Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

Τα 40 αγαπημένα μου τραγούδια για το 2010

(με τυχαία σειρά και χωρίς ίχνος αντικειμενικότητας)


Gorillaz – Some kind of nature
(από το δίσκο Plastic Beach)
Απ’ τη μια η ξερή φωνή του Lou Reed κι από την άλλη μια κουλ μελωδία που μυρίζει καλοκαίρι. Μα γιατί δεν το κυκλοφόρησαν σαν single;

Gonjasufi – Klowds
(από το δίσκο A Sufi and a Killer)
Δεν λέει και πολλά σαν σύνολο, αλλά το μπουζούκι της εισαγωγής (σαν από σκυλάδικο Β’ κατηγορίας) το εκτινάσει στα ύψη.

Beach house – Norway
(από το δίσκο Teen Dream)
Νόργουε-ε-ε-ε. Σε υπνωτίζει αυτή η μουσική. Κι όσοι βρέθηκαν στο Primavera έχουν να λένε τα καλύτερα.

Gil Scott Heron – Me and the devil blues
(από το δίσκο I’m New Here)
Το κλασικό blues του Robert Johnson, αποδοσμένο με μπιτάκι και ατμόσφαιρα υπόγειας Αμερικής.

MGMT – Someone’s missing
(από το δίσκο Congratulations)
Ένα εύστοχο νεύμα στο Lucy in the Sky with Diamonds. Εκεί που αλλάζει το τραγούδι, μετά τη μέση, είναι σαν να βγαίνει ο ήλιος ξαφνικά.

Caribou – Odessa
(από το δίσκο Swim)
Από τις πιο ενδιαφέρουσες ηχητικές αποτυπώσεις χορευτικής μουσικής και ίσως το καλύτερο ηλεκτρονικό κομμάτι της χρονιάς.

The Divine Comedy – Can you stand upon one leg?
(από το δίσκο Bang Goes the Knighthood)
«Μπορείς να γράψεις ένα ανόητο τραγούδι; Είναι πιο δύσκολο απ’ ότι νομίζεις» τραγουδάει ο Neil Hannon που τον χαρήκαμε και στο Gagarin.

These New Puritans – Attack music
(από το δίσκο Hidden)
Ενα μοντέρνο αριστούργημα, χρήσιμο στα πάρτι κατά τη μετάβαση από τα ροκ στα λαικά ή το ανάποδο.

Ariel Pink’s Haunted Graffiti – Bright lit blue skies
(από το δίσκο Before Today)
Δύομισι λεπτά έξυπνης ποπ, διασκευή ενός τραγουδιού των Rockin’ Ramrods από το ‘66.

The National – Bloodbuzz Ohio
(από το δίσκο High Violet)
Ο στίχος “I still owe money to the money I owe” περιγράφει εύστοχα την οικονομική χρεοκοπία. Ήπιο ροκ φιλικό προς τα ραδιόφωνα.

Pantha du prince – Stick to my side
(από το δίσκο Black Noise)
Μινιμαλιστική τέκνο με ωραίο ρεφραίν και τη συμμετοχή του Panda Bear των Animal Collective.

Robyn – Dancing on my own
(από το δίσκο Body Talk)
Απ’ τα καλύτερα χορευτικά της χρονιάς. Χαρούμενο μουσικά, μελαγχολικό στιχουργικά, θίγει το θέμα της μοναξιάς με τη γνώριμα στενάχωρη εικόνα μιας κοπέλας που χορεύει μόνη της.

Wolf Parade – Palm road
(από το δίσκο Expo 86)
Το indie ποτέ δεν πεθαίνει, ιδίως όταν συνδυάζει τόσο ωραία το synth με την ηλεκτρική.

Dangermouse/Sparklehorse feat. Julian Casablancas – Little Girl
(από το δίσκο Dark Night of the Soul)
Ωραία μελωδία, γλυκό κιθαριστικό σόλο και η φωνή του Casablancas να δίνει παρηγοριά σε όσους περιμένουν το καινούριο των Strokes.

Holy Fuck – Red lights
(από το δίσκο Latin)
Κατάλληλο για περπάτημα. Xωρίς στίχους αλλά με εξαιρετικό ήχο. Αν σου αρέσουν οι γάτες, δες και το videoclip.

Janelle Monae – Cold war
(από το άλμπουμ The Archandroid)
Χορευτική μουσική σαν από άλλη εποχή-ό,τι πιο κοντά στην Amy Winehouse βγήκε φέτος. Στα πλην να βάλουμε πως το βαριέσαι γρήγορα.

Arcade Fire – Ready to start
(από το δίσκο The Suburbs)
Ίσως το καλύτερο τραγούδι του νέου άλμπουμ. Είναι το “The Suburbs” ο δίσκος της χρονιάς; Γούστα!

M.I.A. – XXXO
(από το άλμπουμ Maya)
Mainstream pop που έχει μια μαγκιά και δεν είναι ξενέρωτο, βρε παιδί μου. Το άλμπουμ, βέβαια, είναι μούφα.

Vampire Weekend – Giving up the gun
(από το δίσκο Contra)
Απλή και φιλική προς το ανυποψίαστο αυτί ποπ για καλά παιδιά. Μικρές πιθανότητες περεταίρω εξέλειξης για το μέλλον.

Hot Chip – Thieves in the night
(από το δίσκο One Life Stand)
Ηλεκτρονική πανδαισία και στη μέση μια εύθραυστη φωνούλα που συγκινεί.

LCD Soundsystem – You wanted a hit
(από το δίσκο This Is Happening)
Περιγράφει τέλεια την ανάγκη των δημιουργών για ένα hit. Σαν να μιλάει στον εαυτό του.

Sleigh Bells – Tell’ em
(από το άλμπουμ Sleigh Bells)
Κι αν δεν τους έγραψε ακόμα η wikipedia, τα παιδιά από το Μπρούκλιν κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους από τη δισκογραφική της M.I.A. και εδώ εντυπωσιάζουν.

Scissor Sisters – Night work
(από το δίσκο Night Work)
Γκέι αγόρια όλου του κόσμου, ενωθείτε!

No age – Common heat
(από το δίσκο Everything in Between)
Αδυνατώ να πιστέψω πως αυτή η μελωδία και αυτός ο κιθαριστικός ήχος ηχογραφήθηκαν πριν από λίγους μήνες σε ένα δωμάτιο του Λος Άντζελες.

Get well soon – We are ghosts
(από το δίσκο Vexations)
Σαν Radiohead με ορχήστρα. Είναι λυπηρό που το άκουσαν μονάχα μια χούφτα άνθρωποι, αν κρίνουμε από τη μικρή προβολή που δέχτηκε παγκοσμίως.

Cee-Lo Green – Fuck you
(από το δίσκο The Ladykiller)
Σου φτιάχνει τη μέρα. Ειδικά αν δεις και το videoclip. Ο Cee-Lo Green μπορεί και να είναι η μεγαλύτερη νέγρικη φωνή του καιρού μας.

Τhe Black Keys – Everlasting light
Απίστευτος ήχος, blues-rock στα καλύτερά του που απλά βγαίνει στη λάθος εποχή.

Deerhunter – Memory boy
(από το δίσκο Halcyon Digest)
Σαν γιορτή τη ζωής, σαν να μην πέθανε ποτέ το ροκ και σαν οι Deerhunter να περπατούν σκυφτά αλλά σταθερά προς την ταπεινή τους κορυφή.

Kanye West – Power
(από το δίσκο My Beautiful Dark Twisted Fantasy)
Ό,τι πιο φιλόδοξο μας ήρθε φέτος από τους φίλους μας τους ράπερ. Με sample από King Crimson και φορτωμένο ήχο.

Neil Young – Angry world
(από το δίσκο Le Noise)
Ο παλιός είναι αλλιώς. Τιμή και δόξα στο κιθαριστικό distortion με γνώριμη ψιλή φωνή.


Και 10 ελληνικά…

Monika – Yes I do
(από το δίσκο Exit)
Εισαγωγή ακουσίως δανεισμένη από Lolek, χατζιδακικό ρεφραίν και μια ειλικρινής ευαισθησία που λάμπει δια της απουσίας της στα υπόλοιπα τραγούδια του “Exit”.

Παύλος Παυλίδης – Αντικαταπληκτικά
(από το δίσκο Aυτό το Πλοίο που Όλο Φτάνει)
Η πιο εύστοχη περιγραφή της σύγχρονης Ελληνίδας από είκοσι έως είκοσι οκτώ ετών και επιτέλους ένα τραγούδι του Παυλίδη διαφορετικό απ’ τ’ άλλα.

The Boy – Νήμα
(από το δίσκο Κουστουμάκι)
Μια σπουδαία σύνθεση και ένα εντυπωσιακό στιχούργημα. Και ποιος δεν ταυτίζεται με το στίχο «τις Κυριακές στο σπίτι της γιαγιάς μου καθισμένοι γύρω από τυφλή φωτιά»...

Μαριέττα Φαφούτη – Overture
(από το δίσκο Try a Little Romance)
Ακομπλεξάριστα χαρούμενη ποπ που σε πιάνει ανυποψίαστο και σε παρασύρει. Η Μαριέττα θεωρεί πως είναι το χειρότερο κομμάτι της.

Xειμερινοί Κολυμβητές – Κάποιος να με προσέχει
(από το δίσκο 23 Κόκκινα Φώτα
Απ’ τα πιο πρωτότυπα τραγούδια που άκουσα φέτος. Προσπάθησε να το ακούσεις χωρίς να χαμογελάσεις.

Κόρε. Ύδρο. – Σ’ έναν άλλο πλανήτη
(από τη συλλογή Horror and Romance on Other Planets)
Συγκινητικό μέχρι δακρύων. Ιδίως αυτή η κλασική κιθάρα στο πρώτο ρεφραίν, μαζί με τον ήχο από το τζάκι. Guest star: ο Προκρούστης.

Φοίβος Δεληβοριάς – Θα 'θελα να 'μουνα εκεί
(από το δίσκο Ο Αόρατος Άνθρωπος)
Άλλη μια τρυφερή ταινία μικρού μήκους. Το είχα ακούσει ενάμισι χρόνο πριν σε μορφή demo και τώρα που βγήκε κάνω τον έξυπνο.

Πουλικάκος/Socos – Η Ύδρα ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ
(από το δίσκο Η Ύδρα ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ)
Από τις ωραιότερες απαγγελίες και μελοποιήσεις ποιημάτων. Πέρυσι ο Μουρτζόπολος, φέτος αυτό.

Duke Abduction – Hallucination Supernova
(Από το δίσκο The Curious World of…)
Μια φιλόδοξη κατάθεση, σε έναν δίσκο που κατά τα άλλα υποφέρει από μια κάποια έλλειψη ταυτότητας.

Electric Litany – A dream worth dreaming
(από το δίσκο How to Be a Child and Win the War)
Οι στίχοι δεν μου δίνουν φράσεις να πιαστώ, η ατμόσφαιρα του κομματιού όμως είναι υπνωτική. Από το άρπισμα της κιθάρας στην αρχή ως το τέλος.

Και καλά Χριστούγεννα...

Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Συνέντευξη The Divine Comedy

O φετινός δίσκος των Divine Comedy αποτελεί έναν μικρό θρίαμβο: αποδεικνύει πως εν έτει 2010 μπορεί να παραχθεί ένα πολύ καλό άλμπουμ απαλλαγμένο από υπολογιστές και χωρίς καμία καινούρια μουσική πρόταση. Ο Ιρλανδός Νeil Hannon, μοναδικό σταθερό μέλος του γκρουπ από τα τέλη των 1980s και από τους πιο ταλαντούχους παλιομοδίτες της σύγχρονης ποπ, απάντησε στις ερωτήσεις του Avopolis με το γνώριμο χιούμορ του, μετά από ένα soundcheck στην Ισπανία.
(Δεκέμβρης 2010)

Φέτος είναι η πρώτη φορά που κάνεις περιοδεία χωρίς άλλους μουσικούς. Ευχαριστημένος ως τώρα;
Ναι, πάει πάρα πολύ καλά! Παίζω σε γεμάτα κλαμπ κάθε βράδυ και όλες οι συναυλίες είναι διασκεδαστικές. Μετά από τις πρώτες δέκα συναυλίες, που έμαθα καλά τα τραγούδια (γέλια), άρχισα να το διασκεδάζω. Νομίζω πως θα ξαναβγώ μόνος και του χρόνου. Βέβαια μου λείπει η αίσθηση της μπάντας, γιατί δεν έχω παρέα για να σπάω πλάκα.

Έχεις τους ηχολήπτες…
Ναι! (γέλια) Πάντως έτσι είναι πιο εύκολο να επικοινωνήσεις με τον κόσμο και να πεις ιστορίες ανάμεσα στα τραγούδια, ξεκινώντας και σταματώντας όποτε θέλεις. Είναι πιο αυθόρμητο.

Υπάρχει κάποια γενική ιδέα πίσω από το τελευταίο Divine Comedy άλμπουμ, το Bang Goes The Knighthood;
Δεν θα το έλεγα. Νομίζω αυτό που συνδέει τα τραγούδια είναι ο ήχος τους, ο τρόπος με τον οποίον γράφτηκαν και ηχογραφήθηκαν. Ο τίτλος προήλθε από κάποιες κωμικές σειρές που έβλεπα πίσω στη δεκαετία του 1970, στα παιδικά μου χρόνια. Όποτε ένας πολιτικός αναγκαζόταν να συμβιβαστεί, ακουγόταν η φράση «bang goes the knighthood», σαν να λέμε «την πάτησες». Ονόμασα λοιπόν ένα τραγούδι έτσι κι ύστερα σκέφτηκα πως ο τίτλος περιγράφει και την κοινωνικοπολιτική κατάσταση της εποχής.

Έγραψες κι ένα τραγούδι για την οικονομική κρίση, το “Τhe Complete Banker”. Η πατρίδα σου η Ιρλανδία βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με την Ελλάδα, αυτές τις μέρες. Προσωπικά έχεις νιώσει τις επιπτώσεις;
Αυτό είναι δύσκολο να το συμπεράνει κανείς... Πρέπει να κάνεις ένα γκάλοπ στον δρόμο και να ρωτάς «Μήπως δεν αγοράζετε το άλμπουμ των Divine Comedy επειδή είστε φτωχός;» (γέλια!). Οι συναυλίες μου πάνε καλά, όμως ξέρω και άλλους που δεν πάνε καθόλου καλά.

Σε άκουσα να λες πως ήταν πολύ εύκολο να βρεις μουσικούς για το δίσκο, επειδή όλοι ήταν άνεργοι…
Ήμουν αυθάδης όταν το είπα αυτό. Πάντως είναι γεγονός πως όταν ηχογραφούσαμε τα ορχηστρικά μέρη βρήκαμε τους καλύτερους μουσικούς του Λονδίνου γιατί δεν είχαν άλλη δουλειά οι άνθρωποι (γέλια)…

Σε ανησυχεί ποτέ το γεγονός ότι η μουσική είναι 100% παλιομοδίτικη;
Το καλό είναι ότι ήμουν παλιομοδίτης από όταν ξεκίνησα. Ωστόσο οι επιρροές μου έρχονται από διάφορες εποχές και όταν τις ανακατεύω βγαίνει κάτι καινούργιο, με έναν τρόπο. Αυτό που με κάνει να νιώθω παλιομοδίτης είναι ότι δεν μου αρέσει η μουσική από υπολογιστές. Δεν μου αρέσουν οι λούπες και τα samples. Προτιμώ τον ήχο πραγματικών ανθρώπων, να παίζουν ταυτόχρονα σε ένα δωμάτιο κι ας κάνουν και λάθη. Επίσης οι στίχοι μου είναι κάπως περίεργοι, γιατί τους συνηθισμένους τους βαριέμαι εύκολα.

Μιας και έχουμε Δεκέμβρη, μπορείς να μου πεις δυο-τρεις δίσκους που σου άρεσαν φέτος;
Δεν έχω ακούσει καινούργια μουσική γιατί δούλευα όλο τον χρόνο. Πάντως μου αρέσουν πολύ οι Villagers από την Ιρλανδία. Ο ηγέτης τους, ο Conor O ’Brien είναι ένας από τους καλύτερους τραγουδοποιούς που ξέρω. Είναι και πιο κοντός από ’μένα, οπότε μια χαρά!

Πριν λίγες μέρες έγινες σαράντα χρονών. Σε αγχώνει το πέρασμα του χρόνου;
Όχι, το αποδέχομαι απόλυτα. Παλιά ήμουνα ένας γέρος με σώμα νέου, τώρα είμαι ένας γέρος με σώμα μεσήλικα. Πλησιάζω!

Έχεις κάποιο αγαπημένο τραγούδι από Divine Comedy;
Δύσκολη ερώτηση... Υπάρχουν κομμάτια που ξεκίνησα να τα γράφω θέλοντας να πετύχω κάτι και το κατάφερα. Το “A Lady Of A Certain Age”, ας πούμε. Και υπάρχουν κι άλλα όπως το “Count Grassi’s Passage Over Piedmont” από το προηγούμενο άλμπουμ, που είναι τόσο παράξενο αλλά δεν το βαριέμαι ποτέ.

Το τελευταίο σου άλμπουμ νομίζω πως είναι το καλύτερό σου…
Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου, σ’ ευχαριστώ, αν και δεν με ενδιαφέρουν οι απόψεις σου (γέλια). Εμένα μου αρέσουν όλα…

Επίσης πολλά τραγούδια σου μου θυμίζουν ταινίες μικρού μήκους…
Πράγματι. Στο τελευταίο άλμπουμ υπάρχει το “Lost Art Of Conversation”. Όταν το έγραφα το φανταζόμουν σαν ταινία του Woody Allen.

Σου αρέσει ο Woody Allen;
Nαι, είναι ένας από τους αγαπημένους μου. Αλλά δεν αρέσει στην κοπέλα μου, οπότε τελευταία τον έχω κόψει!

Η συναυλία σου στο Gagarin θα είναι η τελευταία της περιοδείας. Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θα κάνεις μόλις γυρίσεις σπίτι;
Έχει γενέθλια η κόρη μου, οπότε θα πάω στο πάρτυ της. Κι ύστερα θα πάω στο σινεμά για τρία βράδια στη σειρά και θα δω τις πιο χαζές καινούργιες κωμωδίες. Μετά έρχονται Χριστούγεννα. Φαγητά, ποτά… Και τον Γενάρη θα κάτω να γράψω κάτι, δεν ξέρω τι. Μ’ αρέσει η ζωή μου!


Debbie Harry

(όπως δημοισιεύτηκε στο περιοδικό "Γυναίκα" - Δεκέμβρης 2010)

Η κυρία είναι πανκ! Ομως πού και πού κάνει την μπέιμπι σίτερ για τα παιδιά των φίλων της...

Δεν ήταν η όμορφη του σχολείου. Φορούσε μαύρα, είχε παραπανίσια κιλά, ήταν ένα αγοροκόριτσο που έβριζε λίγο παραπάνω από το κανονικό. Ομως κανείς δεν αναρωτιόταν γιατί.Η Ντέμπορα Αν Χάρι γεννήθηκε το 1945 στο Μαϊάμι και σε ηλικία τριών μηνών υιοθετήθηκε από ένα νεαρό ζευγάρι. Ετσι η μικρή απέκτησε το όνομα που γνωρίζουμε (λεγόταν Αντζελα Τριμπλ), μεγάλωσε λίγο έξω από το Νιου Τζέρσεϊ και ξέκοψε οριστικά από τους πραγματικούς γονείς της – μέχρι τώρα δηλώνει ότι δεν σκοπεύει να εντοπίσει τα ίχνη τους. Οσο για τους θετούς γονείς της, ήταν τυπικοί συντηρητικοί: επισκέπτονταν τακτικά την εκκλησία και είχαν αυστηρές απόψεις για το πώς έπρεπε να ντύνεται ένα αξιοπρεπές κορίτσι.

Νέα γυναίκα στη Νέα Υόρκη
Μέχρι τα πρώτα εφηβικά της χρόνια η Ντέμπι Χάρι τούς έδινε αρκετή σημασία, αλλά στα 16 της άρχισε να βρίσκει τον εαυτό της. Αργότερα εκπαιδεύτηκε για δύο χρόνια στις Καλές Τέχνες σε κολέγιο θηλέων της γενέτειράς της και έφυγε για τη Νέα Υόρκη προς αναζήτηση περιπετειών. Ηταν τυπικό δείγμα ανήσυχου νέου ανθρώπου που είχε ενηλικιωθεί στα μέσα της δεκαετίας του 1960, οπότε ο κόσμος άλλαζε με ιλλιγιώδη ταχύτητα. Οι φιλοδοξίες της ήταν πάντως αρκετά ταπεινές: ήθελε απλώς να είναι κουλ. Επρεπε βέβαια και να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Ετσι ανέλαβε ετερόκλιτες δουλειές: έγινε γραμματέας στο νεοϋορκέζικο γραφείο του BBC Radio, σερβιτόρα στο θρυλικό κλαμπ-ρεστοράν Max's Kansas City, χορεύτρια σε νυχτερινά στέκια, κουνελάκι σε κλαμπ του περιοδικού Playboy. Πέρα απ' αυτά, ελάχιστες πληροφορίες είναι γνωστές σε σχέση με τα πρώτα χρόνια της στη Νέα Υόρκη. Κάποιες γυμνές φωτογραφίες της, που τριγυρίζουν ακόμα στο διαδίκτυο, φαίνεται λοιπόν ότι διασώθηκαν για να της θυμίζουν όσα η ίδια θέλει να ξεχάσει.Tο σίγουρο είναι ότι τα πρώτα της βήματα στη μουσική τα έκανε το 1968· έγινε η τραγουδίστρια του φολκ γκρουπ The Wind in the Willows, που διαλύθηκε γρήγορα. Κατόπιν η Ντέμπι Χάρι εντάχθηκε στο γυναικείο σχήμα Τhe Stilettos και το 1973 γνώρισε τον κιθαρίστα και μετέπειτα σύντροφό της Κρις Στάιν. Δύο χρόνια αργότερα οι δυο τους συνέβαλαν αποφασιστικά στην ίδρυση του συγκροτήματος Blondie. Eκείνη την περίοδο η Ντέμπι Χάρι ήδη έβαφε τα μαλλιά της πλατινέ, δεν θεωρούσε το σουτιέν τόσο απαραίτητο και σύχναζε στο CBGB, το κλαμπ που έμελλε να μείνει στην ιστορία ως λίκνο της νεοϋορκέζικης πανκ σκηνής. Το 1975 λοιπόν -μαζί με την Πάτι Σμιθ, τους Television, τους Ramones, τους Talking Heads- στο CBGB έδιναν συναυλίες και οι Blondie, ένα ροκ γκρουπ με μουσικό εγκέφαλο τον Κρις Στάιν και τραγουδίστρια την Ντέμπι Χάρι...

Μερικοί το προτιμούν ξανθό
Σύμφωνα με μια εκδοχή, η ονομασία Blondie (δηλαδή “ξανθούλα”) προήλθε από τη λέξη που χρησιμοποιούσαν οι οδηγοί της Νέας Υόρκης όταν έβλεπαν στον δρόμο τη Χάρι - η κόρνα δεν αρκούσε για να εκφραστεί ο θαυμασμός τους. Ηταν μια γυναίκα γεμάτη αντιφάσεις. Μολονότι είχε ομορφιά μοντέλου, μπορούσε να γοητεύει τους ψαγμένους, τους εναλλακτικούς, ακόμη και τα φρικιά. Παρότι ήταν 30 ετών και εξέπεμπε θηριώδη δυναμισμό, έμοιαζε συχνά με απλοϊκό κορίτσι χαμένο στη μεγαλούπολη. Σε αντίθεση με την Πάτι Σμιθ, η οποία ανήκε στην ίδια μουσική φουρνιά, είχε μια θηλυκότητα πρωτοφανή για τα στέκια στα οποία τραγουδούσε. Παρ' όλα αυτά, οι Blondie δεν έθελξαν τις ΗΠΑ για τρία χρόνια. Με την κυκλοφορία του τρίτου άλμπουμ τους «Parallel Lines» όμως, το φθινόπωρο του 1978, μπήκαν στο μονοπάτι της μεγάλης επιτυχίας, χάρη σε τραγούδια όπως το «Οne Way or Another», το «Hangin’ on the Telephone» και το «Heart of Glass».
Η Ντέμπι Χάρι δεν ήταν μόνο η βιτρίνα του γκρουπ. Συμμετείχε στη δημιουργική διαδικασία και η ιδιότυπη φωνή της λειτουργούσε ως ιδανική αντίστιξη στην ένταση του ηλεκτρισμού και των ντραμς. Ετσι προέκυψαν τρία ακόμα άλμπουμ με έντονη απήχηση στο κοινό, αλλά το 1982 -εξαιτίας οικονομικής κακοδιαχείρισης, κατάχρησης ουσιών, προβλημάτων υγείας και δημιουργικής αφλογιστίας- το γκρουπ ανακοίνωσε τη διάλυσή του. Στη συνέχεια η Χάρι φλέρταρε με την κατάθλιψη, πέρασε αρκετό καιρό κλεισμένη στο σπίτι και απασχόλησε τις φυλλάδες για όλους τους λάθος λόγους.
Και τα πανκιά ωριμάζουν
Στη σόλο καριέρα της η Ντέμπι Χάρι (ή Ντέμπορα, όπως ήθελε να την αποκαλούν πλέον) προσπάθησε να ισορροπήσει μεταξύ μουσικής και κινηματογράφου. Πραγματοποίησε πολλές συνεργασίες, αλλά ποτέ δεν έφτασε σε μεγάλα ύψη δόξας. Με την πάροδο του χρόνου, μάλιστα, οι Blondie τυλίχτηκαν με την αχλή του μύθου και καταχωρήθηκαν στη συνείδηση των μουσικόφιλων ως ένα από τα σημαντικότερα γκρουπ τόσο της πανκ όσο και της new wave σκηνής. Ετσι το 1997 επανασυνδέθηκαν. Ομως εισέπραξαν αποθαρρυντικά σχόλια. Η φωνή της Χάρι είχε φθαρεί. Τα παραπανίσια κιλά της έδιναν σφοδρά πλήγματα στις αναμνήσεις των παλιών φαν. Τα έξαλλα συνολάκια της έκαναν πολλούς να λένε ότι ίσως θα την ωφελούσε περισσότερο ένα ντύσιμο ταιριαστό σε γυναίκα της ηλικίας της. Εντούτοις, το τραγούδι «Maria» τα πήγε εξαιρετικά καλά στο ταμείο και απέδειξε ότι το γκρουπ είχε ακόμα εμπορικές δυνατότητες, έστω και χωρίς τη νεανική ορμή του παρελθόντος. Σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα (το 2006) οι Blondie μπήκαν στο Rock and Roll Hall of Fame.
Οσο για την Ντέμπι Χάρι, ακόμη και σήμερα δεν νιώθει γεμάτη. Κυρίως στην προσωπική της ζωή: το δυναμικό κορίτσι, που μπορούσε ακόμη και να σε προσβάλει αν τολμούσεις να τη φλερτάρεις, με τα χρόνια μετατράπηκε σε θηρίο που απωθούσε κάθε πιθανό σύντροφο. «Oι άντρες έχουν συνηθίσει να είναι αφεντικά», δήλωσε η ίδια πριν από τρία χρόνια στην εφημερίδα Guardian. Και συνέχισε: «Δεν με ενοχλεί ο άντρας-αφεντικό, αλλά είμαι συνηθισμένη να έχω τον πρώτο λόγο. Οπότε χρειάζομαι έναν άνθρωπο πολύ σίγουρο για τον εαυτό του, πολύ άνετο, που να μην προσβάλλεται και να μην έχει νεύρα». Λίγα πράγματα δηλαδή… Μέχρι τώρα λοιπόν, σχεδόν 20 χρόνια μετά τον χωρισμό της με τον Κρις Στάιν, ο άντρας που ζητάει δεν της έχει προκύψει. Στα 65 της πια, συνεχίζει να βγαίνει ραντεβού αναζητώντας συντροφιά, στον ελεύθερο χρόνο της προσέχει τα παιδιά όσων φίλων της λείπουν σε διακοπές και δηλώνει μετανιωμένη που δεν έκανε δικό της παιδί. Με τα άλλα μέλη των Blondie, πάντως, δεν έχασε ποτέ επαφή. Μάλιστα το συγκρότημα ξαναενώθηκε προσφάτως, μάλλον με στόχο ένα ύστατο hit.

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

Τζίμης Πανούσης: Mnimonium – 30 Χρόνια Νύχτα

(όπως δημοσιεύτηκε στο "Κ", Δεκέμβριος 2010)

Παλιά συνταγή, αλλά νόστιμη


Εξω από το Γυάλινο Μουσικό Θέατρο, ο Τζίμης Πανούσης στέκεται πίσω από μια βιτρίνα που γράφει «Δείγμα δωρεάν» και τραγουδάει στον κόσμο που περιμένει στην ουρά. Σε καμιά από τις λεγόμενες εναλλακτικές παραστάσεις της πόλης δεν βρήκα ως τώρα πιο ευφυές κοινωνικό σχόλιο. Μέσα στο ασφυκτικά γεμάτο μαγαζί ακολουθούν κι άλλες εκπλήξεις για τους μη μυημένους: Σερβιτόροι ντυμένοι αστυνομικοί, μια διάθεση σαρκασμού προς όλες τις κατευθύνσεις χωρίς κηρύγματα και μελαγχολικά τραγούδια που λειτουργούν σαν αντίβαρο στα αστεία

Εγώ, πάλι, την πάτησα: Eχοντας διαβάσει όλες τις πρόσφατες συνεντεύξεις του, κάποια αστεία τα ήξερα ήδη και σύντομα αντιλήφθηκα πως το μεγαλύτερο μέρος του προγράμματος αποτελείται από νούμερα που έχουν ξαναπαρουσιαστεί. Οι δε επιλογές των τραγουδιών ήταν άκρως προβλέψιμες, με δυο-τρεις νέες προσθήκες και ελάχιστες ενορχηστρωτικές αλλαγές. Φυσικά, βρέθηκε χώρος και για την πρόσφατη επικαιρότητα, από το κόμμα της Ντόρας («έχει ήδη εφτά οπαδούς») μέχρι τη Lady Gaga («μετεμψύχωση του Χριστόδουλου») και την κρίση.

Το χιούμορ του Πανούση παραμένει αιχμηρό, ευρηματικό, θαρραλέο. Η σάτιρά του δεν χωράει στη στενότητα της τηλεόρασης, ούτε και κρύβεται πίσω από την ανώνυμη ελευθεριότητα των blogs. Εκτίθεται μπροστά σε όλους και παρότι με τα χρόνια στερείται πρωτοτυπίας, φαίνεται πως ακόμα λειτουργεί λυτρωτικά τόσο σε ‘μας όσο και σ’ εκείνον: Η συστολή με την οποία μιλούσε στον κόσμο στα παρασκήνια μετά την παράσταση, σαν ένα παιδάκι που επί τρεις ώρες έκανε αταξίες και τώρα ντρεπόταν, ήταν η αποκαλυπτικότερη στιγμή της βραδιάς.

Βύρων Κριτζάς

Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

The Boy - Live to the death

Το καλύτερό του live νομίζω έδωσε χθες ο The Boy στο 6 D.O.G.S.. Και λέω νομίζω όχι επειδή είμαι ταπεινός αλλά γιατί έκατσα μέχρι τη μέση, αφού η συναυλία προβλεπόταν τετράωρη.
Η είσοδος ήταν πέντε ευρώ και στην τιμή αντί για ποτό συμπεριλαμβανόταν ένα κυπελλάκι σούπα. Υπήρχε η σούπα για χορτοφάγους και η σούπα για μοσχοφάγους. Εγώ προτίμησα μπύρα. Το κοινό καθόταν σε καρέκλες, όπως και ο ίδιος ο The Boy.
Ακούστηκαν κομμάτια παλιά και καινούρια, μαζί με κάποιες ενδιαφέρουσες διακευές, εκ των οποίων ξεχώρισα το "Ι'm on fire" του Springsteen. Ο Τhe Boy πλέον στέκεται ανάμεσα στο αγγλόφωνο και το ελληνόφωνο. Στο πρώτο υιοθετεί μια γοητευτική grunge βραχνάδα και αφήνει ορθάνοιχτο το παράθυρο των επιρροών από τα 90's της εφηβείας του. Στο ελληνόφωνο, αντίθετα, εκτίθεται με στίχους που εκφράζουν κάτι πιο δυνατό και ίσως πιο ενδιαφέρον. Τα καινούρια του τραγούδια από το άλμπουμ "Ηλιοθεραπεία", που αναμένεται μέσα στην επόμενη χρονιά, είναι σαν φωτογραφίες από το κέντρο της Αθήνας. Κάτι με σταματάει πάντα από το να θεωρήσω ένα τραγούδι του σπουδαίο, δεν αμφιβάλλω καθόλου ωστόσο πως αυτό που κάνει είναι μοναδικό. Γι αυτό και γνωρίζει ανταπόκριση: Απ' ότι μαθαίνω το "Κουστουμάκι" πούλησε μια χαρά. Και χθες το βράδυ το SIX d.o.g.s. ήταν γεμάτο.

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

Πες το παραξενιά μου


Το τελευταίο τεύχος της Athens Voice παρουσιάζει 700 δώρα που μπορεί κάποιος να κάνει δικά του στέλνοντας sms και συμμετέχοντας σε κλήρωση. Δίπλα λοιπόν στις τσάντες attrativo, στα σετ περιποίησης σώματος και στα βερνίκια νυχιών, βλέπουμε το νέο βιβλίο του Κωνσταντίνου Βήτα και το άλμπουμ των Thivery Corporation, μεταξύ άλλων. Oυσιαστικά πρόκειται για διαφημίσεις προιόντων. Ωστόσο είναι λυπηρό να βλέπεις πνευματικά έργα δίπλα σε προιόντα αισθητικής. Το να διαφημίζονται απλά σε ένα έντυπο ως αυτόνομες καταχωρήσεις και το να συμπεριλαμβάνονται στο ίδιο αφιέρωμα δεν είναι το ίδιο πράγμα. Βέβαια αν παιζόταν το πορτοφόλι μου μπορεί να ενέδιδα κι εγώ. (Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μην πεις).

Πάντως με πιάνει ζάλη τελευταία μετά την ανάγνωση ενός free-press και δεν νομίζω πως είμαι ο μόνος. Ας είν' καλά τα κείμενα του Τσαγκαρουσιάνου και του Νένε που με ξαναφέρνουν στα ίσια μου
.

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

Oh Yoko!

του Βύρωνα Κριτζά
(όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Γυναίκα»-Νοέμβριος 2010).

30 χρόνια μετά τη δολοφονία του Λένον, αναζητούμε την αινιγματική Ονο μέσα στα περιστατικά που περιλαμβάνονται στη βιογραφία «Woman»

Για μια γυναίκα-σύμβολο της εναλλακτικής κουλτούρας, όπως η Γιόκο Ονο, είναι αρκετά παράδοξο το γεγονός ότι ανήκει σε τζάκι. Γεννήθηκε στο Τόκιο το 1933. Ο πατέρας είχε ρίζες στην αυτοκρατορική δυναστεία της Ιαπωνίας, ενώ η μητέρα της ήταν μέλος της οικογένειας Γιασούντα, η οποία ίδρυσε τον 19ο αιώνα μία από τις ισχυρότερες τράπεζες της Ασίας. Η φωτογραφία του μπαμπά Ονο βρισκόταν σε περίοπτη θέση στο σπίτι, επηρεάζοντας την καθημερινότητα ακόμη και εν απουσία του ίδιου, αλλά η μικρή Γιόκο τον πρωτοαντίκρισε στα τρία της χρόνια, σε ένα ταξίδι που έκανε με τη μητέρα της στο Σαν Φρανσίσκο, όπου εκείνος είχε εγκατασταθεί για δουλειές.
Το 1940 η οικογένεια μετακόμισε στη Νέα Υόρκη και έναν χρόνο αργότερα επέστρεψε στο Τόκιο. Εκεί, στην εφηβεία της, η Ονο διάβαζε κλασικούς, μάθαινε πιάνο και δεν σταματούσε να διευρύνει τους ορίζοντές της. Ετσι, το 1951 έγινε η πρώτη γυναίκα που φοίτησε στο φιλοσοφικό τμήμα του ελιτίστικου πανεπιστημίου Γκακουσούιν. Στο δεύτερο εξάμηνο όμως τα παράτησε, έφυγε για τη Νέα Υόρκη -όπου ζούσε η οικογένειά της μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου- και γράφτηκε στο κολέγιο Σάρα Λόρενς. Στη συνέχεια ένωσε την τύχη της με ανθρώπους που είχαν κάτι να της προσφέρουν σε διανοητικό επίπεδο. Το 1956, στα 23 της χρόνια, απέκτησε τον πρώτο της σύζυγο, τον νεωτερικό Ιάπωνα συνθέτη Τόσι Ιτσιγιανάγκι, με τον οποίο παρέμεινε παντρεμένη για έξι χρόνια. Το ίδιο διάστημα, και τα δύο μέλη του ζεύγους έζησαν χωρίς να κρύβονται πολλές ερωτικές περιπέτειες. Το 1962 ήρθε ο δεύτερος γάμος, αυτή τη φορά με Αμερικανό, τον τζαζίστα και παραγωγό ταινιών Αντονι Κοξ. Εναν χρόνο αργότερα η Ονο γέννησε το πρώτο της παιδί, την Κιόκο.

Τέχνη χωρίς προηγούμενο
Στη Νέα Υόρκη η Ονο σύχναζε σε γκαλερί, πήγαινε σε πάρτι με εναλλακτικό κόσμο και τελικά ανέπτυξε την ιδέα ότι δεν είναι απαραίτητο να έχεις ταλέντο για να γίνεις καλλιτέχνης. Ετσι δεν άργησε να στήσει πρωτότυπες εκθέσεις, αλλά και δρώμενα όπως το «Cut Piece» (1964) – στο τελευταίο οι θεατές σχημάτιζαν ουρά και έσκιζαν κομμάτια από το φόρεμά της με ψαλίδι μέχρι να την αφήσουν γυμνή. «Θα έκανα τα πάντα για την τέχνη. Ετσι ένιωθα εκείνη την εποχή», είπε αργότερα. Τη δεκαετία του 1960 συνδέθηκε και με το νεοντανταϊστικό καλλιτεχνικό ρεύμα Fluxus, που χαρακτηριζόταν από την ανάμειξη πολλών διαφορετικών μορφών τέχνης. Ομως, παρά τις προτροπές του ιδρυτή του κινήματος Τζορτζ Μακιούνας, η Ονο δεν έγινε επίσημο μέλος του Fluxus, προκειμένου να προστατεύσει την καλλιτεχνική ανεξαρτησία της.
Από τις αρχές της ίδιας δεκαετίας η νεαρή Γιαπωνέζα άρχισε να τραγουδάει συστηματικά και τράβηξε την προσοχή του πειραματικού συνθέτη Τζον Κέιτζ και του θρυλικού τζαζίστα Ορνέτ Κόουλμαν. Μάλιστα ο τελευταίος την ενέταξε σε συναυλίες του, ώστε να χρησιμοποιεί τη φωνή της σαν πνευστό. Από τότε είχε έναν ιδιόμορφο, προβοκατόρικο τρόπο ερμηνείας με λαρυγγισμούς και κραυγές, ο οποίος εκείνη την εποχή άφηνε τους ακροατές με μια έκφραση απορίας αλλά μακροπρόθεσμα επηρέασε πολλούς ερμηνευτές. Το ροκ εντ ρολ δεν την γοήτευε, παραήταν λαϊκίστικο για κείνη. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, όμως, ένα νεανικό ροκ συγκρότημα επρόκειτο να φτάσει σε πρωτοφανές -και μάλλον ανεπανάληπτο- επίπεδο επιτυχίας.
Ενας έρωτας μεγάλος
Η Γιόκο Ονο γνώρισε τον Τζον Λένον τον Νοέμβριο του 1966, κατά τη διάρκεια μιας έκθεσής της στο Λονδίνο. Η ίδια επιμένει ακόμη ότι κατά την πρώτη τους γνωριμία δεν είχε ιδέα με ποιον είχε να κάνει. Αυτό αν θέλουμε το πιστεύουμε... Το σημαντικό είναι ότι με την ιδιότυπη τέχνη της και τις ανατρεπτικές ιδέες της κατάφερε να τον γοητεύσει, σε μια περίοδο που ο ίδιος είχε αρχίσει να κουράζεται από τις υποχρεώσεις του με τους Μπιτλς και από τον γάμο του με τη Σίνθια Πάουελ. Αργότερα, δύο χρόνια μετά τη γνωριμία τους, ο Λένον και η Ονο ηχογράφησαν μαζί ψίθυρους, θορύβους, ουρλιαχτά. Το άλμπουμ ονομάστηκε «Unfinished Music No. 1: Τwo Virgins» και γρήγορα απασχόλησε μεγάλη μερίδα του κοινού. Οχι τόσο εξαιτίας της προφανούς ιδιομορφίας ενός ηχητικού μείγματος που ξέφευγε από τα ποπ-ροκ στεγανά, αλλά κυρίως επειδή για το εξώφυλλο επιλέχθηκε μια γυμνή φωτογραφία των δύο δημιουργών. Τότε η τεράστια επιρροή της ανήσυχης Ασιάτισσας στον σταρ έγινε ολοφάνερη και έναν χρόνο μετά (άνοιξη του 1969) το ζευγάρι ενώθηκε με τα δεσμά του γάμου στο Γιβραλτάρ – εκείνη τη μέρα τόσο ο Λένον όσο και η Ονο φόρεσαν άσπρα ρούχα και παπούτσια του τένις.
Σύντομα ο Τύπος σε όλη τη Γη -κυρίως, βέβαια, στη Βρετανία- άρχισε να εκφράζει έχθρα για την Ονο, με ρατσιστικές αναφορές και με υποτιμητικά σχόλια για την εξωτερική της εμφάνιση. Οσο όμως ο έξω κόσμος πολεμούσε τη σχέση, τόσο ο Τζον και η Γιόκο κλείνονταν σε δικό τους μικρόκοσμο. Ωσπου έφτασαν στο σημείο να χωρίζονται μόνο όταν υπήρχε ανάγκη για καταφυγή στην τουαλέτα. Πολλοί λοιπόν θεώρησαν ότι ο Λένον βρήκε στην επτά χρόνια μεγαλύτερή του Ονο τη μητρική φροντίδα που του είχε λείψει ως παιδί. Επειτα τέλειωσαν οι Μπιτλς και άρχισε ο αγώνας για την ειρήνη. Με την Ονο πάντα στο πλάι του Λένον. Με την Ονο να τον ενθαρρύνει και να τον βοηθάει να υλοποιεί δρώμενα όπως την περίφημη ήρεμη διαμαρτυρία στο κρεβάτι του ξενοδοχείου Amsterdam Hilton ή τη συνέντευξη Τύπου που οι δυο τους έδωσαν κλεισμένοι μέσα σε γιγάντια τσάντα, προκειμένου να στηλιτεύσουν τις διακρίσεις με βάση την εξωτερική εμφάνιση. Η Ονο δεν σταμάτησε πάντως να βγάζει προσωπικούς δίσκους. Επιπλέον, από το 1966 μέχρι το 1972 πήρε μέρος στην υλοποίηση 16 φιλμ μικρού και μεσαίου μήκους, με γνωστότερο ανάμεσά τους το «No. 4» - εκείνο με τα γυναικεία οπίσθια σε πρώτο πλάνο.
Ηδη από το 1971, το ζεύγος είχε μετακομίσει από το Λονδίνο στη Νέα Υόρκη. Οσο για τη σχέση τους, δεν ήταν τόσο αρμονική όσο θεωρείται σήμερα. Τελικά έζησαν χώρια για ενάμιση χρόνο, αλλά επανασυνδέθηκαν και τον Οκτώβρη του 1975 η Ονο έφερε στον κόσμο το γιο τους Σον. Ακολούθησαν πέντε χρόνια αφοσίωσης στην οικογένεια και πλήρους απουσίας από τη δημόσια ζωή, ώσπου το 1980 το ζευγάρι κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Double Fantasy». Οι δυο τους ήταν έτοιμοι για μια νέα αρχή, αλλά ένας ψυχικά διαταραγμένος νέος με το όνομα Μαρκ Ντέιβιντ Τσάπμαν είχε διαφορετική άποψη και οι σφαίρες του σκότωσαν τον 40χρονο Λένον. Τότε, πέρα από το άδικο τέλος μιας ζωής, ήρθε και το τέλος μιας ολόκληρης εποχής.

Αναγνώριση στην τρίτη ηλικία
Στα χρόνια μετά τη δολοφονία, η Γιόκο Ονο κατέκτησε χωρίς προσπάθεια τον τίτλο της διασημότερης χήρας του πλανήτη. Ελάχιστοι βέβαια γνωρίζουν ότι λίγα χρόνια μετά το τραγικό συμβάν γιάτρεψε τη μοναξιά της με τη βοήθεια του διακοσμητή Σαμ Χαβαντόι και ότι έζησε μαζί του μέχρι το 2001 - για ευνόητους λόγους περιόρισε στο ελάχιστο τις δημόσιες εμφανίσεις μαζί του. Από την άλλη, από το 2000 η συμβολή στη σύχρονη κουλτούρα της χρονίως επισκιασμένης Ονο άρχισε να αναγνωρίζεται με τιμές. Πέρυσι βραβεύτηκε μάλιστα με το Χρυσό Λιοντάρι της Μπιενάλε Βενετίας για τη συνολική προσφορά της στην τέχνη και τον περασμένο μήνα πραγματοποίησε ρεσιτάλ με τη Lady Gaga, η οποία της είπε μπροστά στους θεατές «σ’ ευχαριστώ που είσαι τόσο τέλεια και που αποτέλεσες πηγή έμπνευσης για τόσες γυναίκες». Υπερβολική αυτή η δήλωση σεβασμού; Μάλλον όχι. Στα 77 της χρόνια η Γιόκο Ονο παραμένει ακατάβλητη: βγάζει νέους δίσκους, αναλαμβάνει ποικίλα καλλιτεχνικά σχέδια και εξακολουθεί να μάχεται για την παγκόσμια ειρήνη και τον φεμινισμό.
Πάρα πολλοί άνθρωποι, βέβαια, αγνοούν τη συνεισφορά της στην τέχνη. Ετσι, μόνο και μόνο επειδή τρεις δεκαετίες τώρα η Ονο διαχειρίζεται τα πνευματικά δικαιώματα του μακαρίτη Λένον, εκείνοι τη βλέπουν απλώς ως μια αντιπαθητική και ηλικιωμένη κυρία που φροντίζει αποκλειστικά για το συμφέρον της. Το μεγάλο ερώτημα είναι όμως το εξής: πώς μια Γιαπωνέζα χωρίς αστραφτερό ταλέντο ή εκτυφλωτική ομορφιά κατάφερε να αφήσει τόσο έντονο στίγμα στον δυτικό κόσμο; Και η μόνη απάντηση που μπορούμε να δώσουμε είναι πως η Ονο έδειξε με τα δρώμενά της ότι η τέχνη δεν ορίζεται και κυρίως δεν οριοθετείται. Ή, για να χρησιμοποιήσουμε τα εύστοχα λόγια του συγγραφέα της βιογραφίας «Woman», η Ονο αντιμετώπισε σαν έργο τέχνης τον ίδιο της τον εαυτό.

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Τρόμος και ρομάντζο

Όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Κ", Νοέμβριος 2010

Του Βύρωνα Κριτζά

Σ’ ένα υπέροχα φωτεινό και επιμελώς ατημέλητο υπόγειο ατελιέ στην Αγία Παρασκευή, ο Στέφανος Ρόκος ρυθμίζει τις τελευταίες λεπτομέρειες για τη νέα του έκθεση ζωγραφικής. Η μπλούζα του συγκροτήματος Grinderman που φοράει, αγορασμένη από πρόσφατη συναυλία του γκρουπ του Νικ Κέιβ στο εξωτερικό, με προϊδεάζει για έναν άνθρωπο ενημερωμένο και ενδιαφέροντα. Ο κύριος χώρος του δωματίου του καταλαμβάνεται από πίνακες, στα ράφια όμως κυριαρχούν τα βινύλια και στους τοίχους οι φωτογραφίες του Ντέιβιντ Μπάουι και των Roxy Music. Το πάντρεμα αυτό, της μουσικής με τη ζωγραφική, χαρακτηρίζει και την επερχόμενη έκθεσή του που έχει τίτλο «Τρόμος και Ρομάντζο σε Εναν Αλλο Πλανήτη»: «Ζήτησα από κάποιους μουσικούς που πάντα εκτιμούσα και θαύμαζα και που είχα κάποια σχέση μαζί τους να γράψουν ένα κομμάτι εμπνευσμένο από τον τίτλο και τα έργα. Η όλη διαδικασία κράτησε δύο χρόνια και το αποτέλεσμα είναι ένα cd με δεκαοχτώ πρωτότυπα τραγούδια. Θέλησα να το κυκλοφορήσω μόνος μου, χωρίς την εμπλοκή χορηγών ή εταιριών». Με συμμετοχές από την Αρλέτα, τους Κόρε. Ύδρο. αλλά και ξένων γκρουπ όπως οι Αμερικανοί Fiery Furnaces, το cd θα διατίθεται στο χώρο της έκθεσης.

Αποφοιτώντας πριν από δέκα χρόνια από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, ο Στέφανος Ρόκος απέκτησε μεταπτυχιακό στη Χαρακτική από το Wimbledon School of Art του Λονδίνου. Η φετινή έκθεση που θα πραγματοποιήσει στη γκαλερί Αγκάθι είναι η όγδοη προσωπική του (οι τρεις είχαν γίνει στα πλαίσια της Art Athina), ενώ τα τελευταία χρόνια έχει φιλοτεχνήσει εξώφυλλα δίσκων του Φοίβου Δεληβοριά και του Παύλου Παυλίδη. Οι ζωγραφιές του χαρακτηρίζονται από ένα αναγνωρίσιμο προσωπικό ύφος με ποικιλία χρωμάτων, λεπτά σχέδια, δόσεις σουρεαλισμού και αρκετούς συμβολισμούς. Στα καινούρια του έργα συναντάμε εικόνες καθημερινές, που έχουν όμως κάτι το απόκοσμο και πραγματεύονται τη συνύπαρξη της φωτεινής και της σκοτεινής πλευράς των πραγμάτων. Τον ρωτάω ποιο είναι το αγαπημένο του τραγούδι όλων των εποχών και πως θα το αποτύπωνε σε εικόνα: «Το “From Her To Eternity” του Νικ Κέιβ. Θεωρώ πως είναι το ομορφότερο ερωτικό τραγούδι που έχει γραφτεί ποτέ». Στο δεύτερο σκέλος της ερώτησης κομπιάζει. «Μου είναι αδύνατον να περιγράψω ένα έργο που έχω στο μυαλό μου. Πάντως σίγουρα θα υπάρχει κάπου πεταμένο το κλειδί του δωματίου 29 και ένα κομπρεσέρ».

Μίζερες απόψεις περί άνισης προβολής των καλλιτεχνών και έλλειψης υποδομών της χώρας δεν έχουν τόπο στα λεγόμενά του. Οταν όμως η συζήτηση φτάνει σε προσωπικότητες από άσχετους κλάδους που χρησιμοποιούν τις δημόσιες σχέσεις τους για να εκθέσουν πίνακες ανύπαρκτης καλλιτεχνικής αξίας, δείχνει φανερά δυσαρεστημένος. «Πρόκειται για αχόρταγους ανθρώπους που νομίζουν ότι μπορούν να τα κάνουν όλα, αλλά τελικά απλώς ενθουσιάζουν την αυλή τους με τα σκέρτσα τους. Το σωστό τελικά είναι να μη δίνουμε σημασία». Ο ίδιος καταφέρνει να βιοπορίζεται από τις εκθέσεις του, η εκάστοτε ανταπόκριση του κοινού όμως επηρεάζει άμεσα την οικονομική του κατάσταση. Σε κάθε περίπτωση, προτεραιότητά του είναι να συγκινήσει τον ανυποψίαστο παρατηρητή. «Το έργο τέχνης μπορεί να προκαλέσει την ίδια ακριβώς τεράστια ποικιλία συναισθημάτων με ένα τραγούδι, βιβλίο, ταινία, ποίημα ή θεατρική παράσταση. Αν αξίζει φυσικά. Θυμάμαι τον εαυτό μου να μένει κάθε φορά άφωνος μπροστά στα επιβλητικά έργα του Ρόθκο, τα αφηρημένα νούφαρα του Mονέ, ή τις διεστραμμένες εικόνες με τα κορίτσια του Χένρι Ντάργκερ. Όσο για τα δικά μου έργα, χαίρομαι που ξέρω ότι έχουν αγγίξει σε έναν βαθμό κάποιους ανθρώπους που εκτιμώ. Μακάρι να μάθω ότι αγγίζουν και περισσότερους».


Η έκθεση «Τρόμος και Ρομάντζο σε Εναν Αλλο Πλανήτη» κάνει εγκαίνια στην αίθουσα τέχνης Αγκάθι (Μηθύμνης 12 & Επτανήσου, Κυψέλη) στις 15 Νοεμβρίου, ώρα 20.00 και θα βρίσκεται εκεί μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου.

www.stefanosrokos.gr, www.horrorandromance.com



Τρίτη, 2 Νοεμβρίου 2010

Oh my GAD.



αναδημοσίευση από το περιοδικό Γυναίκα (Νοέμβριος 2010)

Γκρουπάκια υπάρχουν πολλά. Πόσα όμως από αυτά μπορούν να φτιάξουν ηλεκτρονική ποπ που να φλερτάρει με το mainstream κοινό και ταυτόχρονα να έχει κάτι να πει στους ψαγμένους; Η ιστορία των GAD. άρχισε το 2004, από δύο ανθρώπους -τον Hρακλή Αναστασιάδη και τον Κώστα Αντωνιάδη- που έγραψαν ένα μουσικό κομμάτι για τη συλλογή «Greek Electro vol. 2». Μετά από πολύωρες συζητήσεις γύρω από τη μουσική, αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους με ακόμη τρεις μουσικούς και να φτιάξουν ένα συγκρότημα. Οπως μου είπαν: «Ο μόνος ρεαλιστικός μας στόχος ήταν να καταφέρουμε να φτιάξουμε καλή μουσική και να προσεγγίσουμε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ακροατήριο. Αυτό δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα». Τελικά το ντεμπούτο άλμπουμ τους «System May Fall» υπήρξε ένα ακόμα πετραδάκι από αυτά που τάραξαν τα λιμνάζοντα νερά της αγγλόφωνης σκηνής και το τραγούδι «Τhe End of the Road» παίχτηκε από πολλούς ραδιοφωνικούς παραγωγούς που κατάλαβαν ότι υπήρχε ζωή και μετά τη Μόνικα.
Ο καιρός πέρασε και το καλοκαίρι οι GAD. έφτασαν στη δεύτερη δουλειά τους «Τhe Perfect Crime». Αυτή τη φορά επέλεξαν πιο σκοτεινό ήχο και χρησιμοποίησαν περισσότερες κιθάρες, χωρίς να βάλουν στην άκρη τα αγαπημένα τους συνθεσάιζερ. Στο «Οver the Moon» τραγούδησε μάλιστα ο Κωνσταντίνος Βήτα, ένας από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του γκρουπ. Το τραγούδι που γνώρισε τη μεγαλύτερη αποδοχή ήταν πάντως το «Waves», το οποίο έγινε και σάουντρακ δημοφιλούς τηλεοπτικού σποτ. Δίστασαν άραγε πριν πάρουν την απόφαση; Μάλλον όχι: «Από τη στιγμή που η διαφήμιση δεν προσβάλλει και δεν εκθέτει το τραγούδι και τους GAD., δεν υπήρξε λόγος να είμαστε αρνητικοί ως προς την παραχώρηση».

Οχι στη μιζέρια

Γενικότερα, ενδιαφέρονται να απευθυνθούν σε ένα ευρύτερο ακροατήριο ή τους αρκούν οι λίγοι και φανατικοί; Η απάντησή τους δεν μου άφησε καμία αμφιβολία: «Θέλουμε να απευθυνθούμε σε όσο δυνατόν περισσότερο κόσμο, χωρίς όμως να προχωρήσουμε σε εκπτώσεις και συμβιβασμούς σ' αυτό που κάνουμε. Ούτε περιοδεύων θίασος θέλουμε να γίνουμε, ούτε να πουλήσουμε την ψυχή μας στον διάβολο. Από την άλλη, δεν επιθυμούμε να γίνουμε εσωστρεφείς και μίζεροι».
Οταν βγαίνουν για ποτό, οι GAD. αποφεύγουν τα πολύβουα κλαμπ και προτιμούν ήρεμα και ζεστά στέκια όπου μπορούν να συζητήσουν και να σχεδιάσουν τις μελλοντικές τους κινήσεις - ένα από αυτά βρίσκεται στην πλατεία Μερκούρη στα Πετράλωνα. Τους ζήτησα να μου πουν ποια χαρακτηριστικά βρίσκουν γοητευτικά σε μια γυναίκα -πέρα από την εξωτερική εμφάνιση- και, προς έκπληξή μου, πήρα πρωτότυπη απάντηση: «To πόσο προσαρμοστική μπορεί να είναι σε διαφορετικές παρέες και συνθήκες». Κατά τ' άλλα, δεν βλέπουν το συγκρότημα ως επάγγελμα αλλά ως αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους. «Οι GAD. είναι ένα σημαντικό κομμάτι της καθημερινότητας μας, το οποίο μας δίνει δύναμη, δημιουργικότητα και φαντασία, παρά τις αντιξοότητες, δυσκολίες και ατυχίες που μπορεί να μας προκύπτουν», μου είπαν. Για το τέλος άφησα το πιο δύσκολο αλλά και το πιο ουσιαστικό ερώτημα. Ποια είναι η ομορφότερη στιγμή που έχουν ζήσει παίζοντας μουσική; «Το διαρκές, απρόσμενο και ασταμάτητο χειροκρότημα του κόσμου λίγο προτού εμφανιστούμε στην σκηνή του γεμάτου Σταυρού του Νότου, πριν από ενάμιση χρόνο», μου είπαν. Oι πιθανότητες να χειροκροτηθούν περισσότερο στο μέλλον είναι πολύ σοβαρές.

Το άλμπουμ «The Perfect Crime» κυκλοφορεί από τη Shift Records.

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

The movies are allright

Η καλύτερη καινούρια ταινία που είδα τον Οκτώβρη είναι το "Τhe kids are allright". Συγκινητική κομεντί χωρίς συναισθηματικούς εκβιασμούς και με απλό αλλά δυνατό σενάριο. Πολύ καλό είναι επίσης το "Brilliant love", ανεξάρητη παραγωγή από τη Βρετανία που προβλήθηκε στις Νύχτες Πρεμιέρας, παρουσία του σκηνοθέτη. Την ερχόμενη εβδομάδα έρχεται το "Yoy will meet a tall dark stranger" του Woody Allen και βέβαια το "Social Network" που ασχολείται με το φαινόμενο Facebook και χαρακτηρίστηκε ταινία της χρονιάς από το περιοδικό "Rolling Stone". Στις 4 Νοεμβρίου τα βλέματα θα στραφούν στο "Somewhere" της Σοφίας Κόπολα.

O ελληνικός κινηματογράφος, από την άλλη, ξαναχτυπά με το «Άτενμπεργκ», τη «Χώρα προέλευσης» και το «Μαχαιροβγάλτη», τρεις ταινίες που θίγουν την ασφυξία της ελληνικής οικογένειας, όπως συνέβη πέρυσι με τον «Κυνόδοντα» και τη «Στρέλλα». Ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος έδινε στους ανθρώπους γέλιο γιατί αυτό είχαν ανάγκη. Τώρα οι ενδιαφέρουσες ελληνικές ταινίες, χωρίς να αποφεύγουν απαραίτητα το χιούμορ, εστιάζουν στη δημιουργία προβληματισμού. Γιατί, πολύ απλά, αυτό χρειαζόμαστε.

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Αρλέτα - Λάκης

αναδημοσίευση από το avopolis.gr

Το σπίτι της κυρίας Αρλέτας βρίσκεται στην Πλατεία Κυψέλης. Κάθεται ήσυχη σε μια αναπαυτική πολυθρόνα και ο κόσμος έξω μοιάζει υπερβολικά θορυβώδης. Δίπλα της ο Λάκης Παπαδόπουλος, φίλος από τα παλιά, σκαλίζει τα διακοσμητικά του καναπέ με περιέργεια μικρού παιδιού. Πάω κι εγώ εκεί με τις αγχωμένες ερωτήσεις μου και προσπαθώ να τους αποσπάσω την προσοχή. Δύο εξέχουσες προσωπικότητες του ελληνικού τραγουδιού μιλούν με αφορμή τις κοινές παραστάσεις τους στο Σταυρό Του Νότου κάθε Δευτέρα και Τρίτη.
Κείμενο-συνέντευξη: Βύρων Κριτζάς.

Γιατί παίζετε μαζί φέτος;

Αρλέτα: Είμαστε σαν τη μπύρα: γιατί έτσι μας αρέσει! Υπάρχει καλύτερος λόγος; Απευθυνόμαστε σε μαθητές, φοιτητές και ανέργους. Παίζουμε κάθε Δευτέρα και Τρίτη και μάλιστα νωρίς –δηλαδή αντί να πάει κάποιος σε ένα σινεμά, μπορεί να έρθει σε εμάς. Είναι η πρώτη φορά που παίζουμε μαζί.

Τι είναι αυτό που σας ενώνει; Είναι κοινή η ιστορία την οποία θα πείτε στον Σταυρό Του Νότου ή ο ένας θα συμπληρώσει τα κενά του άλλου ας πούμε;

Αρλέτα: Είμαστε και οι δύο πλήρεις όπως βλέπεις, κενά δεν έχουμε.

Λάκης: Με την Αρλέτα δεν έχουμε κάνει ποτέ στενή παρέα. Αλλά πάντα, όταν με ρωτούσαν οι δημοσιογράφοι για έναν φίλο που έχω κάνει μέσα από αυτό το επάγγελμα, πάντα το όνομά της ερχόταν στο μυαλό μου.

Αρλέτα: Δεν έχεις κι άδικο. Εγώ είμαι φίλη σου. Εσύ είσαι φίλος μου;

Λάκης: Πώς δεν είμαι; Έχουμε συνάφεια. Κι όταν καθόμαστε στο αυτοκίνητό μου από τότε μέχρι σήμερα, ευχαριστιόμαστε με τις ίδιες μουσικές. Έχουμε εκλεκτική συγγένεια, έτσι θα το έλεγα. Και ως προς τον τρόπο ζωής μας κατά κάποιο τρόπο.

Αρλέτα: Όχι, εσύ έχεις πιο πλουσιοπάροχη ζωή από ’μένα.

Λάκης: Έχω δουλέψει και πολύ περισσότερο.

Αρλέτα: Σαφέστατα. Εγώ γενικά είμαι εναντίον της εργασίας. Έχω σπουδάσει ζωγραφική και κάνω αυτά που μ’ αρέσουνε: ζωγραφίζω, γράφω, παίζω και πολύ σπανιότερα τραγουδάω. Αλλά αυτό το τελευταίο είναι σημαντικό για ’μένα γιατί είναι ο μόνος τρόπος να έρθω σε επαφή με τον κόσμο. Είμαι πολύ κλεισμένη, καθόλου κοινωνική. Επικοινωνιακός άνθρωπος είμαι, αλλά δεν είμαι καθόλου κοσμική. Ενώ ο Λάκης ξέρεις τι ωραίος που είναι με φράκο;

Λάκης: Επίσης και με κομπινεζόν! Το φοράω σε κάποιες παραστάσεις (γέλια!).


Η παράσταση λέγεται «Αν σηκωθώ, θα έρθω». Ποιος σκέφτηκε τον τίτλο;

Αρλέτα: Eγώ το είπα, αλλά αυτός το επέλεξε.

Λάκης: Λέγαμε να το κάνουμε και μεγαλύτερο: «Aν σηκωθώ και δεν πάρω μαζί την πολυθρόνα, θα έρθω». Σκαλώνει στα πλάγια και στους δυο μας, κατάλαβες; Επίσης μπορούμε να είμαστε παντού μαζί, εκτός από το ασανσέρ του μαγαζιού, γιατί δεν χωράμε! (γέλια)

Δεν την πολυδιαφημίσατε την παράσταση. Και θα έχετε και σπέσιαλ καλεσμένους μαθαίνω…

Αρλέτα: Ναι. Θα είναι ο Γερμανός, ο Δεληβοριάς, ο Μαρίνος, ο Μητροπάνος, ο Πουλικάκος, η Ρεμπούτσικα και ο Σαββόπουλος. Αν συνεννοηθούν για διαφήμιση μ’ εμένα θα μάθει ο κόσμος ότι τραγουδάμε σε δέκα χρόνια... Είμαι τόσο καλή σ’ αυτά! Αν και τώρα με το ίντερνετ όλα μαθαίνονται. Σπουδαία εφεύρεση, δεν μπορείτε να πείτε. Μπαίνω και βλέπω κάτι γατάκια εκεί μέσα… Πολύ μου αρέσουν!

Λάκης: H μεγαλύτερη εφεύρεση του 20ου αιώνα. Πήγα να κάνω μια εγχείρηση και είπα «Θεέ μου βοήθα με να ζήσω, να πάω σπίτι μου βάλω στο YouTube τραγούδια που τα λάτρευα και δεν ήξερα πώς να τα βρω.


Ναι αλλά λεφτά απ’ το YouTube δεν βγάζετε σαν καλλιτέχνες…

Λάκης: Ουδέν καλό αμιγές κακού. Εγώ προχτές άκουγα κάτι τραγούδια του ’50 τα οποία είχαν εκατομμύρια προβολές. Πόσοι θα τα αγόραζαν; Κάνει καλό στην πολυφωνία. Η μουσική είναι γεμάτη γέφυρες και το ίντερνετ βοηθάει στο να μην κοπούν.


Πρόσφατα κύριε Παπαδόπουλε δώσατε τραγούδια σε μια μεγάλη εφημερίδα. Είναι τελικά μονόδρομος η κίνηση αυτή για τους δημιουργούς της γενιάς σας;

Λάκης: Έλα μωρέ, και από τις εφημερίδες είναι πενιχρά τα έσοδα...

Aρλέτα: Εγώ είμαι εναντίον αυτού, γενικώς. Σε τραγούδια δικά μου είμαι εναντίον, άμα είναι άλλων δεν έχω αντίρρηση. Το θέμα είναι όταν ένα CD διανέμεται οπουδήποτε, καταντάει ένα ευτελές προϊόν. Από εκεί και πέρα, για κάτι που έχει γίνει, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Είναι ένα γεγονός. Πάντως προσωπικά δεν έχω πάρει ούτε μια δραχμή από αυτά τα πράγματα και δεν πιστεύω πως πρόκειται να πάρω και ποτέ.


Πέρυσι σας είχα δει στο Παλλάς. Σα να μη σας ταίριαζε πολύ ο χώρος…

Αρλέτα: Koίτα μάνα μου, να σου πω ένα πράγμα; Δεν με ενδιαφέρει ο χώρος. Με ενδιαφέρει να έχω καλούς μουσικούς και να περνάει καλά ο κόσμος. Και πάνω απ’ όλα να έχω καλό ήχο. Αυτό πουλάω. Αργότερα θα αρχίσω να χορεύω κιόλας, όχι ακόμα!


Πολλοί νέοι τραγουδοποιοί έχουν περισσότερα έξοδα απ΄ότι έσοδα όταν κυκλοφορούν ένα CD ή κάνουν μια συναυλία. Συνέβαινε και παλιά αυτό;

Λάκης: Εμείς δεν έχουμε πληρώσει ποτέ για να κάνουμε δίσκο. Κοίτα, ο καθένας πρέπει να έχει και μια πισινή. Δεν μπορεί να πουλάνε όλοι οι καλλιτέχνες. Εγώ ποτέ δεν είχα και τα δύο πόδια στη μουσική. Έχω τριάντα χρόνια ένσημα εργασίας, από διάφορες δουλειές. Αυτό προτείνω λοιπόν στα παιδιά. Δεν γίνεται αλλιώς. Μπορεί να είναι ο άλλος ροκάς και ονειροπόλος, αλλά με το που θα έρθει ο πρώτος γάμος και το πρώτο παιδί, θα αναγκαστεί να κάνει άτακτη υποχώρηση, η οποία θα τον πειράξει και στο μυαλό και σε όλα. Και αυτά που λένε για καριέρες στο εξωτερικό με τα ξενόγλωσσα είναι νομίζω όνειρα θερινής νυκτός. Σιγά μην αφήσουν οι Άγγλοι π.χ. την πόρτα ανοιχτή σε έναν που δεν είναι δικός τους, σε ένα πολίτη Β’ κατηγορίας όπως έχουν χαρακτηρίσει τον Έλληνα. Λυπάμαι που το λέω, αλλά έτσι είναι.

Αρλέτα: Στην Ελλάδα έχουν γίνει μεγάλα εγκλήματα, πολύ μεγαλύτερα απ΄ότι ο κόσμος ξέρει. Την εποχή που ο Χατζιδάκις έπαιρνε Όσκαρ και η Μερκούρη ήταν στα ντουζένια της και η Μούσχουρη βρισκόταν σε ψηλό επίπεδο και γενικά υπήρχε ένα άνοιγμα για την ελληνική μουσική, δεν έγινε τίποτα. Σου το λέω επειδή είμαι θύμα αυτού του πράγματος.


Τι έπρεπε να γίνει δηλαδή;

Αρλέτα: Πολλά. Ένα πράγμα θα σου πω: Εμένα είχε έρθει ξένη εταιρία να με υπογράψει και τους σταμάτησαν από ’δω. Τους είπαν «όχι, είναι τρελή και δεν θα κάνει τίποτα». Τρελή είμαι, αλλά όχι αυτού του είδους που εννοούσαν. Αν δεν ήμουνα τρελή θα είχα κάνει άλλα πράγματα, δεν θα μιλούσαμε σήμερα αγόρι μου. Εγώ δεν επεδίωξα να γίνω καλλιτέχνης. Είμαι φορέας αυτού του πράγματος. Όπως άλλος είναι φορέας του AIDS, εγώ είμαι φορέας του τραγουδιού και της Τέχνης. Και δεν θεραπεύεται αυτό.


Σας κάνει να υποφέρετε;

Αρλέτα: Πάρα πολύ, μα δεν το αλλάζω με τίποτα. Όσα έχω τραβήξει δεν τα εύχομαι σε κανέναν, όμως δεν τα αλλάζω κιόλας γιατί με έχουν κάνει να βλέπω τη ζωή πολύ πιο πλατιά απ’ ότι ο μέσος όρος. Θα σου πω ένα πράγμα: Δεν είμαι ψωνάρα. Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλές ψωνάρες και πέτυχαν. Ο κόσμος ξέρει τι γίνεται μόνο στο ένα δέκατο τον καλλιτεχνών. Αλλά επειδή καμία αλήθεια δεν μένει ατιμώρητη, σταματάω εδώ.


Ο κύριος Παπαδόπουλος είχε και μια πισινή όλα αυτά τα χρόνια. Εσείς;

Aρλέτα: Όχι, αλλά είμαι ένας πολύ λιτός άνθρωπος, με ελάχιστες ανάγκες και μπορούσα και τις κάλυπτα. Είχα μόνο ένα σπίτι από τους γονείς μου και το θεωρούσα μεγάλο προνόμιο, δεν μου χρειαζόταν τίποτα άλλο.

Λάκης: Ένα ανέκδοτο άκουσα σήμερα και θα σας το πω: Πάει ένας στον οδοντίατρο και λέει «γιατρέ, τα δόντια μου είναι κατακίτρινα». Και του απαντάει ο οδοντίατρος «δεν πειράζει, συνδύασέ το με μια πράσινη γραβατούλα» (γέλια).

Αρλέτα: Για να επιστρέψω σε αυτά που έλεγα, οι άνθρωποι δίνουν τόση σημασία στο τι λένε οι άλλοι γι’ αυτούς, ώστε ξεχνάνε ποιοι είναι οι ίδιοι. Δεν έχουν ό,τι οι αρχαίοι έλεγαν «γνώθι σ’ αυτόν». Δηλαδή σε ρωτώ: Eάν εγώ αποφασίσω να χορέψω τη Λίμνη Των Κύκνων έτσι όπως είμαι, τι θα πεις;

Λάκης: Aνάλογα. Αν θες να κάνεις τη λίμνη, μπορείς!

Αρλέτα: Nαι, ίσως! Αλλά μου λένε ορισμένοι «πώς έχεις το κουράγιο και συνεχίζεις να τραγουδάς;». Μα είναι κάτι που μου κάνει καλό! Εγώ τραγουδάω για να θεραπευτώ, δεν έχω άλλο λόγο.

Λάκης: E βέβαια. Ο γιατρός της είπε τρεις κουταλιές σιρόπι και μια εμφάνιση στο Σταυρό Του Νότου (γέλια!).


Εσείς πώς διαλέγετε φωνές για τα τραγούδια σας; Σας ρωτάω γιατί έχετε τη μεγαλύτερη ποικιλομορφία δισκογραφικών συνεργασιών που μπορώ να σκεφτώ σε Έλληνα συνθέτη…

Αρλέτα: Δεν διαλέγει, όποιον πέσει μπροστά του παίρνει!

Λάκης: Koίτα, συνήθως σκέφτομαι κόντρες. Να πει ας πούμε ο Μαργαρίτης μια μπαλάντα, όπως τον “Σημαδεμένο”. Αλλά νομίζω οι καλύτερες μπαλάντες μου έχουν δοθεί στην Αρλέτα, εκεί στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Και δεν το λέω επειδή είναι μπροστά, το ξέρουν όλοι.


Με τη Μαριανίνα Κριεζή πώς δουλεύατε τα τραγούδια;

Λάκης: H Μαριανίνα είναι ένα μεγάλο ταλέντο. Αλλά νομίζω πως κάποια στιγμή εξάντλησε όλα τα ζώα. Έβαλε γάτες, πιγκουίνους, τίγρεις...

Αρλέτα: Tελειώναμε το Περίπου με το Λάκη, το οποίο το απορρίψανε τρεις εταιρείες μέχρι να βγει. Κατά σύμπτωση ήρθε προς το τέλος των ηχογραφήσεων η Μαριανίνα στο στούντιο, άκουσε μερικά τραγούδια, ενθουσιάστηκε και είπε θέλω κι εγώ να δώσω. Εκείνη την ημέρα ο Λάκης, κατεβαίνοντας τα σκαλιά της ΕΡΤ, εμπνεύστηκε τη μελωδία για τη “Σερενάτα”. Δεκαεφτά σκαλιά κατέβαινε τρέχοντας και ήταν αρκετά. Πρώτα ήρθε η μουσική και μετά οι στίχοι, αυτό είναι το απίστευτο. Και τελευταίο προστέθηκε το ρεφρέν, που γράφτηκε στο σπίτι μου. Στην αρχή ήταν πιο αργό. Το παίξαμε σε κάτι φίλους και έβαλαν κάτι κλάματα... Δεν μπορούσαμε να τους μαζέψουμε! Κατά βάση είναι ένα πολύ θλιμμένο τραγούδι.

Λάκης: Εμένα, πέρα από την πλάκα, με βοήθησε πολύ η καλαισθησία της Μαριανίνας Κριεζή και την έχω πολύ ψηλά σαν στιχουργό. Δεν είναι εύκολο να κλάψεις με έναν στίχο. Η Μαριανίνα μας ταξιδεύει και για εμάς είναι φίλη παντοτινή.

Αρλέτα: Θεωρώ πως είναι η σημαντικότερη στιχουργός της γενιάς της. Και με απόσταση. Οι στίχοι της είναι πολύ γεροί. Και δεν είναι από αυτούς που θα τους πεις τρεις φορές και μετά θα τους βαρεθείς. Κάθε φορά σου βγάζουν και κάτι άλλο. Εγώ έτσι τα κρίνω τα τραγούδια. Το πρώτο τραγούδι του Λάκη που άκουσα είναι το “Έρχεται Κρύο” σε στίχους Κυριάκου Ντούμου. Και παραμένει ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια.


Ο Λάκης Παπαδόπουλος είχε έρθει σε εσάς ή εσείς σε αυτόν;

Αρλέτα: O Λάκης πήγε στον Πατσιφά στη Lyra και ζήτησε να δουλέψει μαζί μου. Tου είπε αυτή είναι τρελή, άσ’ τη να κάνει τα δικά της. Όταν τελικά ήρθε σπίτι μου, του είπα να μου δώσει μέχρι τρία τραγούδια. Δεν πτοήθηκε ούτε από αυτό. Ήταν αποφασισμένος να συνεργαστεί μαζί μου.

Λάκης: Bέβαια! Έχεις ακούσει την Αρλέτα στην Τρίτη Ανθολογία του Γιάννη Σπανού; Θα σου πω τρία τραγούδια με τα οποία κλαίω όταν τα ακούω: “O Θρήνος Της Μάνας”, “Σε Είπανε Θεό” και “Η Ομίχλη Μπαίνει Από Παντού Στο Σπίτι”. Τρομερά τραγούδια και βέβαια αριστουργηματικές ερμηνείες. Εκεί την αγάπησα την Αρλέτα και όχι στο Νέο Κύμα.


Έχετε περάσει και οι δύο τα εξήντα. Εξακολουθείτε να παίρνετε μεγάλες συγκινήσεις από τη μουσική, ακούγοντας π.χ. ένα CD;

Λάκης: Εγώ δεν είμαι του CD. Είμαι του τραγουδιού. Ένα τραγούδι μπορεί να το βάλω και να το ακούω συνέχεια. Η Αρλέτα νομίζω ακούει ολόκληρες δουλειές.

Αρλέτα: Προσωπικά δεν ακούω μουσική παρά ελάχιστα. Αλλά όταν ακούω κάτι τέσσερις, πέντε φορές χωρίς να με εκνευρίσει ή να με κουράσει, τότε ξέρω ότι είναι καλό. Το “Χάρτινο Το Φεγγαράκι” του Χατζιδάκι το τραγουδάω απ’ όταν θυμάμαι τον εαυτό μου και κάθε φορά μου δίνει την ίδια συγκίνηση, ίσως και περισσότερη. Το “Μια Φορά Θυμάμαι” ο κόσμος κάθε φορά το θέλει το ίδιο. Τα καλά τραγούδια είναι αυτά που όχι μόνο αντέχουν στο χρόνο, αλλά όσο περνάει ο καιρός γίνονται καλύτερα. Είναι σαν το κρασί.