχνούν το επαναστατικό παρελθόν τους κατά τη δικτατορία, για χάρη της εργασίας που τους παρέχει τα προς το ζην ("Κάλλιο Μιας Ώρας"). Από την άλλη μεριά, τα ερωτικά τραγούδια ("Πες Μου Βρε Τρελή", "Μωρό Μου", "Σαν Δύο Πουλάκια") είναι το ίδιο σατιρικά με τα κοινωνικοπολιτικά. Ελπίδα δεν υπάρχει πουθενά. Στον δρόμο αυτό, της ματαιότητας προς όλες τις κατευθύνσεις, θα συνεχίσει και η πλειοψηφία των μετέπειτα στιχουργών του ελληνικού ροκ.

Σήμερα, 33 χρόνια μετά την κυκλοφορία του Μεταφοραί Εκδρομαί Ο Μήτσος, έχουν αλλάξει πολλά. Μια μεγάλη μερίδα των καλλιτεχνών που ξεκίνησαν τη δράση τους τη δεκαετία του 1960 και του 1970 έχουν κατηγορηθεί κατά καιρούς ότι αποτελούν πια μέρη του συστήματος, ασχέτως αν η λέξη «σύστημα» προϋποθέτει μια οργάνωση η οποία στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ, για διάφορους λόγους. Από τη δεκαετία του 1990 και μετά ο Πουλικάκος κατακρίθηκε κι αυτός για τη συμμετοχή του σε τηλεοπτικά σήριαλ ή για τα jingles αλλά και τα διαφημιστικά στα οποία δάνειζε κατά καιρούς τη φωνή του. Σήμερα ο ίδιος συνεχίζει να τραγουδάει πολλά από τα τραγούδια του δίσκου σε κλαμπ της Αθήνας, λίγο-πολύ στα ίδια μαγαζιά στα οποία εμφανιζόταν και κατά τη δεκαετία του 1970. Στα Εξάρχεια και στη Βικτώρια (όπου μένει), τον φωνάζουν «Μητσάρα» ή «Θείο Νώντα», από το ραδιοφωνικό του παρατσούκλι. Κατά καιρούς οι δημοσιογράφοι του παίρνουν συνεντεύξεις ή του δίνουν βήμα λόγου σε ντοκιμαντέρ σχετικά με την ιστορία του ελληνικού ροκ. Ο ίδιος ποτέ δεν υπερηφανεύτηκε ότι έφερε τον ελληνικό στίχο στο ροκ και ποτέ δεν έγινε σύμβολο του τελευταίου, όπως ο Παύλος Σιδηρόπουλος. Ίσως επειδή έζησε. Και μάλιστα έζησε την παρακμή της δεκαετίας του 1990. Θυμίζει έτσι λίγο, τηρουμένων ασφαλώς των αναλογιών, τον Chuck Berry, τον Jerry Lee Lewis και τον Little Richard, στους οποίους, ενώ ζουν ακόμα, ελάχιστοι δίνουν σημασία, ενώ οι συνεχιστές τους γεμίζουν στάδια και οι αποθνήσκοντες σταμπάρουν τις φάτσες τους σε μπλουζάκια.

Για το τέλος, ας μου επιτραπεί μια προσωπική εξιστόρηση. Πριν από μερικούς μήνες συνάντησα τον κ. Πουλικάκο στην Πλατεία Βικτωρίας. Μιας και του είχα πάρει προ καιρού συνέντευξη για το Avopolis Greek, πήγα και του μίλησα. Όταν του είπα πως είχα αγοράσει πρόσφατα το Μεταφοραί Εκδρομαί Ο Μήτσος ξαφνιάστηκε. «Πού το βρήκες; Πόσα αντίτυπα είχαν μείνει;». Δεν το είχε σε cd, ούτε του το είχαν στείλει από την εταιρία. Θα πήγαινε να το πάρει την επομένη. Δύο αντίτυπα. Το ένα γι' αυτόν και το άλλο για το εγγόνι του.

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

Σαββόπουλος: Συνέντευξη τύπου

Χτες, 3/12/2009, πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη τύπου για το αφιέρωμα του Διονύση Σαββόπουλου στα 60's.
Με δημοσιογράφους και κάμερες, ο Διονύσης Σαββόπουλος εξήγησε με λεπτομέρειες όλα τα events που θα δούμε από τα μέσα Δεκεμβρίου μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου: Tις παραστάσεις του στο Παλλάς, τα παραμύθια στο Μικρό Παλλάς, τις συναυλίες στο City Link και στο Μετρό Συντάγματος, τις ομιλίες και τις εκθέσεις. Στο πάνελ βρίσκονταν μεταξύ άλλων η Σώτη Τριανταφύλλου και ο Παύλος Τσίμας.
Σε ένα σημείο της ομιλίας του, ο Σαββόπουλος είπε πως η δεκαετία που τελειώνει σε λίγες μέρες ήταν η χειρότερη που έχει ζήσει. Ακούγωντας τη διαπίστωση αυτή, ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε τι εννοούσε όταν τραγουδούσε για "το ροκ του μέλλοντός μας". Ο Σαββόπουλος απάντησε με γενικολογίες. Και όταν κατάλαβε πως δεν έβρισκε κάτι εύστοχο να πει, προσέθεσε: "Έχω μια αδυναμία να απαντήσω στην ερώτηση, με συγχωρείτε", χτυπώντας ελαφρά το χέρι στο τραπέζι. Ήταν η πρώτη φορά που τον άκουσα τόσο ευάλωτο και ειλικρινή.
Ο πυρήνας των εκδηλώσεων θα είναι φυσικά οι 10 συναυλίες που θα δώσει στο Παλλάς, οι οποίες ξεκινούν στις 18/12. Στο πρώτο μέρος θα παρουσιάσει τραγούδια από το "Φορτηγό" και στο δεύτερο από το "Περιβόλι του τρελού". "Καλή επιτυχία και καλή δύναμη", του είπα φεύγωντας από την εκδήλωση. "Ναι σαι καλά αγόρι μου", απάντησε χαμογελώντας. Θα είμαι.

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

Ποίημα


Όσο μπορείς
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον. Όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες. Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την, γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την στων σχέσεων και των συναναστροφώντην καθημερινήν ανοησία, ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

[Κωνσταντίνος Καβάφης, 1913]

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Νέο cd από τη Σκάρλετ Γιόχανσον...


Συνέντευξη Pet Shop Boys


ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑ
από το FAQ 77

Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια τη δεκαετία του ’60 στην Αγγλία;«Γεννήθηκα στο Νορθ Σιλντς και όταν ήμουν τεσσάρων χρονών μετακομίσαμε σε ένα νέο σπίτι στο Νιουκάστλ. Ο πατέρας μου ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος και η μητέρα μου ασχολούνταν με τα του σπιτιού. Μέσα στο σπίτι ακούγαμε κυρίως μουσική από το ραδιόφωνο, αλλά η μητέρα μου είχε και κάποιους δίσκους 78 στροφών. Το πρώτο τραγούδι που θυμάμαι είναι το “My foolish heart”, που πρωτακούστηκε στην ομώνυμη ταινία του 1949. Γενικώς τότε ακούγαμε μουσική από ταινίες, όπως ας πούμε το “Dream of Olwen”. Ήταν πολύ ρομαντικά τραγούδια αυτά…».

Θυμάστε τον πρώτο δίσκο που αγοράσατε ο ίδιος;«Το “Girl don’t come” της Σάντι Σο. Ήταν Νο 1 στην Αγγλία. Το αγόρασα το 1964 σε ηλικία εννιά ετών. Μου είχαν δώσει κάποια χρήματα για τα Χριστούγεννα. Πήγα λοιπόν σε ένα δισκοπωλείο στο Νιουκάστλ και επέλεξα αυτό τον δίσκο. Είναι περίεργο, αλλά μου αρέσει ακόμα και σήμερα το ίδιο. Φαντάσου ότι το έχω στο i-pod μου».

Πότε πιάσατε στα χέρια σας μουσικό όργανο;«Σε ηλικία δώδεκα ετών ζήτησα για δώρο γενεθλίων μία κιθάρα. Έμαθα να παίζω μόνος μου και ύστερα κατάφερα να περάσω τις συγχορδίες που έμαθα στο πιάνο, το οποίο ήδη βρισκόταν στο σπίτι μας. Όταν ήμουν δεκαπέντε, φτιάξαμε με τους φίλους μου ένα γκρουπ που λεγόταν Dust, το οποίο ήταν πολύ επηρεασμένο από τους Incredible String Band. Παίζαμε με ακουστικές κιθάρες, γιατί δεν είχαμε χρήματα για ηλεκτρικό εξοπλισμό. Το ’72 μετακόμισα στο Λονδίνο και μοιραζόμουν ένα διαμέρισμα με φίλους. Εκεί αγόρασα ένα πιάνο και ξεκίνησα να γράφω τα πρώτα καλά μου τραγούδια. Πέρασα από διάφορες οντισιόν που δεν με έβγαλαν πουθενά, αλλά συνέχιζα. Μέχρι να γνωρίσω τον Κρις (σ.σ.: Λόου, έτερο ήμισυ των Pet Shop Boys) είχα γράψει δεκάδες τραγούδια. Γνωριστήκαμε το 1981 σε ένα κατάστημα ηλεκτρικών ειδών του Κινγκς Ρόουντ, όπου είχα πάει να αγοράσω ένα συνθεσάιζερ, και λίγο μετά ξεκινήσαμε να γράφουμε μαζί».

Πώς προέκυψε το όνομα Pet Shop Boys;«Ο Κρις είχε κάτι συμφοιτητές στο δυτικό Λονδίνο, οι οποίοι τα Σάββατα δούλευαν σε ένα pet shop (σ.σ.: κατάστημα που πουλάει κατοικίδια). Οπότε τους αποκαλούσαμε Pet Shop Boys. Τότε υπήρχαν γκρουπ όπως οι Peech Boys και οι Beastie Boys. Μας άρεσε λοιπόν το όνομα αυτό, γιατί παρέπεμπε σε χιπ χοπ γκρουπ. Όταν πήγαμε να φτιάξουμε τον πρώτο μας δίσκο δεν είχαμε όνομα, οπότε το αποφασίσαμε σχετικά γρήγορα και από τότε μας έμεινε».

Ισχύει ότι μισούσατε τη ροκ μουσική τότε;
«Κοίτα, μου άρεσαν κάποια τραγούδια, αλλά αυτό που με απωθεί από τη ροκ μέχρι και σήμερα είναι το γεγονός ότι είναι αυτάρεσκη μουσική. Και πέρα από αυτό, συνεχώς επιστρέφει στο παρελθόν, στη μουσική των Beatles και των Rolling Stones. Όποτε ένα γκρουπ λέει ότι πειραματίζεται, θα σου πει πολύ περήφανα ότι εισάγει στα κομμάτια του συνθεσάιζερ και samplers. Ε, και τι είναι αυτά λοιπόν; Είναι ο βασικός εξοπλισμός της dance μουσικής. Γιατί αυτή είναι η μουσική που προχωράει σήμερα».

Λένε πως η ροκ έφτασε σε μια κορύφωση τη δεκαετία του ’60. Πιστεύετε πως η dance μουσική έφτασε στη δική της κορύφωση τη δεκαετία του ’80 ή δεν την έχει φτάσει ακόμα;
«Νομίζω τη δεκαετία του ’80 έφτασε σε μεγάλα ύψη. Η dance μουσική έχει να κάνει με τη δημιουργία ενός νέου ήχου και ενός νέου ρυθμού. Τη φτιάχνουν και την ακούνε ενθουσιώδεις άνθρωποι, οπότε πρέπει να αλλάζει συνεχώς. Δεν ξέρω αν θα ακούσουμε καλύτερα πράγματα από αυτά που έχουμε ήδη ακούσει, αλλά πιστεύω βαθιά πως η μουσική αυτή θα σημειώσει περαιτέρω εξέλιξη. Άλλωστε η μουσική εξελίσσεται μέσω της τεχνολογίας. Τo rock ’n’ roll ήρθε με τις ηλεκτρικές κιθάρες. Ύστερα ήρθαν τα συνθεσάιζερ και εμφανίστηκε η ηλεκτρονική μουσική των Kraftwerk. Και μετά ήρθαν τα samplers. Οι Pet Shop Boys βγήκαν την ίδια εποχή με τα samplers».

Ένας μουσικός που δεν έχει μεγάλο συνθετικό ταλέντο μπορεί να φτιάξει καλή dance μουσική, αν ξέρει να χειρίζεται άψογα την τεχνολογία;
«Πρέπει να έχεις έμφυτο χάρισμα για να γράψεις ένα τραγούδι, σε όποιο μουσικό είδος κι αν κινείσαι. Είναι όπως με την ομορφιά. Νομίζω πως οι άνθρωποι υποτιμούν το γεγονός ότι η ομορφιά είναι ένα ταλέντο. Όμως, με τα χρόνια η ομορφιά φθείρεται. Ε, λοιπόν, το ίδιο συμβαίνει και με το ταλέντο. Αν και τώρα που το σκέφτομαι, πολλοί άνθρωποι ομορφαίνουν όσο μεγαλώνουν». (γέλια)

Είναι πιο απλό να φτιάξεις ένα τραγούδι που κάνει τους ανθρώπους να χορεύουν ή ένα τραγούδι που τους κάνει να κλαίνε;«Νομίζω πως μπορείς να τα πετύχεις και τα δύο. Πολλά τραγούδια των Pet Shop Boys είναι χαρούμενα και λυπημένα ταυτόχρονα. Οι στίχοι τους βλέπουν μπροστά κοιτάζοντας πίσω. Έτσι είμαστε και ως άνθρωποι, και αυτά τα γλυκόπικρα συναισθήματα προσπαθούμε να εκφράσουμε».

Τι είναι αυτό που κάνει τη μουσική τόσο σημαντική για τη ζωή μας;«Η μουσική, όπως κάθε μορφή τέχνης, εκφράζει το πώς αντιλαμβανόμαστε όλα όσα ζούμε. Μέσα από μουσική, λέξεις και εικόνες η τέχνη μάς κάνει να καταλαβαίνουμε καλύτερα τις εμπειρίες μας. Και πέρα από αυτό, μας εξυψώνει, μας πετάει πάνω από τη ζωή και έτσι μας δίνει μια πιο ολοκληρωμένη θέα της πραγματικότητας».

Ποιες είναι οι βασικές διαφορές σας με τον Κρις Λόου;«Η βασικότερη διαφορά είναι ότι είμαστε εντελώς διαφορετικοί. (γέλια) Ο Κρις προέρχεται από οικογένεια μουσικών και άρχισε να μαθαίνει πιάνο σε πολύ μικρή ηλικία. Ο παππούς του έπαιζε τρομπόνι επαγγελματικά στο Λας Βέγκας και είχε γνωρίσει μεγάλη επιτυχία με ένα τζαζ γκρουπ. Βέβαια, πρόσφατα ανακάλυψα πως και ο δικός μου παππούς τη δεκαετία του ’30 έπαιζε μπάντζο για ένα διάστημα. Αλλά γενικώς η οικογένειά μου δεν είχε ιδιαίτερη μουσική παράδοση και, όπως προείπα, είμαι αυτοδίδαχτος. Όταν ξεκινήσαμε να παίζουμε με τον Κρις, έβλεπα πως αντιλαμβανόταν διαφορετικά κάποια πράγματα, όπως τις γραμμές του μπάσου ή τις ρυθμικές εναλλαγές. Ενώ εγώ ήμουν καλός στις εναλλαγές των συγχορδιών, γιατί είχα εξασκηθεί παίζοντας τραγούδια των Beatles και του Ντέιβιντ Μπόουι. Μέχρι και σήμερα δουλεύουμε εντελώς διαφορετικά. Ο Κρις λειτουργεί περισσότερο με το ένστικτο, πράγμα που θαυμάζω, ενώ η δική μου προσέγγιση είναι λιγότερο αυθόρμητη. Όσον αφορά τον χαρακτήρα μας, εγώ είμαι περισσότερο της μέρας και ο Κρις είναι της νύχτας. (γέλια) Δεν είναι εντελώς αλήθεια αυτό, αλλά είναι ο πιο σύντομος τρόπος να σου εξηγήσω τις διαφορές μας…».

Προτιμάτε την ηρεμία του στούντιο ή την ένταση των συναυλιών;
«Είναι δύο τελείως διαφορετικά πράγματα. Στο στούντιο το να νιώθεις ότι δημιουργείς κάτι καλό είναι πολύ συναρπαστικό, αλλά μπορεί να γίνει και πολύ βαρετό, αν δεν έχεις έμπνευση ή έχεις κολλήσει σε κάτι. Βέβαια και οι περιοδείες μπορεί να γίνουν κουραστικές, αλλά εκεί έχεις τη θετική ενέργεια του κόσμου. Όμως, οι Pet Shop Boys έχουν ως βάση τους τη δημιουργία των τραγουδιών και την ηχογράφησή τους στο στούντιο. Αν λοιπόν δεν κάναμε περιοδείες, όπως γινόταν τη δεκαετία του ’80, θα ήμασταν έτσι κι αλλιώς σήμερα οι Pet Shop Boys, όμως χωρίς το στούντιο δεν θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε».

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του «Pandemonium tour» που θα περάσει και από την Ελλάδα;
«Δουλέψαμε με μια σχεδιάστρια θεατρικών χώρων. Στο μουσικό κομμάτι μάς βοήθησε πολύ και ο παραγωγός Στιούαρτ Πράις, που έκανε την παραγωγή στο τελευταίο άλμπουμ των Killers και έχει γράψει το “Hung up” μαζί με τη Μαντόνα. Έχουμε χωρίσει τη συναυλία σε τέσσερα μέρη και τα τραγούδια εναλλάσσονται σαν χρώματα. Θέλαμε να συνδέσουμε τη μουσική με το οπτικό θέμα για να φτιάξουμε μια έντονη και συναρπαστική εμπειρία. Την ίδια στιγμή προσπαθούμε να μην αποσπούμε την προσοχή του κοινού από τα ίδια τα τραγούδια. Γενικά νομίζω πως τα σόου των Pet Shop Boys δεν μοιάζουν με κανενός άλλου».

Ιδέες για τραγούδια πώς σας έρχονται;
«Γράφω συνεχώς ιδέες σε χαρτιά. Ακόμα κι αν είναι δύο λέξεις ή ένας τίτλος ή ένα θέμα. Όταν συναντιόμαστε με τον Κρις, ρωτάμε ο ένας τον άλλον: “Έχεις τίποτα;”. Συνήθως αυτός φέρνει μια μουσική ιδέα κι εγώ μια στιχουργική. Αλλά πολύ συχνά γράφω κι εγώ μουσική. Το “West End girls”, ας πούμε, το έγραψα στο πιάνο μου τη δεκαετία του ’70. Προσπαθούσα να γράψω ένα τραγούδι σε στυλ Μπάρι Γουάιτ».

Στην έμπνευση πιστεύετε;
«Ναι, αλλά πιστεύω και στη σκληρή δουλειά, ακόμα κι αν ακούγεται κλισέ. Πάντως, η έμπνευση είναι ένα μαγικό πράγμα όταν συμβαίνει. Καμιά φορά σου έρχεται μια μελωδία μαζί με στίχους, κανονικό τραγούδι, έτοιμο. Έτσι γράφτηκε το “It’s a sin”».

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Συνέντευξη Γιάννης Παλαμίδας

ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑ
Από το FAQ72


Έχουν περάσει 28 χρόνια από τότε που κυκλοφόρησε το «Σαμποτάζ». Τι σημαίνει το έργο αυτό για εσάς;
«Ουσιαστικά ήταν η εισαγωγή μου στη μουσική. Από το ’79 τραγουδούσα σε ένα συγκρότημα, τους Apocalypsis, αλλά στο “Σαμποτάζ” ήταν η πρώτη φορά που τραγούδησα ελληνικούς στίχους. Η Λένα (σ.σ.: Πλάτωνος) είχε έρθει σε μια συναυλία μας μια μέρα πριν τον μεγάλο σεισμό του ’81. Με άκουσε και μου είπε ότι ήθελε να συνεργαστούμε και να τραγουδήσω μαζί με τη Σαβίνα Γιαννάτου στον δίσκο που ετοίμαζε. Είχα μείνει λίγο με το στόμα ανοιχτό, γιατί δεν είχα και πολλή σχέση με αυτό το είδος. Σκέψου ότι ήμουν μόνο 20 χρονών, οπότε για μένα ήταν ένας καινούργιος κόσμος».

Αληθεύει ότι οι τέσσερις συντελεστές του άλμπουμ αυτού ζούσατε εκείνη την εποχή σαν συγκρότημα;
«Ναι, κάναμε ταξίδια μαζί και σιγά σιγά γίναμε παρέα. Πολλές φορές μέναμε όλοι μαζί στο ίδιο σπίτι. Η Σαβίνα έμενε και κοντά, οπότε ήταν κάθε μέρα στη Λένα. Αυτό το θετικό κλίμα βοήθησε πολύ και στις ηχογραφήσεις μετά, όπου βγήκε μια νεανικότητα και μια φρεσκάδα».

Όταν ηχογραφούσατε το άλμπουμ αυτό, είχατε την αίσθηση ότι φτιάχνατε ένα έργο ιστορικής σημασίας για την ελληνική μουσική;
«Όχι. Ούτε εγώ προσωπικά ούτε κανείς. Μάλιστα αυτό το πράγμα το πολέμησαν πολλοί τότε. Γράφτηκαν πολύ κακές κριτικές... Και για το άλμπουμ και για μένα προσωπικά βέβαια. Κάποιος είχε γράψει τότε ότι τραγουδάω “σαν αρνί που το πάνε για σφάξιμο”. Αλλά και την ίδια τη Λένα την είχαν τρελάνει. Η αλήθεια είναι ότι ήταν ένα έργο προχωρημένο. Δεν προσπαθήσαμε όμως για να το καταφέρουμε αυτό. Το κάναμε επειδή έτσι ήμασταν εμείς και επειδή το γουστάραμε. Άλλωστε, κάθε καλλιτέχνης κάνει αυτό που είναι».

Πόσο καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι στίχοι της Μαριανίνας Κριεζή; Σας ρωτάω γιατί συχνά πυκνά παραβλέπεται η αξία τους σε σχέση με τη μουσική…
«Καθοριστικότατο, η στιχουργική αξία του άλμπουμ είναι ίση με τη συνθετική. Η κρατούσα άποψη είναι να αναφερόμαστε περισσότερο στον συνθέτη ενός έργου παρά στον στιχουργό. Τώρα όμως που κάνουμε τις πρόβες, συνεχώς λέμε “τι στίχος ήταν αυτός, ρε παιδί μου!”. Είναι απίστευτοι αυτοί οι στίχοι… Ενώ είναι φευγάτοι και μεταφυσικοί, διατηρούν μια ανεπανάληπτη τεχνική, ένα μέτρο. Είναι ιδιοφυείς!».

Είναι η πρώτη φορά που θα παρουσιαστεί το έργο αυτό live;
«Το είχαμε ξανακάνει όταν ήμασταν παιδιά, το 1985, σε ένα φεστιβάλ στο Ηράκλειο Κρήτης. Έχουν περάσει πολλά χρόνια και είναι πολύ συγκινητικό που ξαναβρισκόμαστε στη σκηνή όλοι μαζί. Όταν κάναμε την πρώτη πρόβα, είπα στη Σαβίνα “σώπα να τραγουδήσω κι εγώ, γιατί μπροστά σου κομπλάρω”. (γέλια) Είναι τραγουδίστρια μεγίστης αξίας. Παγκόσμιας κλάσης».

Τι δομή θα έχει η παράσταση που θα γίνει στο Παλλάς;
«Στο πρώτο μέρος θα έχουμε τραγούδια από τον “Καρυωτάκη” και άλλα άλμπουμ της Λένας και στο δεύτερο θα παίξουμε ολόκληρο το “Σαμποτάζ”. Η Λένα είναι πολύ συγκινημένη. Όταν μας είδε με τη Σαβίνα να τραγουδάμε μαζί, είπε: “Ήρθαν τα παιδιά μου από μακριά”».

Εσείς ποιο τραγούδι αγαπάτε περισσότερο από αυτό τον δίσκο;
«Το “Κοπερτί” θα έλεγα. Ίσως υπάρχουν πιο εντυπωσιακά τραγούδια μέσα, αλλά αυτό είναι πολύ εσωτερικό, βαθύ και σπαραχτικό. Το αγαπάω πολύ…».

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

Συνέντευξη Γιάννης Πετρίδης


Από το FAQ 70

O Γιάννης Πετρίδης μιλάει στη FAQ για το ντοκιμαντέρ «Οnce in a lifetime», που έχει θέμα τη ζωή του, την κοινωνικοπολιτική κατάσταση των τελευταίων 35 χρόνων και, φυσικά, τη μουσική


Πώς σας προσέγγισε η Νικόλ Αλεξανδροπούλου, η σκηνοθέτις του ντοκιμαντέρ;
«Όπως ξέρεις, συνήθως απέχω από τηλεοράσεις και τέτοιου είδους πράγματα. Η Νικόλ είναι Ιταλοελληνίδα και μένει στη Ρώμη. Εκεί δουλεύει ως φωτογράφος και έχει κάνει και μια ταινία μικρού μήκους. Κάποια στιγμή βρέθηκε σε μια συζήτηση όπου ένας σαρανταπεντάρης της είπε: “Εγώ δεν θα είχα ζήσει τη ζωή που έζησα, αν δεν υπήρχε ο Πετρίδης”. Μετά διάβασε στο blog του Έντεκα ένα θέμα που έλεγε: “Έντεκα λόγοι που ακούω Πετρίδη”. Όλα αυτά λοιπόν της προξένησαν ενδιαφέρον και σκέφτηκε να κάνει κάτι. Όταν με πλησίασε, ήμουν πολύ επιφυλακτικός, αλλά ο χαρακτήρας της με έκανε να την εμπιστευτώ».

Στην ταινία μιλούν και πολλοί άλλοι, εκτός από εσάς. Ποιος έκανε την επιλογή των προσώπων;
«Η κύρια αφορμή για το ντοκιμαντέρ αυτό ήταν τα 35 χρόνια της ραδιοφωνικής εκπομπής μου. Παράλληλα, όμως, θέλαμε να παρουσιάσουμε και τα κοινωνικοπολιτικά πράγματα που συνέβησαν στην Ελλάδα αυτή την περίοδο. Έτσι, λοιπόν, διαλέξαμε κάποιους που με άκουγαν όταν ήταν παιδιά, αλλά και κάποιους άλλους που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη σύγχρονη ελληνική ιστορία από τη δεκαετία του ’70 και μετά».

Πόσο καιρό κράτησαν τα γυρίσματα;
«Περίπου έναν χρόνο. Μιλούσα με τη Νικόλ σε μια κάμερα για τριάντα ώρες συνολικά και μετά ο κάθε ομιλητής κάθισε μαζί της για μία δύο ώρες, άσχετα αν ορισμένοι εμφανίζονται μόνο δύο λεπτά. Μέσα στους ομιλητές είναι ο Κρις Χίλμαν των Byrds και ο Μπομπ Κρου, που έγραψε το “Can’t take my eyes off you”. Υπάρχει ένα υλικό πολλών ωρών που έχω εκφράσει την επιθυμία να βγει κάποια στιγμή, είτε στην τηλεόραση είτε σε dvd».

Λέει κάτι ο Μάρκος Φράγκος σε ένα σημείο, ότι όποιος αφιερώνεται σε κάτι έχει μια ανισορροπία στην προσωπική του ζωή…
«Τι θεωρεί ισορροπημένο η κοινωνία εδώ και χιλιάδες χρόνια; Να σπουδάσεις, να παντρευτείς, να κάνεις παιδιά, να σε περιποιούνται τα παιδιά σου ή να σε πετάξουν σε μια γωνιά, όπως βλέπουμε συνήθως, και να φύγεις… Η ενασχόληση που διάλεξα και αγάπησα είχε κάποιες απαιτήσεις και συχνά δημιουργούσε προβλήματα στις σχέσεις μου. Δεν θεωρώ πως έκανα το σωστό, αλλά δεν το θεωρώ και ανισόρροπο. Φυσικά, ο Μάρκος το είπε καλοπροαίρετα και κατά μία έννοια έχει δίκιο».

Κάποια στιγμή η ταινία έρχεται και στο περιοδικό «Ποπ και ροκ», που το ξεκινήσατε εσείς. Σήμερα γιατί δεν υπάρχει ένα τόσο καλό μουσικό περιοδικό στην Ελλάδα;
«Το “Ποπ και ροκ” άρχισε να υποχωρεί στα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν ανθούσε η ποπ μουσική και άρχιζε να κυριαρχεί το lifestyle, όπως αναφέρεται και στο ντοκιμαντέρ. Επίσης η μουσική είχε αρχίσει να μπαίνει στα περιοδικά ποικίλης ύλης και ο κόσμος άρχιζε να ανακαλύπτει τα ξένα μουσικά περιοδικά, που ήταν καλύτερα ενημερωμένα. Τη δεκαετία του ’90, ας πούμε, το “Q” πουλούσε στην Ελλάδα όσο και το “Ποπ και ροκ”. Και βέβαια, τα τελευταία χρόνια υπάρχει και το Internet. Πλέον πέφτουν και τα ξένα περιοδικά. Πριν από έναν μήνα το ΝΜΕ έφερε καινούργια αρχισυντάκτρια για να αλλάξει το ύφος του περιοδικού, μήπως και σταματήσουν να πέφτουν οι πωλήσεις του».

Βλέπω συχνά σε συνεντεύξεις σας μια ερώτηση που δεν μου αρέσει, αν υπάρχει ο νέος Πετρίδης…
«Ούτε κι εμένα μου αρέσει. Υπάρχουν πολλά παιδιά που κάνουν αξιοπρεπείς εκπομπές. Είναι εκεί έξω, απλά είναι διαφορετικά. Για παράδειγμα, μου αρέσει πολύ η εκπομπή των παιδιών που κάνουν το “Laternative” στον Σκάι. Ο Πετρίδης ήταν αποτέλεσμα μιας εποχής. Δεν υπάρχουν οι νέοι Beatles, υπάρχουν όμως οι Radiohead».

Ποια είναι η ωραιότερη εμπειρία που έχετε ζήσει κάνοντας αυτήν τη δουλειά;
«Οι εμπειρίες μου ήταν συνεχόμενες. Ήμουν ένα φτωχό παιδί που ξεκίνησε από το μηδέν και αναδείχτηκε με τις πιο καθαρές μεθόδους. Από τις καλύτερες στιγμές ήταν όταν είδα live τους Talking Heads και τους Led Zeppelin. Το αποκορύφωμα όμως ήταν άλλο: Πριν από έξι χρόνια είχα δει μια συναυλία του Πολ ΜακΚάρτνεϊ στο Κολοσσαίο, όπου έπαιξε ένα ακουστικό σετ με τρεις μουσικούς. Επειδή λοιπόν γνώριζα τον διευθυντή της ΕΜΙ, το βράδυ παρευρέθηκα μαζί με τον ΜακΚάρτνεϊ στο δείπνο που έκαναν για να τον τιμήσουν, όπου είχα την ευκαιρία να μιλήσω και μαζί του. Όπως καταλαβαίνεις, μετά από αυτό δεν θα με πείραζε και να πεθάνω…». (γέλια)

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Συνέντευξη Future of the left

Aπό το FAQ 69

Το όνομά σας προδίδει τον ιδεολογικό σας προσανατολισμό;
«Το πήραμε από μια πολιτική παράταξη της Γαλλίας. Σίγουρα ως άνθρωποι συγκλίνουμε και οι τρεις προς την Αριστερά, αλλά στην πραγματικότητα διαλέξαμε αυτό το όνομα γιατί είναι εύηχο. Κάποιοι από τους στίχους μας θίγουν πολιτικά θέματα, αλλά δεν θέλουμε να κάνουμε κήρυγμα ή κάτι τέτοιο».

Ποιες οι διαφορές του «Travels with myself and another» από το προηγούμενο άλμπουμ σας;
«Νομίζω αυτό είναι λίγο πιο “συγκεντρωμένο”. Το πρώτο είχε κάποιες καλές στιγμές, αλλά πολλοί μας έλεγαν ότι πηδούσαν κάποια τραγούδια όταν το άκουγαν. Πήγαινε λίγο πάνω κάτω ως προς την ποιότητα των τραγουδιών. Στο δεύτερο δεν συμβαίνει αυτό, όχι όμως επειδή δουλέψαμε περισσότερο. Απλά έγινε. Μάλιστα, για τρεις μήνες δεν μας κατέβαινε η παραμικρή ιδέα και ξαφνικά μας ήρθαν γύρω στα δέκα τραγούδια μέσα σε ενάμιση μήνα».

Είχατε ακυρώσει και κάποιες συναυλίες προκειμένου να γράψετε τραγούδια…
«Ναι. Το ύφος της μουσικής μας είναι τέτοιο που τα κομμάτια δεν μπορούν να γραφτούν με μια ακουστική κιθάρα. Βασίζονται κυρίως στο πανκ, οπότε χρειάζεται να είμαστε οι τρεις μας σε ένα δωμάτιο για ώρες μέχρι να γεννηθεί κάτι καλό. Κάπως έτσι αναγκαστήκαμε να ακυρώσουμε μερικές συναυλίες στην Αυστραλία και στην Κίνα για να φτιάξουμε το άλμπουμ. Τελικά, αυτή ήταν η πιο δημιουργική μας περίοδος, οπότε δεν το μετανιώσαμε. Το δράμα θα ήταν αν ακυρώναμε τις συναυλίες και μετά δεν κάναμε τίποτα».

Το άλμπουμ πάντως έλαβε 8 στα 10 από το NME και το Pitchfork. Λαμβάνετε υπόψη τις δισκοκριτικές;
«Σε πρώτο βαθμό φτιάχνουμε μουσική για την πάρτη μας και κοιτάμε αυτά που γράφουμε να αρέσουν σε εμάς. Μια καλή κριτική δεν ενοχλεί κανέναν. Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, το hype που μας περιβάλλει τον τελευταίο καιρό δεν μας έχει βοηθήσει ιδιαίτερα. Δεν έχουμε δει πολλά να αλλάζουν. Άλλωστε, τα τελευταία χρόνια ο κόσμος μάλλον δεν δίνει και πολλή σημασία σε αυτά που γράφονται. Ο καθένας μπορεί να κρίνει από μόνος του, ακούγοντας τραγούδια στο myspace και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, χωρίς να περιμένει τους “ειδικούς”, όπως συνέβαινε παλιότερα».

Τι είναι αυτό που απολαμβάνετε περισσότερο και, αντίστοιχα, τι σας εκνευρίζει ως μέλος ενός συγκροτήματος;
«Το καλύτερο είναι ότι έχεις την ευκαιρία να πας σε όμορφα μέρη του κόσμου, να παίξεις τη μουσική σου και να κάνεις κάποιους ανθρώπους χαρούμενους. Ειδικά αν ο κόσμος ξέρει τα τραγούδια σου, αυτό σε κάνει τρομερά ευτυχισμένο. Το χειρότερο είναι η έλλειψη ασφάλειας. Ποτέ δεν ξέρεις πώς θα πάνε τα οικονομικά σου. Έχεις ένα σχέδιο, αλλά δεν έχεις ιδέα τι ακριβώς θα συμβεί. Προς το παρόν είμαστε σχεδόν άφραγκοι. Έρχονται παιδιά στις συναυλίες μας που είναι δέκα χρόνια νεότεροί μας και ξέρουμε ότι στο σπίτι τους έχουν καλύτερες κιθάρες από εμάς. Ε, αυτό όπως καταλαβαίνεις μας τη σπάει κάπως».

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Συνέντευξη Archive


Ο ένας εκ των δύο ηγετών των Archive, Ντάνι Γκρίφιθς, μιλάει στη FAQ με αφορμή το ολοκαίνουργιο «Controlling crowds - Part IV», αλλά και το επερχόμενο live τους στο Θέατρο Badminton

Σε τι διαφέρει το «Controlling crowds - Part IV» από το «Controlling crowds - Part I-III»;
«Είναι πιο φωτεινό και λιγότερο βαρύ. Θέλαμε να βγάλουμε προς τα έξω μια πιο ελαφριά πλευρά, πράγμα που σημαίνει πως αυτήν τη φορά υπάρχουν και περισσότερα τραγούδια αγάπης. Αλλά τα δύο αυτά άλμπουμ είναι ένα ενιαίο έργο, μόνο αν τα ακούσεις μαζί βγάζεις νόημα».

Δεν ανησυχήσατε μήπως το σχέδιο της κυκλοφορίας δύο άλμπουμ μέσα σε διάστημα λίγων μηνών αποδειχθεί υπερβολικά φιλόδοξο εμπορικά;
«Γράφαμε τραγούδια για δυόμισι χρόνια. Όπως καταλαβαίνεις, μας βγήκαν πάρα πολλά κομμάτια και δεν θέλαμε να τα πετάξουμε. Συνήθως, όταν συμβαίνει αυτό, κρατάμε κάποια για b-sides, όμως αυτήν τη φορά πιστεύαμε ότι όλα τα τραγούδια άξιζαν να μπουν σε κάποιο άλμπουμ, οπότε μας ήρθε η ιδέα να βγάλουμε έναν δίσκο χωρισμένο σε μέρη».

Πώς νιώθετε που θα παίξετε ξανά στην Ελλάδα;
«Ανυπομονούμε… Μας αγαπάνε πολύ οι Έλληνες και τους αγαπάμε κι εμείς. Το live μας θα είναι πολύ διαφορετικό αυτήν τη φορά, γιατί θα βασιστεί σε ένα μεγάλο ποσοστό στα καινούργια μας κομμάτια. Σχεδόν όλο το setlist περιλαμβάνει κομμάτια από τα “Controlling crowds”. Θα παίξουμε πρώτα στην Πάτρα, μετά στην Αθήνα και κατόπιν στη Θεσσαλονίκη, χωρίς ρεπό. Και δεν θα έχουμε καθόλου χρόνο να δούμε τα αξιοθέατα, γιατί φεύγουμε κατευθείαν για να κάνουμε κάποια promos στη Γαλλία».

Έχετε ακούσει τελευταία ενδιαφέρουσες νέες μπάντες;
«Όχι πολλά πράγματα, γιατί δουλεύαμε στο στούντιο για καιρό. Τώρα που θα περνάμε ώρες στα αεροπλάνα και τα πούλμαν, θα επιστρατεύσουμε τα i-pod μας και σίγουρα έχουμε να ανακαλύψουμε πολλά. Κάνουμε ο ένας στον άλλο αυτό που ονομάζουμε “μουσικές ημερίδες”...».

Οι Archive έκλεισαν φέτος δεκαπέντε χρόνια δημιουργίας. Μπορείτε να τους φανταστείτε να συνεχίζουν για άλλα δεκαπέντε;
«Ναι, γιατί όχι; Προσπαθούμε πάντα να νιώθουμε φρέσκοι και να διατηρούμε το συναρπαστικό του όλου πράγματος. Και μάλιστα τώρα γράφουμε τραγούδια πέντε άτομα, οπότε δεν υπάρχει η πίεση που νιώθαμε στην αρχή. Οι Archive είναι πια μια μουσική κολεκτίβα και δεν ξέρουμε πόσοι μπορεί να συμμετέχουν στο επόμενο άλμπουμ μας. Ενδιαφέρον δεν είναι;».

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2009

Mιθριδάτης "Αιρετικά ερωτικός"

από το avopolis.gr

Εταιρία: Legend (6/2009)
Είδος: Hip hop
Κείμενο: Βύρων Κριτζάς
5/10

«Έμαθα τη μάνα σου να λέει χιπ χοπ», λέει ο Μιθριδάτης σε έναν στίχο του τραγουδιού “Μιθριδά Για Πάντα”. Εδώ που τα λέμε, μπορεί να έχει και δίκιο. Από το 1996 που το συγκρότημά του, τα Ημισκούμπρια, κυκλοφόρησαν το ευφυώς ονομαζόμενο ντεμπούτο τους 30 Χρόνια Επιτυχίες, βοήθησαν σημαντικά στη διάδοση της χιπ-χοπ μουσικής. Φυσικά, δεν ήταν λίγοι όσοι τους περιφρόνησαν ως συγκρότημα του χαβαλέ, αγνοώντας την εύστοχη κοινωνική σάτιρα και το ρυθμικό παλμό που περιείχαν ορισμένα τραγούδια τους. Οι δε σκληροπυρηνικοί ακροατές του είδους άρχισαν σιγά-σιγά να αποστασιοποιούνται από την όλη ιστορία, βλέποντας τη μουσική την οποία αγάπησαν να εξελίσσεται σε mainstream ποπ με χιπ χοπ άλλοθι. Κι αυτοί δίκιο είχαν. Τι έφταιγε; Μάλλον οι εποχές που άλλαζαν. Ακολούθησε μια πτώση της δημοτικότητας του γκρουπ, κυρίως επειδή από τις αρχές των zeros και μετά κάθε άλμπουμ τους ήταν αντικειμενικά χειρότερο από το προηγούμενο.

Τώρα λοιπόν ο Μιθριδάτης κυκλοφορεί τον πρώτο του προσωπικό δίσκο, δηλώνοντας Αιρετικά Ερωτικός. Όχι, δεν τσακώθηκε με τους άλλους: ο Πρύτανης έχει αναλάβει όλο το programming και έχει γράψει μουσικές, ενώ ο Μεντζέλος συμμετέχει επίσης σε ένα τραγούδι. Υπάρχει ραπάρισμα πάλι, αλλά κυρίως υπάρχει μια ποπ και μια r’n’b προσέγγιση που καθιστά φανερό το γεγονός ότι τα τραγούδια εδώ έχουν φτιαχτεί με στόχο να ακουστούν στα club και τα beach bar. Τα μπιτάκια και η όλη ηχητική παραγωγή είναι αρκετά υψηλού επιπέδου και παραπέμπουν σε δουλειές του εξωτερικού, χωρίς βέβαια να υπάρχουν στιγμές ιδιαίτερης ευφυΐας ή πρωτοτυπίας. Πάντως η μελωδικότητα των ρεφραίν σώζει την κατάσταση και μετά από δύο-τρεις ακροάσεις κολλά όλα τα τραγούδια στο μυαλό σου, θες δεν θες.

Στιχουργικά μπορεί να βρει κανείς αρκετές ενδιαφέρουσες στιγμές. Ο Μιθριδάτης, παρόλο που ραπάρει σε πρώτο πρόσωπο, δεν μιλάει για τον εαυτό του. Αντίθετα, μοιάζει να θέλει να δώσει το προφίλ του ελληναρά, του φαλλοκράτη κ.λ.π. που βλέπει τις γυναίκες πολύ επιφανειακά και μονόπλευρα. Στην πραγματικότητα κοροϊδεύει αυτό το στυλ ανθρώπου, έστω κι αν ένας μη οξυδερκής ακροατής πιθανόν να δυσκολευτεί να το αντιληφθεί. Όπως με τα Ημισκούμπρια έτσι και τώρα, οι σκαμπρόζικες ομοιοκαταληξίες δίνουν και παίρνουν. Και δεν λένε βλακείες, λένε πράγματα τα οποία αποτυπώνουν μια συγκεκριμένη ψυχοσύνθεση ενός τύπου ανθρώπου που όλοι λίγο-πολύ γνωρίζουμε. Στις συμπαθείς στιγμές συγκαταλέγεται το “Τι Τη Θες Την Ψηλή;” (με τη στιχουργική συνεισφορά του Σταμάτη Κραουνάκη) αλλά και το “Κάτι Έχει Πεθάνει Εντός Ψυγείου”, όπου καυτηριάζεται η σύγχρονη ελληνική μουσική πραγματικότητα.

Πάντως, στα περισσότερα σημεία, όταν ο Μιθριδάτης φεύγει από τον μισογυνισμό (υποτιθέμενο ή μη), ρίχνει στους στίχους του ένα άλλο φορτίο: συνεχίζει ένθερμα την παράδοση που θέλει τους ράπερς να γράφουν εγωιστικούς στίχους του στυλ «είμαι ο καλύτερος και όλοι οι άλλοι είστε ηλίθιοι». Αυτή η τάση υπάρχει χρόνια τώρα στο παγκόσμιο χιπ χοπ και, όσο αν κατανοώ την υφέρπουσα κοινωνιολογική σημειολογία, τη βρίσκω ως ένα από τα χειρότερα στοιχεία του – ειδικά όταν αναπαράγεται σε χώρες όπως τη δική μας, όπου το χιπ χοπ δεν έχει ανάλογες κοινωνικές ρίζες. Έτσι, ακόμα κι αν ο Μιθριδάτης κάνει χιούμορ όταν λέει «μια τρίχα από τους όρχεις μου και βγαίνουν ράπερς νέοι», δεν μπορείς παρά να αναρωτηθείς γιατί ένας έξυπνος κατά τα άλλα άνθρωπος αναλώνεται σε τέτοιου είδους ανούσιες προσεγγίσεις. Απάντηση δεν θα βρεις.

Το Αιρετικά Ερωτικός σίγουρα δεν είναι ένας αδιάφορος δίσκος. Είναι όμως ένας δίσκος επιρρεπής στις ευκολίες, τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά. Παρ’ όλ’ αυτά, αν ο στόχος του είναι να αφήσει δυο τραγούδια που θα ακούγονται στα κλαμπ μέχρι τα Χριστούγεννα και άλλα δύο τα οποία θα ανεβάσουν χαμόγελα στις φάτσες 12χρονων πιτσιρικάδων, τότε θα τον πετύχει και με το παραπάνω.

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2009

Συνέντευξη Αργύρης Ζήλος

από το avopolis.gr

Ο Αργύρης Ζήλος είναι μουσικοκριτικός – και πολύ σοβαρός μουσικοκριτικός, πιστεύω. Σκέφτηκα λοιπόν να του πάρω μια συνέντευξη, για τον απλούστατο λόγο ότι είχα πολλά να τον ρωτήσω. Κι εκείνος είχε πολλά ενδιαφέροντα να πει. Μου είπε και κάτι off-the-record που μου έμεινε: «Κάποια στιγμή είχα στο γραφείο μου ένα τεράστιο βιβλίο, που ήταν το Δίκαιο της Νομικής και μια στοίβα από δίσκους. Ε, προτίμησα το δεύτερο». Ευχαριστώ τον Χάρη Συμβουλίδη που συνέβαλε στη γνωριμία.

Ποια είναι η πρώτη σου μουσική μνήμη;

«Κάποιοι δίσκοι που είχαν έρθει σπίτι μας από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Ήταν η 9η του Μπετόβεν, το Πρώτο κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα του Τσαικόφσκι, το Ναμπούκο του Βέρντι σε 45 στροφές… Την εποχή εκείνη έτυχε να έχουμε στο σπίτι ένα πικάπ και κάποιους δίσκους. Οι περισσότεροι δεν είχαν. Μιλάμε τώρα για τέλη δεκαετίας του 1950-αρχές του 1960. Ο πατέρας μου δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με τη μουσική, αλλά αγόραζε ένα-δυο πραγματάκια, έτσι για να υπάρχουν, όπως για παράδειγμα το single της “Συννεφιασμένης Κυριακής”. Από την πίσω πλευρά είχε ένα οργανικό θεσσαλικό, το οποίο μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση. Θυμάμαι επίσης το “Νιάου Νιάου Βρε Γατούλα” της Αλίκης Βουγιουκλάκη και κάτι ιταλικά της Caterina Valente και της Katerina Ranieri... Τα άκουγα όλα αυτά με την ίδια ευχαρίστηση. Οκτώ-δέκα χρονών ήμουν».

Στην εφηβεία ήρθε το ροκ;

«Το επόμενο σκίρτημα ήρθε το 1963-1964. Ήταν η εποχή που ξεκινούσαν οι Beatles. Στην Ελλάδα υπήρχε μια πολύ αρνητική δημοσιογραφία γι’ αυτούς. Δηλαδή λέγανε «τα κωλόπαιδα, οι αλήτες με τα μακριά μαλλιά» κ.λ.π. Εγώ 10-13 χρονών ήμουνα, δεν είχα λόγο να διαφωνήσω. Κάποια στιγμή όμως άρχισαν να μου αρέσουν τα τραγούδια αυτά. Άκουσα το “Road Runner” των Animals, ένα μυστήριο κομμάτι που είχε ένα riff πολύ γρατζουνιστό και αυτό ήταν η έναρξη της σχέσης μου με το ροκ, το 1964. Με τους Beatles είχα μια σχέση αγάπη-μίσους. Υπήρχαν και οι Stones που πουλούσαν επανάσταση. Οι Beatles δεν πουλούσαν επανάσταση, ή έτσι νόμιζα. Κάποια στιγμή τα πράγματα ήρθαν στη θέση τους. Πότε; Τέλη δεκαετίας του 1960».

Πότε ξεκινάς να γράφεις για μουσική;

«Φθινόπωρο του 1974, στο περιοδικό Ήχος. Υπήρχε μια συσσωρευμένη μουσική γνώση, εμπειρία και αγάπη, αλλά και μια δισκογραφία που ήταν στο τσακ να κάνει το άνοιγμά της στη διεθνή μουσική. Ως τότε, μόνο αν ένας δίσκος πήγαινε πάρα πολύ καλά στο εξωτερικό, οι εταιρίες παίρνανε το ρίσκο και τον έφερναν κι εδώ. Από το 1974 και μετά υπήρχε μια μεγαλύτερη διάχυση, δοκιμάζανε περισσότερα πράγματα».

Ας πάμε στις δισκοκριτικές. Αντικειμενική δισκοκριτική υπάρχει;

«Όχι. Και δεν πρέπει να υπάρχει. Να το εξηγήσω. Η κριτική είναι μια σύνθετη υπόθεση, πολύ πιο σύνθετη από άλλες μορφές γραφής. Γιατί; Διότι εν αντιθέσει με το μυθιστόρημα, που προϋποθέτει τη δυνατότητα του συγγραφέα να συλλαμβάνει εικόνες και να τις διαμορφώνει σε μια επίφαση εν δυνάμει υπαρκτή, και σε αντίθεση με το δοκίμιο – το οποίο είναι δεσμευμένο στο να ερευνά δεδομένα και να τα συνδυάζει για να εξάγει μια εικόνα – η δισκοκριτική πρέπει να τα συνδυάζει και τα δύο. Να εμπεριέχει το ταμπεραμέντο της γραφής, που είναι απαραίτητο για να υπάρχει μια επικοινωνία με τον αναγνώστη, αλλά και τη δοκιμιακής καταγωγής εμπεριστατωμένη άποψη. Δεν μπορείς να γράφεις ό,τι θες. Έχεις μπροστά σου ένα καλλιτεχνικό έργο, το οποίο έχει μια ιστορία: αν μιλάς π.χ. για ένα γκρουπ όπως οι Jethro Tull. Κι αν γράφεις για έναν νέο καλλιτέχνη, μπορεί να μην έχει ιστορία, έχει όμως μια συγκεκριμένη θέση στο σήμερα, η οποία συνυπολογίζεται σε σχέση με ό,τι άλλο συμβαίνει τη συγκεκριμένη αυτή περίοδο. Αυτά ανάγονται σε μία δοκιμιακή εκτίμηση του πράγματος».

Και πού μπαίνει η υποκειμενικότητα;

«Υπάρχει και μια τρίτη παράμετρος, πέρα από το ταμπεραμέντο της γραφής και τη δοκιμιακή αποτύπωση: Tο αν αυτό που είδες ή αυτό που άκουσες σου άρεσε. Και εδώ πάμε σε ένα πολύ ευαίσθητο σημείο. Φεύγουμε από το αντικειμενικό και βουλιάζουμε μέχρι το λαιμό στο υποκειμενικό. Το «μου άρεσε-δεν μου άρεσε» είναι τελείως κτηνώδες. Αποκτά όμως ουσία από τη στιγμή που έχεις πείσει τον αναγνώστη σου ότι η άποψή σου διαμορφώνεται επειδή συνηγορούν κάποιες συνθήκες. Μπορεί κάποιος να διαφωνεί συχνά μαζί σου. Αλλά συνεχίζει να σε διαβάζει επειδή τον έχεις πείσει με τον τρόπο που γράφεις. Βέβαια για να συνεχίσει πρέπει να έχει ακολουθήσει κάποιες υποδείξεις σου και να μην τον έχεις κρεμάσει. Ειδάλλως κάποια στιγμή θα σου πει «παράτα με ρε φίλε, έχω χαλάσει τόσα λεφτά και δεν έχω δει φως». Και εκεί τελειώνει και η καριέρα σου, τουλάχιστον ως προς το συγκεκριμένο αναγνώστη».

Έχω ακούσει για εσάς να λένε «γράφει εξαιρετικά, αλλά δεν καταλαβαίνω αν είναι καλός ο δίσκος ή όχι». Το έχω ακούσει και από συναδέλφους και από καλλιτέχνες…

«Επίτρεψέ μου να διαφωνήσω καθέτως ως προς αυτό. Πρωτ’ απ’ όλα έχω βαθμολογία. Δεύτερον, υποθέτω πως απευθύνομαι σε ανθρώπους που γνωρίζουν ανάγνωση. Ας σκεφτούν όλοι όσοι στο είπανε λοιπόν, κατά πόσο θα ήθελαν να έρθει κάποιος να τους πει: «Πάρτο, είναι καλό ρε μαλάκα». Ή «μην το πάρεις, είναι σκάρτο». Αυτό θέλουνε; Εγώ λέω πέντε πράγματα, θεωρούνται δεδομένα άλλα δεκαπέντε, υπονοούνται άλλα τριάντα και η φαντασία δουλεύει. Ιδίως στις μικρές κριτικές, οι οποίες είναι δεσμευμένες να μην πουν πολλά. Για μένα η μουσικοκριτική είναι μία βάση επικοινωνίας η οποία αν πείσει ότι βασίζεται σε μια γνώση και κυρίως σε ένα γούστο εμπεδωμένο και όχι αυτάρεσκο, οφείλει να προαγάγει την ιδέα ότι η μουσική δεν είναι καταναλωτικό προϊόν».

Εσύ από πού ενημερώνεσαι για μουσική σήμερα;

«Αγοράζω και ακούω. Δεν πολυδιαβάζω πλέον. Όχι ότι σνομπάρω, αλλά διαβάζω άλλα πράγματα, γιατί θέλω να καλλιεργήσω εκ παραλλήλου ένα άλλο επίπεδο σκέψης. Δε θα πω φιλοσοφικό, είναι βαριά λέξη, μου ξεφεύγει το βάρος της. Αλλά θέλω να αναπτύξω μια σχέση με τον πολιτισμό η οποία να πηγαίνει πέρα από τη μουσική και να βοηθήσω έτσι την έκφραση και το λεξιλόγιό μου, τη διατύπωση. Ό,τι να ‘’ναι διαβάζω, αρκεί να έχει κάποιο ενδιαφέρον. Σίγουρα πάντως δεν έχω διαβάσει Πάολο Κοέλο. Και ούτε πρόκειται».

Δεν έχεις αναπτύξει κάποιο ένστικτο που σε βοηθάει να καταλάβεις αν ένας δίσκος είναι καλός πριν καν τον ακούσεις;

«Δεν ποντάρω στο ένστικτο. Μία βάση για να καταλάβεις αν ένα cd σε ενδιαφέρει ή όχι είναι το εξώφυλλο. Ε λοιπόν σε διαβεβαιώνω ότι σε πολλές περιπτώσεις είναι παγίδα. Βλέπεις και λες «τι μαλάκας είναι ετούτος;», το βάζεις να το ακούσεις και παθαίνεις πλάκα. Κι έπειτα η ECM ήταν μια εταιρία που επέβαλε την αφαίρεση όσον αφορά την απεικόνιση στα εξώφυλλα. Εκεί παραλύεις εντελώς, έχεις μια περιγραφή έμμεση του περιεχομένου που μπορεί να είναι οτιδήποτε. Η γραφιστική τέχνη, είτε εμπνευσμένη είτε ανέμπνευστη, έχει χίλιους δυο τρόπους να σε παραπλανήσει».

Γιατί δεν άνθισε ποτέ η μουσική αρθρογραφία στην Ελλάδα;

«Ο κόσμος στην Ελλάδα δεν θεωρεί τη μουσική μια σοβαρή ιστορία. Οι περισσότεροι τη βλέπουν σαν έναν τρόπο να γεμίσεις τις ελεύθερες ώρες σου. Να χορέψεις, να γλεντήσεις στον γάμο κάποιου φίλου, ή να πας σε ένα κλαμπ να γίνεις ντέφι και στην καλύτερη περίπτωση να βγάλεις καμιά γκόμενα. Η μουσική έρχεται σαν τσόντα σε όλα αυτά, σαν βοήθημα, ποτέ δεν είναι στο επίκεντρο, ποτέ δεν είναι αυταξία. Πόσο μάλλον η κριτική προς τη μουσική. Αυτό ανάγεται σε μία γενικότερη πολιτισμική επιλογή ή μάλλον μη επιλογή, η οποία είναι και υπεύθυνη για την καθυστέρηση της χώρας αυτής όσον αφορά τη μουσική παραγωγή. Τοποθετείται στα μέσα του 19ου αιώνα και συνεχίζει απτόητη μέχρι σήμερα».

Αλήθεια πότε ξεκίνησαν να γράφονται μουσικοκριτικές;

«Όταν η Δύση αποφάσισε ότι πρέπει να δημιουργηθούν νέοι τρόποι επικοινωνίας των κοινοτήτων έξω από τις εκκλησίες. Τότε αξιοποιήθηκαν οι συναυλιακές αίθουσες και τα θέατρα. Αυτά τα θεάματα βέβαια ήταν προνόμιο της αριστοκρατίας γιατί μπορούσε και τα πλήρωνε. Μετά τη Γαλλική Επανάσταση του 1789 η μουσική εμπειρία πέρασε και στο λαό σαν μία κοινοτική εμπειρία κι έτσι δημιουργήθηκαν οι μουσικοκριτικές. Γιατί πια τα θεάματα απευθυνόταν σε απλούς ανθρώπους, οι οποίοι δεν ήταν δεδομένα γνώστες. Οι κριτικές λοιπόν ήταν για αυτούς μια μορφή ενημέρωσης και προστασίας. Στην Ελλάδα αυτές οι προτάσεις θεωρήθηκαν ξενόφερτες. Ας είναι καλά διάφοροι διανοούμενοι και διάφοροι Ελληναράδες, που έπεισαν τον κόσμο πως οτιδήποτε ήρθε από τους Βαυαρούς και έπειτα δεν έχει καμία σχέση με αυτό που είμαστε εμείς. Βέβαια το τι ακριβώς είμαστε εμείς έχει μείνει αδιευκρίνιστο».

Γνωρίζω πως έχεις σταματήσει να πηγαίνεις σε συναυλίες. Γιατί αυτό; Είναι θέμα ηλικίας;

«Για πολλούς λόγους. Μπορεί ένας από αυτούς να είναι η ηλικία. Αλλά ο βασικός είναι ότι ελάχιστοι πια πάνε σε μια συναυλία για να ακούσουν μουσική... Σκας λεφτά. Γιατί τα σκας; Για να ακούς τους άλλους να μιλάνε; Οι περισσότεροι πάνε για να τους δούνε οι άλλοι. Είχα πάει στο Bios μια φορά και σηκώθηκα κι έφυγα στη μέση της συναυλίας. Γινόταν χαμός από κάτω, δεν άκουγε κανένας».

Αυτό που λένε ότι όποιος ακούει όλη μέρα μουσική μπορεί να έχει προβλήματα ακοής ισχύει;

«Ξαναπές το γιατί δεν σε άκουσα (γέλια!). Εξαρτάται από την ένταση. Μία ώρα τη μέρα να ακούς, αν ακούς στην τσίτα μπορεί να την πάθεις τη ζημιά. Θα αντιδράσει ο οργανισμός σου. Εγώ δεν έχω πρόβλημα, το ελέγχω».

Ένας άνθρωπος που ακούει δεκαπέντε ώρες την ημέρα μουσική όπως εσύ, δεν είναι επικίνδυνο να χάσει την απόλαυσή της και την ουσία της;

«Θα σου πω. Εγώ τη μουσική δεν τη χρησιμοποιώ για απόλαυση. Τη χρησιμοποιώ για να ζήσω. Η μουσική είναι το περιβάλλον μου. Δεν κάνω ταξίδια… Δεν έχω αυτοκίνητο... Έχω όμως συνέχεια μπροστά μου ένα τοπίο το οποίο αλλάζει κάθε στιγμή. Έχω έναν ορίζοντα μέσα στον οποίο ζω και είναι ο ορίζοντας της μουσικής. Δεν είναι θέμα απόλαυσης, είναι θέμα αναπνοής».

Ποιο τραγούδι θα ήθελες να παιχτεί στην κηδεία σου;

«Καταρχάς δεν σκοπεύω να πεθάνω (γέλια!). Δεύτερον, σίγουρα δεν θα κάνω κηδεία. Αλλά αν με ρωτάς πιο είναι το πιο αγαπημένο μου τραγούδι, θα σου πω το “Strawberry Fields Forever” των Beatles. Χωρίς συζήτηση, δεν το σκέφτομαι καν».

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

Συνέντευξη Κόρε Ύδρο


από το FAQ65


Ο τραγουδιστής και συνθέτης των Κόρε Ύδρο, Παντελής Δημητριάδης μιλάει στο FAQ για το νέο άλμπουμ τους «Όλη η αλήθεια για τα παιδιά του ’78»


Το γεγονός ότι μείνατε πάλι δύο μέλη στο γκρουπ, όπως στην αρχή, έχει αλλάξει κάτι;
«Όσον αφορά τη δημιουργία των τραγουδιών και τις ηχογραφήσεις, όχι. Το πενταμελές σχήμα το φτιάξαμε για να κάνουμε live. Με τον ίδιο τρόπο δουλεύουμε πάντα. Εγώ γράφω τους στίχους και τη μουσική και μετά με τον Αλέξανδρο (σ.σ.: Μακρή) τα δουλεύουμε αρμονικά και ενορχηστρωτικά. Υπήρξαν και τραγούδια στα οποία έγραψε πρώτα ο Αλέξανδρος τη μουσική και εγώ έβαλα μετά τους στίχους. Η μόνη διαφορά είναι ότι στο “Όλη η αλήθεια για τα παιδιά του ’78” δεν ήταν πια μαζί μας κάποια παιδιά που είχαν παίξει κιθάρες στον προηγούμενο δίσκο. Τώρα σιγά σιγά φτιάχνουμε ένα νέο γκρουπ, για να κάνουμε κάποια live από Σεπτέμβρη. Δεν γνωρίζω ακόμα σε ποιο μέρος θα παίξουμε στην Αθήνα, αλλά θα κάνουμε τρία live: Αθήνα, Πάτρα και Θεσσαλονίκη».

Είχατε κάποιο άγχος να ανταποκριθείτε στις προσδοκίες του κοινού μετά την επιτυχία του «Φτηνή ποπ για την ελίτ»;
«Ναι, στην αρχή υπήρχε αλλά το ξεπεράσαμε όταν αρχίσαμε να αφοσιωνόμαστε στα τραγούδια. Προσωπικά πιστεύω ότι οι συνθέσεις αυτού του άλμπουμ είναι ανώτερες από εκείνες του προηγούμενου. Επίσης, στιχουργικά είναι πιο προσωπικό και βασίζεται σε έντονα προσωπικά μου βιώματα».

Οι ίδιοι ακούτε τους δίσκους σας όταν ολοκληρωθούν ή είναι μια επώδυνη διαδικασία;
«Τους πρώτους δύο δίσκους, το “Αν όλα τέλειωναν εδώ” και το “Φτηνή ποπ για την ελίτ”, τους είχα ακούσει πολύ. Διότι μεσολάβησε πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα από τη στιγμή που ολοκληρώθηκε η ηχογράφηση μέχρι την κυκλοφορία. Σ’ αυτό τον δίσκο, με το που παραδόθηκε το master, λίγες μέρες μετά κυκλοφόρησε και το άλμπουμ. Μία φορά πρόλαβα να το ακούσω. (γέλια) Όταν είχε κυκλοφορήσει η «Φτηνή ποπ…», είχα πάθει blackout και φοβόμουνα να το ακούσω. Αυτό το βρήκα στο Internet ως “success phobia”. Μάλλον ήταν συνέπεια της μεγάλης προβολής που δέχτηκε ο δίσκος πριν καν βγει στα δισκοπωλεία».

Στο myspace ανεβάζετε κάθε χρόνο τα αγαπημένα σας άλμπουμ της χρονιάς. Φέτος ποια έχετε ξεχωρίσει μέχρι τώρα;
«Από ελληνικά για μένα ο δίσκος της χρονιάς είναι ο δίσκος του The Boy. Είναι συγκλονιστικός, ένας από τους καλύτερους ελληνικούς δίσκους όλων των εποχών. Από ξένα μου άρεσε πάρα πολύ το τελευταίο του Μόρισεϊ, που τον παρακολουθώ στενά. Πολλοί με περνάνε για τρελό, αλλά θεωρώ πως είναι το καλύτερο άλμπουμ που έχει βγάλει».

Ποια είναι η ομορφότερη εμπειρία που έχετε ζήσει μέχρι σήμερα με τους Κόρε Ύδρο;
«Α, είναι πάρα πολλές... Αν διάλεγα μία, θα σου έλεγα τη μιάμιση ώρα που περάσαμε στη σκηνή του Μύλου στη Θεσσαλονίκη τον Μάιο του 2007. Ήταν το πιο ένθερμο κοινό που είχαμε ποτέ σε συναυλία και η ατμόσφαιρα ήταν πολύ όμορφη συγκινησιακά. Είναι μια βραδιά που δεν θα ξεχάσω ποτέ».

O Σταμάτης Κραουνάκης για το Δοχό, στην Καρίτσα Λάρισας



από το FAQ65






- Το μέρος μού το αποκάλυψαν ο Γεωργελές κι ο Τσιτσόπουλος και η Έλλη Μπουμπουρή. Η οικογένεια Γεωργίου και Στέλλας Μπούτου και τα τέκνα Δημήτριος και Βιργινία –τέσσερα αστέρια κι ένα το τοπίο πέντε– με προσωπική φροντίδα έχτισαν το υποδειγματικό φιλοξενητήριο Δοχός. Οι άνθρωποι είναι το πρώτο. Άμα δεν σε γουστάρουνε –σε καταλαβαίνουν κι από τη φωνή–, ξέχνα το.


- Από τα μπαλκόνια του βλέπεις όλο το βόρειο Αιγαίο κι αριστερά τη δύση στον Όλυμπο. Έχεις για την πάρτη σου 60 χλμ. παραλία να αράξεις – από ξεμοναχιασμένα λιμανάκια ξεβράξ έως σικ κι από Δέλτα Πηνειού... οικισμός Αλεξανδρινή (περνάς τον θεϊκό βιότοπο του Στομίου και βρίσκεις την Αλεξανδρινή) ή πας αριστερά ακόμα πιο κοντά στην εκβολή.


- Άμα έχει κύμα την έβαψες... Είναι πέλαγο, μην ξανοίγεσαι, κάνε μπλουμ κι όξω... Άμμος θεϊκή άσπρη, γλαρόνια, τα παιδιά στο παράνομο πλην νόμιμο μπιτς μπαρ –έτσι κι αλλιώς όλος ο οικισμός είναι παράνομος αλλά κάνουν οι αρχές μόκο για να μη χάνουν ψήφους, σούπερ η εκδίκηση του έρημου πολίτη–, τέλεια, ευγενικά και ωραία μουσική. Γενικά, την ακτή αυτή την ψιλοσνομπάρουν οι Λαρισαίοι, εκτός απ’ όσους έχουν εδώ εξοχικά.


- Απάνω στον Δοχό έχει πισινούλα για βουτιά πρωινή. Βόλτα στο κτήμα, βόλτα στο βουνό, σ’ αφήνω να ψαχτείς... Φεστιβάλ Δοχού. Πέμπτη σινεμαδάκι στη μεγάλη πανόραμα βεράντα, θεατράκι πεντακοσάρι στην πλαγιά με φόντο το πέλαγο, θεατή μου! Έχουμε παίξει σχεδόν όλοι. Κι όσοι δεν τα βρίσκουν στα λεφτά με τους Μπούτους να αλλάξουν μάνατζερ. Ο δαιμόνιος Μπούτος τζούνιορ κλείνει Άντονι και Γκόταν Πρότζεκτ. Ο Παπακωνσταντίνου είναι συγχωριανός, δεν παίρνει φράγκα, εγώ τους γουστάρω, δεν… Ο Χαρούλης είναι εδώ αραχτός όταν δεν παίζει χειμώνα καλοκαίρι. Ο Μάλαμας περνάει οπωσδήποτε, ο Διονύσης (σ.σ.: Τσακνής) ήρθε, ο Θάνος (σ.σ.: Μικρούτσικος) ήρθε κι οι πιο πολλοί πάμε και παίζουμε από καύλα. Κανονικά θα ’πρεπε να σπονσοράρει η Νομαρχία, που ένας ιδιώτης κάνει μουσικές στην πλαγιά, αλλά η Νομαρχία, όπως όλες, τον παίζει μακάβρια.


- Πάω κάθε χρόνο έναν μήνα κι αλλάζω αέρα. Εδώ έγραψα τα «Φεγγάρια σκοτεινά», ένα ερωτικό της Νόνικας. Τζαμάραμε υπό καταιγίδα με Λειβαδά και άπειρη τσιπουροποσία στην υπόγα. Είδα τη Βαγενά, τον Γιάννη Κοντό κι άλλους στάνταρ κάθε χρόνο. Μπιρίμπες θεϊκές με ντόπιο παράγοντα, κλείνονται καρέ επιτόπου με δηλώσεις συμμετοχής. Παίζει παντού ωραία μουσική και πολύ δεύτερο πρόγραμμα. Ίντερνετ δυνατό δεν έχει – πάρε καμιά USB. Στη χειρότερη, γάμα και το κομπιούτερ καμιά δεκαριά μέρες.


- Ντισκάβερ Μπουτέικο. Λέει μόνο για μυημένους, οι lifestyle μην μπείτε στον κόπο, θα σας ξεράσει το μέρος. Φιλιά.

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2009

Σαββόπουλος

Με το Νίκο Παπάζογλου

Με το Τζίμη Πανούση


Με Λάντσια και Κιουρτσόγλου


Με το Μάνο Χατζιδάκι


Με τη Λένα Πλάτωνος, φωτό από τον bosko


Με το Θανάση Παπακωνσταντίνου





Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2009

Ο Xάκος Περβανίδης μιλάει για τις μπάντες του φετινού Rocking Athens Festival


από το FAQ 64


- Τους Heaven & Hell τους έχω δει και στην Ελλάδα, και στο εξωτερικό. Ήταν και οι δύο εμπειρίες πολύ έντονες, γιατί έχω μεγαλώσει με τα άλμπουμ τους. Ξέρω πως όσες φορές κι αν τους ξαναδώ στο μέλλον, θα είναι για μένα πολύ συγκινητικό. Όλα αυτά τα είκοσι πέντε χρόνια που ασχολούμαι με αυτήν τη μουσική, οι εικόνες αυτές έρχονται συχνά μέσα στο κεφάλι μου και κόβουν βόλτες. Πάντως, κακώς δεν έχουν διατηρήσει την επωνυμία Black Sabbath – υπάρχουν νομικά προβλήματα απ’ όσο ξέρω. Σε πρόσφατο δημοψήφισμα του περιοδικού «Metal Hammer», στο οποίο είμαι και αρχισυντάκτης, οι δίσκοι του Ντίο βρέθηκαν σε υψηλότερη θέση από εκείνους του Όζι. Αυτό λέει πολλά.

- Με τους Blind Guardian δεν είμαι ιδιαίτερα δεμένος. Είναι όμως ένα συγκρότημα που παρακολουθώ πάντα με ενδιαφέρον, γιατί συνδυάζει πολύ όμορφα τη φολκ με το metal. Νομίζω όμως πως αφορούν λίγο πιο νεαρά παιδιά από μένα. (γέλια)

- Οι Testament είναι ένα γκρουπ που αγαπάω πολύ και τους παρακολουθώ από την πρώτη μέρα που κυκλοφόρησαν δίσκο. Αποτελούν την απόδειξη ότι ακόμα και αν είσαι εμφανισιακά και μουσικά ακραίος, μπορείς να έχεις και ποιότητα. Όταν τους βλέπω, νιώθω περήφανος που είμαι χεβιμεταλάς.

- Τους Gojira δεν τους έχω δει γιατί είναι σχετικά καινούργιοι. Έρχονται πρώτη φορά στην Ελλάδα και στο εξωτερικό δεν τους έχω πετύχει πουθενά. Τους περιμένω με μεγάλο ενδιαφέρον.

- Οι Mencea και οι Descending είναι γκρουπ που έχουν καταφέρει να υπογράψουν με αξιόλογες εταιρείες του εξωτερικού. Δουλεύουν πολύ σοβαρά και σίγουρα δεν παίζουν για την πλάκα τους.

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2009

Διονύσης Σαββόπουλος - Το κούρεμα


Ένα εξαιρετικό κείμενο από τον Αλέξη Βούκαλη, που δημοσιεύτηκε στο avopolis.gr/greek


Ήταν καλοκαίρι του 1989 όταν ο Διονύσης Σαββόπουλος κυκλοφόρησε τον πιο αμφιλεγόμενο και μάλλον λιγότερο πετυχημένο εμπορικά δίσκο της καριέρας του. Είκοσι χρόνια μετά ούτε ο δημιουργός του, ούτε και κανείς άλλος δείχνει να έχει τη διάθεση να γιορτάσει τούτη την επέτειο. Όχι άδικα, μιας και για τους περισσότερους η εποχή εκείνη, με όλα της τα συμφραζόμενα, παραπέμπει σ' ένα καθεστώς βαθιάς παρακμής για το νεοελληνικό κράτος, ενώ για τον Σαββόπουλο μένει να θυμίζει την απαξίωσή του από τους πιο πολλούς θαυμαστές και πρώην συντρόφους του και την αρχή ενός εξαιρετικά δύσκολου (όπως έχει ο ίδιος διηγηθεί) διαστήματος για την επαγγελματική του πορεία. Αφορμή για το τελευταίο στάθηκε αυτό το δισκάκι με τα μόλις οκτώ τραγούδια, που ήταν όμως αρκετά για να ξεσηκώσουν θύελλα αντιδράσεων.
Παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή ας θυμηθούμε τηλεγραφικά την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα εκείνης της εποχής· οι τεράστιες προσδοκίες που είχε φέρει ο αέρας της «Αλλαγής» στο μεγαλύτερο και πιο καταπιεσμένο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας στις αρχές της δεκαετίας του 1980, έμοιαζαν να διαψεύδονται οικτρά στα τέλη της ίδιας δεκαετίας. Τα οικονομικά και ροζ σκάνδαλα, ο κίτρινος τύπος, το πολιτικό χάος και η διαφθορά σε όλα τα επίπεδα, σε συνδυασμό με τον διχασμό και την άθλια αισθητική της εποχής είχαν φέρει θυμό, απογοήτευση και θλίψη σε όσους πίστεψαν με αθωότητα, ίσως και αφέλεια, στο όραμα του σοσιαλισμού, καθώς και γενικότερη ασφυξία σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο.

Μέσα σ' αυτές, πάνω-κάτω, τις συνθήκε κυκλοφόρησε το Κούρεμα κι ενώ ο Σαββόπουλος επαγγελματικά ερχόταν από μάλλον ευδαιμονικές συγκυρίες. Έχοντας ελάχιστα κοπάσει η επιτυχία από το υπερβολικά δημοφιλές Τραπεζάκια Έξω έξι χρόνια πριν και από τη μεγαλοπρεπή συναυλία στο Ολυμπιακό Στάδιο (την οποία εδώ φτάνει να χαρακτηρίσει, ούτε λίγο ούτε πολύ, ως το απόλυτο κενό) και δύο μόλις χρόνια έπειτα από την ολοκλήρωση της εξίσου επιτυχημένης τηλεοπτικής του εκπομπής Ζήτω Το Ελληνικό Τραγούδι, το Κούρεμα βρήκε τον Σαββόπουλο σε μια αναπάντεχα κακή διάθεση. Η βαρυθυμία του αυτή διατυπώνεται ρητώς από την πρώτη κιόλας στιγμή: «Μην περιμένετε αστειάκια και σάτιρες/ γνωστοί μου ξένοι/ για τις κλοπές του Κοσκωτά/ για του αρχηγού την ερωμένη» ξεκόβει αυστηρά στους ακροατές του (με τη γλυκιά μελωδία και τη φωνή της Ελευθερίας Αρβανιτάκη να προσπαθούν να απαλύνουν κάπως το κλίμα). Κι όσο κι αν η παραπάνω φράση μεταφέρει εύστοχα την αίσθηση της εποχής, οι επόμενοι στίχοι μοιάζουν να χάνουν τον στόχο, κάνοντας μια εντελώς αψυχολόγητη και άδικη επίθεση στη σάτιρα και τους σατιρικούς καλλιτέχνες εν γένει: «Σ' αυτά διαπρέπουν κάτι ατσίδες/ κάτι μίμοι, κάτι νάνοι/ στα ρεζιλίκια μας τοκίζοντας/ κανείς ποτέ δε χάνει». Αυτό το σχήμα της εύλογης διαπίστωσης και της αυθαίρετης προέκτασης επικρατεί σε ιδιαιτέρως γενικευμένο βαθμό σ’ ολόκληρο το άλμπουμ, προσφέροντας μεν κάποιες απίστευτα οξυδερκείς πολιτικές παρατηρήσεις («ήμασταν πάντοτε μιας ήττας που νικάει την εξουσία/ και ξαφνικά μας παρεδόθη αληθινά, τι τραγωδία»), αλλά και κάποιες άλλες που θα εξετάσουμε παρακάτω, με φανερή την απουσία μιας ψύχραιμης, λόγω οργής, θεώρησης.

Η οργή αυτή γίνεται η αιτία για μερικές απ' τις πιο άμεσες καταθέσεις του Σαββόπουλου στη μέχρι τότε καριέρα του. Πράγματι τα περισσότερα τραγούδια εδώ αποτελούν ευθείες καταγγελίες ενώ απουσιάζουν από αυτά κάποια συνήθη χαρακτηριστικά του τραγουδοποιού, όπως η ποιητικότητα κι ο υπαινιγμός. Χαρακτηριστικά στο τραγούδι με τον τίτλο "Κωλοέλληνες", εντελώς αντιποιητικά και δίχως κανένα τακτ, τα «χώνει» συνολικά σ' έναν λαό που, κατά τη γνώμη του, ανέχεται ή και στηρίζει την πορεία του κράτους προς την κατάρρευση («πέντε αιώνες δύσης εθνικής/ θα ζήσεις από 'δω και μπρος»), έχοντας απομακρυνθεί «απ’ ό,τι ελληνικό στον κόσμο αυτό». Παράλληλα δεν παραλείπει να ξεδιπλώσει και το όραμα που είχε αρχίσει να διαφαίνεται από παλαιότερα για τους «Πανέλληνές» του, αλλά κι άλλες εθνικές ακροβασίες, οι οποίες τον απομακρύνουν ακόμα περισσότερο απ’ τον παλιό του, καλλιτεχνικό, εαυτό.

Στο Κούρεμα όμως δεν εκφράζεται μονάχα οργή και απογοήτευση. Κάτι τέτοιο θα παραήταν απλοϊκό για έναν δημιουργό της αξίας του Σαββόπουλου. Πάνω απ' όλα το Κούρεμα αποτελεί μια ουσιαστική και τολμηρότατη αυτοκριτική κι ένα προσωπικό «ξεγύμνωμα» του ίδιου και της γενιάς του. Το εξώφυλλο άλλωστε δεν αποτελεί παρά μια εικονογράφηση του στίχου «Μα εμείς που είμαστε οι ίδιοι ποιητές πώς να κρυφτούμε/ οι κουρεμένοι επαναστάτες τι να πούμε». Αυτός ο σκεπτικισμός για την ευθύνη των διανοουμένων, των οραματιστών και των εν γένει επαναστατών στη διαμόρφωση μιας κοινωνίας ίδιας, ή και χειρότερης, μ' αυτή που αντιμάχονται είναι που νοηματοδοτεί και δικαιώνει το Κούρεμα. Έτσι, απέναντι στους φρικαλέους «τσιφτετέλληνες», ο Σαββόπουλος παρατάσσει ευφυώς τους Εκδρομείς του '60 ("Εμείς του '60"), αυτόν και τη γενιά του δηλαδή, που, όσο κι αν απέτυχαν να υλοποιήσουν τα οράματά τους, ακόμα κι αν ήταν οι ίδιοι που «εμφυσήσανε το νέφος που εντός του επωάστηκαν όλοι αυτοί», κατάφεραν εν τέλει να μείνουν «αμόλυντοι απ' το (εκάστοτε) καθεστώς» και να υπάρχουν ακόμα και να ονειρεύονται «τη γη του θησαυρού, τους τίτλους του ουρανού, το αίμα του Θεού».

Το "Μητσοτάκ" και το "Ο Γιος Μου Πάει Στον Στρατό" υπήρξαν αντίθετα οι δύο βασικοί λόγοι για την απαξίωση του Κουρέματος και για τις πιο πολλές αντιδράσεις φίλων και εχθρών. Στο πρώτο ο Σαββόπουλος σοκάρει τους πάντες προσφέροντας την υποστήριξή του στον αρχηγό της δεξιάς παράταξης, ως μία κίνηση τακτικής (όπως το έθεσε ο ίδιος τουλάχιστον) με απώτερο στόχο την απομάκρυνση του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου. Αντι-πολιτική την ονομάζει αυτή την κίνηση κι όσο απλοϊκή κι αν είναι η λογική του λιγότερο κακού, το τραγούδι αυτό φαντάζει σήμερα ως ένας προάγγελος της μετέπειτα καταπράυνσης των εθνικών μας διχασμών και της απομυθοποίησης των «μεγάλων» ηγετών. Το "Ο Γιος Μου Πάει Στον Στρατό", από την άλλη, είναι μια τελείως διαφορετική ιστορία, αφού το ατόπημα του δημιουργού δείχνει μεγαλύτερο. Με αφορμή τη στράτευση του γιου του, ο Σαββόπουλος ανακαλεί στη μνήμη τη δική του περίπτωση, της απαλλαγής από τη στρατιωτική θητεία με τη γνωστή μέθοδο του «Ι5 ψυχολογικό». Μόνο που τώρα δηλώνει μετανιωμένος γι’ αυτή του την απόφαση. Κι όσο κι αν προσπαθεί να το αιτιολογήσει με κουτά επιχειρήματα («είναι στιγμές που αμφισβητώ/ τον ίδιο μου τον ανδρισμό»), μπορεί κανείς εύκολα να εντοπίσει ότι, πίσω από τη χοντροκομμένη του μεταμέλεια, κρύβεται και πάλι το σθεναρό του μένος για τον τότε πρωθυπουργό, με τον οποίο η επικαιρότητα της εποχής τον είχε φέρει να βρίσκεται στο ίδιο γκρουπ, αυτό των τεχνηέντως απαλλαχθέντων από την υποχρεωτική στράτευση. Η εμμονή του αυτή όμως τυφλώνει τον Σαββόπουλο και τον κάνει να μη μπορεί να δει ότι μ’ αυτό του το τραγούδι αδικεί και προσβάλλει βάναυσα μια σειρά ανθρώπων οι οποίοι μέσα στα χρόνια αρνήθηκαν συνειδητά τη στράτευση για λόγους πολιτικούς, ιδεολογικούς και ανθρωπιστικούς, πληρώνοντας αυτή τους την απόφαση με τεράστιο προσωπικό και κοινωνικό κόστος. Ακόμα κι εκεί όμως που αραδιάζει ανοησίες – όπως όταν ζητάει απ' το Πεντάγωνο να τον καλέσει ξανά για να υπηρετήσει τη θητεία που είχε με δόλο αποφύγει (αν ο στρατός διέθετε την παραμικρή αίσθηση χιούμορ θα είχε δεχτεί την πρό(σ)κληση και θα είχαμε ζήσει σκηνές απείρου κάλλους), καταλήγει στο τέλος μ' ένα μαγευτικό τετράστιχο για το δια βίου χρέος του καλλιτέχνη στην κοινωνία. Το οποίο έρχεται να θυμίσει το τεράστιο μέγεθος του ταλέντου του.

Η αίσθηση αυτού του χρέους είναι τελικά που οδηγεί τον Σαββόπουλο να εκτεθεί με αυτό το άλμπουμ συνειδητά και θαρραλέα μπροστά στο κοινό, «θυσιάζοντας» τον ίδιο του τον εαυτό με έναν πρωτόγνωρο εικαστικά τρόπο. Το κόψιμο των γενιών και των μακριών μαλλιών, σήμα κατατεθέν του ίδιου αλλά και της αντισυμβατικότητας μιας ολόκληρης εποχής, έρχεται να σημάνει την παραδοχή της ήττας, αλλά και την εκούσια ανάληψη μιας ευθύνης μεγαλύτερης ίσως απ’ όσης του αναλογεί. Θέλησε επί τοις ουσίας ο Σαββόπουλος να χρησιμοποιήσει το κουρεμένο του πρόσωπο ως έναν καθρέφτη που θα φανερώνει στην κοινωνία τον δικό της άσχημο και συμβιβασμένο εαυτό, χωρίς να της στερεί ωστόσο και την ελπίδα μιας διεξόδου («Τα ίδια λάθη έχουμε κάνει εσείς κι εγώ τα ίδια λάθη/ μα η έφοδός μας προς το φως, στολίδια έχει αυτά τα λάθη»). Σαφώς και οι αφορμές που υπήρχαν στο Κούρεμα για επικρίσεις δεν ήταν λίγες και οι πολιτικές παλινδρομήσεις του δεν θα μπορούσαν να συγχωρεθούν εύκολα με τα δεδομένα της εποχής, αλλά αυτό που έκανε το άλμπουμ τόσο έντονα αντι-δημοφιλές ήταν, έχω την αίσθηση, η ωμότητα που χρησιμοποίησε ο Σαββόπουλος για να εκφράσει τις αλήθειες του. Δεν είναι λίγο σε ακροατές οι οποίοι έχουν καλομάθει με κανακέματα του τύπου «Εθνική Ελλάδος γεια σου!» να ψέγονται τώρα ξαφνικά ως «κωλοέλληνες».

Το μεγαλύτερο όμως «αμάρτημα» του Σαββόπουλου ήταν ότι χάριν αυτής της ωμότητας και του πάθους του να εκφράσει τα όσα ήθελε παραγκώνισε και σε κάποιες περιπτώσεις εγκατέλειψε εντελώς τη μούσα του (όπως στο "Η Αποτυχία Της Αριστεράς", όπου, πίσω απ’ τον βαρύγδουπο τίτλο, κρύβεται μια ακόμα, όχι ιδιαίτερα εμπνευσμένη, έκφραση δυσαρέσκειας για την τότε κυβέρνηση). Γι' αυτό και το Κούρεμα θεωρείται ίσως ο χειρότερος δίσκος της, σπουδαίας, καριέρας του, έστω κι αν οι σκέψεις που εμπεριέχονται σ' αυτόν, η πληθώρα αναφορών και συνδηλώσεων, μόνο αδιάφορο δεν τον αφήνουν να γίνει. Μη Πετάξεις Τίποτα θα βιαστεί να δηλώσει λίγα χρόνια αργότερα κι εμείς θα έρθουμε να συμφωνήσουμε μαζί του. Εξάλλου με το "Καλοκαίρι", το τελευταίο τραγούδι του δίσκου, αποδεικνύει ότι η μούσα του είναι ακόμα παρούσα. Σκορπώντας εικόνες, ήχους κι εντυπώσεις μ' έναν έξοχα κινηματογραφικό τρόπο, κλείνει έναν ακραία πολιτικό δίσκο με έναν γλυκόπικρο, προσωπικό τόνο, γιορτάζοντας το καλοκαίρι και θρηνώντας τον χαμό του, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα τον αμετάκλητο ερχομό και της δικής του ωριμότητας.

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2009

Τρίτη, 7 Ιουλίου 2009

The sound of the city 4


Etten

Έφυγε από τους Film, ολοκλήρωσε με επιτυχία τις παραστάσεις με τη Λένα Πλάτωνος στο Κύτταρο και τώρα ανοίγει πανιά σόλο, κυκλοφορώντας το ντεμπούτο άλμπουμ της

Τι σε έκανε να απομακρυνθείς από τους Film και πόσο διαφορετικό είναι να λειτουργεί κανείς σόλο;
«Τα συγκροτήματα είναι ένα σύνολο ανθρώπων. Οι άνθρωποι αλλάζουν, επηρεάζονται, εξελίσσονται κι αυτό είναι κάτι αναμενόμενο. Κάποια στιγμή έγινε πολύ αισθητή η ανάγκη μας να ακολουθήσουμε διαφορετικές μουσικές πορείες. Πάντα ήθελα να κάνω δικά μου πράγματα. Βέβαια το να δουλεύεις σόλο δεν σημαίνει ότι δουλεύεις μόνος σου, έχω κάποιους στενούς συνεργάτες. Η διαφορά είναι ότι τώρα έχω μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης, αυτοσχεδιάζω πάρα πολύ και, το πιο σημαντικό απ’ όλα, η μουσική που γράφω “φυτρώνει” από μέσα μου και δεν έχω καμία διάθεση να της κλαδέψω ούτε ένα φυλλαράκι».

Πώς έτυχε να συνεργαστείς με τη Λένα Πλάτωνος;
«Η Λένα έγραψε ένα κομμάτι με αγγλικό στίχο, το “Redrosy”, και ο συνεργάτης της, Στέργιος Τσιρλιάγκος, μας έφερε σε επαφή προκειμένου να το ερμηνεύσω. Έπαθα πλάκα, γιατί τη λατρεύω. Πήγα στο στούντιο στο σπίτι της και όλα βγήκαν πολύ φυσικά. Στη συνέχεια μου πρότεινε να συμμετέχω στις παραστάσεις της στο Κύτταρο. Όλο αυτό που μου έχει συμβεί με τη Λένα είναι σίγουρα μία από τις σημαντικότερες εμπειρίες που έχω ζήσει».

Σε ποιους δρόμους θα κινηθεί το πρώτο σου CD;
«Όταν άρχισα να δημιουργώ μόνη μου, ανακάλυψα ότι υπάρχει μέσα μου ένα μαγικό κουτί γεμάτο από εικόνες, μελωδίες, φράσεις, συναισθήματα που ανυπομονούσαν να μεταμορφωθούν σε τραγούδια. Για μένα, ο καλύτερος τρόπος για να γίνει αυτό ήταν η χρήση ηλεκτρονικών ήχων κυρίως, πλεγμένων με κάποια φυσικά όργανα και τυχαίους φυσικούς ήχους. Έκλεινα τα μάτια μου και ακούγοντας τη μουσική απλά άφηνα τη φωνή μου να λειτουργήσει όπως ένα μολύβι στην αυτόματη γραφή».

Μπορεί ένας κάτοικος της Αθήνας που δεν έχει πολλά χρήματα να ζήσει με στυλ;
«Όταν δεν έχεις χρήματα και μέσα γίνεσαι πιο εφευρετικός, οπότε και πιο πρωτότυπος. Υπάρχουν τόσο πολλές επιλογές, όπως ανακυκλωμένα ρούχα και αντισυμβατικά κοσμήματα, κατασκευασμένα από ό,τι υλικό βρεις μπροστά σου. Κατά κάποιον τρόπο, είναι πιο ενδιαφέρον να σου λείπουν κάποια πράγματα και να τα συμπληρώνεις με τη φαντασία σου!».

Τhe sound of the city 3


Sugahspank!



Αν και γέννημα-θρέμμα Πειραιώτισσα, η σημαντικότερη εγχώρια εκπρόσωπος της «μαύρης» μουσικής έχει κάτι από το ταμπεραμέντο και τη μαγκιά του αμερικανικού underground r ’n’ b

Πώς φτιάχτηκε το πρώτο σου άλμπουμ «The incredible / The invisible» και ποια ανταπόκριση έχει μέχρι τώρα;
«Το άλμπουμ φτιάχτηκε εξολοκλήρου στο σπίτι από εμένα, τον Blend και μερικούς φίλους μουσικούς. Ο Blend έφτιαχνε τα beats, εγώ τα άκουγα, έγραφα στίχους και κατευθείαν στήναμε μικρόφωνο... Να ’ναι καλά ο Τύπος και τα blogs, πήραμε υπέροχες κριτικές χωρίς να έχουμε κανένα “κονέ” ή εταιρεία να μας “σπρώχνει”. Μάλλον ο κόσμος το αγοράζει επειδή είναι underground προσπάθεια. Όλο αυτό με κάνει να αναρωτιέμαι γιατί δεν είχα βγάλει άλμπουμ νωρίτερα. Στην τελική, από τα δεκατέσσερά μου παίζω σε μπάντες. Μάλλον έχει να κάνει με τους ανθρώπους που συνεργάζεσαι».

Παίζεις συχνά με διαφορετικά σχήματα. Δεν ανησυχείς μήπως μπερδευτούν οι ακροατές σου;
«Πιστεύω ότι οι άνθρωποι που ακούν τη μουσική μου έχουν νοημοσύνη και μουσική παιδεία, οπότε μπορούν και να καταλάβουν την ανάγκη μου να παίζω διαφορετικά πράγματα, αλλά και να ξεχωρίσουν πόσο διαφορετικό είναι το καθετί. Απλά εδώ, λόγω της ελληνικής νοοτροπίας, δεν είναι συνηθισμένο να βλέπεις μουσικούς με ποικιλία ρεπερτορίου, ενώ στο εξωτερικό υπάρχουν και το βλέπουν, ας πούμε, σαν μια μορφή προσωπικού πειραματισμού. Πρέπει να περάσεις από πολλές σχολές για να καταλήξεις στο δικό σου ύφος».

Πόσο σημαντικό ρόλο παίζει η εμφάνιση σε μια κοπέλα που τραγουδάει;
«Δυστυχώς, πολύ σημαντικό. Έχει τύχει σε φίλη μου με φωνάρα να της πουν στα μούτρα “εσύ, κοπέλα μου, είσαι φοβερή τραγουδίστρια και θα σε έπαιρνα στο μαγαζί μου, αν δεν ήσουν τόσο χοντρή”. Από την άλλη, φαντάσου τι μαγαζί θα ήταν αυτό. Εννοείται ότι αν έχεις ταλέντο, τους γράφεις όλους και τη βρίσκεις την άκρη. Και μπορείς να παρουσιάσεις την όποια ατέλεια ως ατού σου, βλέπε Μπεθ Ντίτο ή Έιμι Γουάινχαουζ. Γενικά νομίζω ότι στη σόουμπιζ μετράει πολύ περισσότερο το προσωπικό στυλ, είναι πολύ εύκολο πλέον να είσαι ωραία, αλλά πολύ πιο σπάνιο να είσαι διαφορετική».

Μπορεί ένα μουσικό ύφος να επιζήσει αν δεν συνοδεύεται και από ανάλογες ενδυματολογικές προτάσεις;
«Συνήθως κάθε μουσική συνοδεύεται από έναν τρόπο ζωής και σκέψης, οπότε το ντύσιμο διαμορφώνεται ανάλογα. Βέβαια έχει να κάνει και με τον χαρακτήρα του μουσικού, ο οποίος μπορεί να είναι μια στυλιστική πρόταση από μόνος του. Θέλοντας και μη, ένας μουσικός έχει πάντα ιδιαίτερο ντύσιμο, ακόμη κι αν είναι κακόγουστος, λόγω τρόπου ζωής, ψώνιου ή λόξας. Αλλά κυρίως λόγω attitude. Αλλιώς φοράει το μαύρο κοστούμι ένας τραπεζικός υπάλληλος και αλλιώς ο Νικ Κέιβ. Στυλ μπορεί να βγάλει ακόμα και η φλέβα που πετάει στο χέρι του κιθαρίστα, κι αυτό είναι που δεν αντιγράφεται με τίποτα!».

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2009

The sound of the city 2



Κωστής Μαραβέγιας


Πάντρεψε τον ελληνικό στίχο με ξενόφερτους ρυθμούς και το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά από επιτυχημένες παραστάσεις. Τώρα ετοιμάζει τη δεύτερη δουλειά του, κάνοντας μια στάση στο Κηποθέατρο Παπάγου

Πώς έγινε η μετάβαση από τα φεστιβάλ της Ιταλίας στο Ηρώδειο με τον Σαββόπουλο;
«Κάθε εμφάνιση και συναυλία έχει τη διαφορετικότητα και τη μοναδικότητά της. Άλλο να παίζεις σε ένα υπόγειο πρώην εργοστάσιο επίπλων στο Βερολίνο με την μπάντα σου, άλλο στο Ηρώδειο με τον Σαββόπουλο και άλλο στην Κωνσταντινούπολη με Καλαντζόπουλο και Ρεμπούτσικα. Το κάθε live είναι μια ξεχωριστή και ανεπανάληπτη εμπειρία. Πάντως, τα χρόνια της Ιταλίας τα αναπολώ και τα νοσταλγώ πολύ συχνά. Ήταν η πρώτη μου συναυλιακή εμπειρία και μάλιστα σε μια καινούργια για μένα χώρα, γλώσσα και κουλτούρα».

Ο συνδυασμός των διαφορετικών στυλ στη μουσική σoυ γίνεται συνειδητά και με προσπάθεια ή προκύπτει αβίαστα;
«Συνειδητά, αλλά χωρίς προσπάθεια, σχεδόν αβίαστα. Μου αρέσει να ανακατεύω είδη και στυλ στη μουσική, ακόμη και να μπλέκω διαφορετικές μορφές τέχνης: θέατρο στο τραγούδι, πρόζα στη σκηνή. Η μουσική και τα τραγούδια μου γεννιούνται μέσα από το ταξίδι, ξεκινούν και καταλήγουν στον δρόμο».

Είναι δύσκολο στην Ελλάδα να ζει κάποιος αποκλειστικά από τη μουσική;
«Όσο δύσκολο είναι να ζει κάποιος μεγαλομανής και νεόπλουτος, που ο παχυλός μισθός του, για παράδειγμα ενός διευθυντή τράπεζας, δεν του φτάνει να καλύπτει τα περιττά έξοδα. Όλα εξαρτώνται από τον τρόπο ζωής μας και από τις ανάγκες που δημιουργούμε. Αν είσαι ολιγαρκής και συνετός στην κατανάλωση, ναι, μπορείς να ζήσεις. Εξάλλου δεν είναι λίγο να ταξιδεύεις, να τρως καλά και να πληρώνεσαι. Αυτό είναι δώρο. Το να ζεις από τη μουσική είναι δώρο».

Για ποιους έλληνες και ξένους τραγουδοποιούς τρέφεις τη μεγαλύτερη εκτίμηση;
«Τομ Γουέιτς, Πάολο Κόντε, Βινίσιο Καποσέλα, Λέοναρντ Κοέν και αρκετούς άλλους τροβαδούρους που θα μπορούσα να αναφέρω, αλλά μάλλον θα βαρεθείς να με ακούς. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών είναι ότι έχουν όχι άρτιες αλλά μάλλον τσαλακωμένες φωνές, μποέμ διάθεση, ευρηματικότητα και χιούμορ».

Ετοιμάζεις καινούργια τραγούδια;
«Επειδή προέκυψαν πολλά live και πολλές μετακινήσεις σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, ασχολούμαι με τα τραγούδια τώρα που κατάφερα να βρω λίγο χρόνο. Ελπίζω μέχρι τον Σεπτέμβρη να έχει βγει η καινούργια μου δουλειά».

The sound of the city

4 συνεντεύξεις από το περιοδικό FAQ STYLE



Monika



Η 24χρονη τραγουδοποιός που έφερε τα πάνω κάτω στην ελληνική σκηνή ξεπερνά σιγά σιγά το άγχος του πρωτάρη – και το αντικαθιστά με το άγχος του καλλιτέχνη που θέλει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του κοινού!

Έχεις αποκτήσει πια μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στη σκηνή ή διατηρείς ακόμα το άγχος που είχε εκείνο το κοριτσάκι στο Μικρό Μουσικό Θέατρο;
«Χα! Καλά, είχες έρθει σ’ εκείνη την “πρώτη” συναυλία; Τι νύχτα κι αυτή... Μεγάλη ιστορία. Τέλος πάντων. Ένα τόσο δα άγχος πάντα θα το έχω, νομίζω. Αλλά για διαφορετικό λόγο πλέον. Όσον αφορά τη μουσική, δεν έχω πρόβλημα, λάθη πάντα μπορεί να συμβούν κι αν είμαστε χαλαροί πάνω στη σκηνή θα τα λύσουμε εύκολα. Το θέμα μου είναι πώς θα κάνω τον κόσμο να νιώσει άνετα μαζί μου. Αυτό το χρονικό κενό αμηχανίας ανάμεσα στα κομμάτια σού δίνει την ευκαιρία να αναπτύξεις έναν κώδικα επικοινωνίας με το κοινό… Επίσης, πριν ανέβω στη σκηνή ανησυχώ για το αν θα μιλάει ο κόσμος κατά τη διάρκεια των ήρεμων κομματιών. Στις Σέρρες και στην Ιεράπετρα, ας πούμε, το κοινό πήρε άριστα. Μ’ έκανε να νιώθω λες και τραγουδάω στο σαλόνι μου!».

Πώς ήταν η εμπειρία των συναυλιών σου στην επαρχία; Σε τι διαφέρει το εκεί κοινό από το αθηναϊκό;
«Ήταν ημέρες ευτυχίας, για πολλούς λόγους. Πρώτα απ’ όλα, ξαφνιαζόμουν κάθε φορά που έβλεπα τους συναυλιακούς χώρους κάθε πόλης γεμάτους. Με τους μουσικούς είχαμε γίνει μια υπέροχη παρέα, μια δεμένη οικογένεια, πάνω και κάτω απ’ τη σκηνή. Κάθε φορά που επιστρέφαμε στην Αθήνα μάς έπιανε κατάθλιψη! Στον δρόμο ξεχνάγαμε έγνοιες και υποχρεώσεις, μόνο η μουσική έπαιζε ρόλο. Η σημαντικότερη δύναμη όμως ήταν το κοινό. Ο κόσμος εκεί σε κοιτάζει στα μάτια και παρακολουθεί τη συναυλία σαν κάτι που περίμενε καιρό. Έχω ζήσει κι εγώ στην επαρχία και ξέρω αυτό το συναίσθημα. Απ’ την άλλη, το αθηναϊκό κοινό αποτελεί μια εξίσου μεγάλη πρόκληση».

H αύξηση των καθημερινών υποχρεώσεών σου εδώ και ένα δυο χρόνια έχει σταθεί εμπόδιο στη δημιουργία νέων τραγουδιών;
«Κοίταξε, η αλήθεια είναι ότι τον τελευταίο χρόνο, παρόλο που ασχολούμουν όλη την ημέρα με τη μουσική, δεν είχα πολύ καιρό να παίξω μόνη μου στο σπίτι. Ή θα έλειπα ή θα ήμουν εκεί σε ώρες κοινής ησυχίας... Στο μυαλό μου, βέβαια, συσσωρεύονταν ιδέες όλο αυτό το διάστημα, οπότε με το που καθόμουν επιτέλους χαλαρή στο πιάνο είχα έναν καταιγισμό ενορχηστρώσεων. Το κακό είναι ότι έχω πάρα πολλά καινούργια κομμάτια τώρα, και δεν ξέρω ποια να επιλέξω. Θα δούμε».

Μπορεί ένας νέος άνθρωπος που μένει στην Αθήνα να ζήσει με στυλ;
«Βασικά μπορούμε να μιλάμε με τις ώρες για τα αρνητικά αυτής της πόλης, όπως για τα πανάκριβα ποτά και εισιτήρια. Παρ’ όλα αυτά έχει και πολλά θετικά, οπότε νομίζω πως η απάντηση είναι “ναι”. Με λίγα λεφτά και μέτρο στις απαιτήσεις σου, μπορείς ν’ ακολουθήσεις τον ρυθμό της πόλης, η οποία μάλιστα σιγά σιγά αρχίζει να σου προσφέρει και free επιλογές. Ευτυχώς πλέον η Αθήνα έχει ένα σχετικά καλό και φτηνό (σε σύγκριση με το εξωτερικό) δίκτυο μαζικής μεταφοράς, και πολλές περιοχές που άλλοτε θεωρούνταν υποβαθμισμένες έχουν γίνει σήμερα κέντρα πολιτισμού. Γεγονός που σημαίνει ότι μπορείς και να μείνεις εκεί, καθώς δεν είναι τόσο επικίνδυνα πια, αλλά και να βγαίνεις έξω εκεί, παίζοντάς το μάγκας ότι είσαι στον πυρήνα των γεγονότων! Τώρα, όσο για το στυλ, δεν χρειάζεσαι λεφτά για να γίνεις ξεχωριστός. Η Αθήνα είναι ελκυστική από μόνη της, ειδικά τα καλοκαιρινά βράδια. Μέσα σ’ αυτή βρίσκεις αυτόματα το ύφος σου».

Μπορείς να μου περιγράψεις την πιο όμορφη εικόνα που έχεις δει στη ζωή σου, μια εικόνα που δεν θα ξεχάσεις ποτέ;
«Νομίζω ήταν την πρώτη φορά που ανέβηκα στις Άλπεις. Αντί να κάνω σκι, καθόμουν σαν το χαζό μέσα στη μέση της πίστας και κοίταζα τις βουνοκορφές, τις λίμνες, αυτό το ατελείωτο λευκό τοπίο. Είχε μια απίστευτη λιακάδα και δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω ότι έβλεπα τόσο μακριά, βρισκόμουν τόσο ψηλά, κι εκείνο το “Εντελβάις” από τη “Μελωδία της ευτυχίας” δεν ξεκολλούσε με τίποτα απ’ το μυαλό μου. Ήθελα την ησυχία μου».