Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Π + Φ

Όταν ήμουνα μικρός (2009-2010), διατηρούσα στην τελευταία σελίδα του περιοδικού Sonik μια στήλη όπου διάφοροι άνθρωποι της μουσικής μου έγραφαν ένα κείμενο για το "δίσκο που τους άλλαξε τη ζωή". Η ιδέα μου δεν ήταν ιδιαίτερα πρωτότυπη. Για την ακρίβεια, την είχα ξεσηκώσει ξεδιάντροπα από το βρετανικό περιοδικό Mojo. 
Πήγε καλά. Επί δύο χρόνια περίπου πέρασαν διάφοροι, από τον Πορτοκάλογλου ("Τhe White Album") μέχρι τον Νένε ("Horses") και από τον The Boy ("Συνθετικοί") μέχρι τον Locomondo ("Born in the U.S.A."). 
Έφαγα βέβαια και πόρτες. Ο Ανεστόπουλος δεν έστειλε ποτέ, ο Νικήτας Κλιντ ένιωσα πως βαρέθηκε μόνο που του το 'πα στο τηλέφωνο και ο Παυλίδης δεν κατάφερε εν τέλει να διαλέξει μεταξύ Leonard Cohen και Κώστα Χατζή. 
Δύο από τα πιο όμορφα κείμενα πάντως ήταν τα πρώτα που ήρθαν, συναισθηματικά και διεισδυτικά, από δύο καλλιτέχνες που επιβεβαιώνουν την κοινή παραδοχή πως ο άξιος λόγου μουσικός είναι πρωτ' απ' όλα καλλιεργημένος ακροατής. 



O Φοίβος Δεληβοριάς γράφει για το Γκάλοπ (1985) της Λένας Πλάτωνος.

 Στην Πάτμο είχαμε πάει διακοπές το 1992. Η Σταυρούλα, ο Νίκος Ράλλης κι εγώ. Είχαμε μόλις τελειώσει το σχολείο και προσποιούμασταν ότι ήμαστε όπως όλοι. Το αντίσκηνό μας ήταν ίδιο με όλων των υπολοίπων στο κάμπινγκ, κιθάρα και κασετόφωνο κουβαλούσαμε κι εμείς όπως οι περισσότεροι.. Μόνο το βράδυ εξαντλημένοι απ’την επίθεση της οργανωμένης φύσης, κλείναμε το φερμουάρ και ακούγαμε απ’ όλες τις κασέτες την πιο παράταιρη, την πιο ταιριαστή στο αποκαλυπτικό νησί μας: το Γκάλοπ της Λένας Πλάτωνος. Εγώ την Πλάτωνος την είχα δει μικρός σ’ ένα ασανσέρ. Η μαμά μου μου είπε ότι είχε γράψει τη «Ρόζα Ροζαλία» και ότι έκανε μάθημα πιάνου στη Δάφνη, ένα κοριτσάκι που ήξερα. Είχε κάτι πράσινα, μεγάλα μάτια κι έδειχνε να’ναι από ένα μέρος που ήξερα κι εγώ. Δεν είχα αφήσει εκείνη την εικόνα ως το καλοκαίρι του ’92, δεν ήξερα όμως τι να κάνω μ’ αυτήν ως τότε.
Ώσπου ο Νίκος μου’ δωσε πριν ξεκινήσουμε για Πάτμο τρεις-τέσσερεις δίσκους της. Ξέχασα οτιδήποτε άλλο σήμαινε μουσική ως τότε και ρίχτηκα στο Σαμποτάζ και στον Καρυωτάκη. Τα άκουγα και μ’ έπιανε μια παράξενη χαρά που έμοιαζε με φόβο, όπως συμβαίνει πάντα όταν η Τέχνη ζητάει κάτι περισσότερο από σένα, πέρα απ’ το να την απολαύσεις. Οι δίσκοι αυτοί ζητούσαν όλο μου τον εαυτό, όλες μου τις συνήθειες και τις ομοιότητες με τους άλλους. Ήθελαν εγώ να είμαι αλλιώς. Έστω όμως ότι αυτοί φέρναν κάτι απ’ το ροκ της εφηβείας μου κι από τον Χατζιδάκι στον οποίο ήδη έιχα βαφτιστεί. Το Γκάλοπ όμως; Το Γκάλοπ ήταν διαφορετική υπόθεση. Ο τρόπος που ακουγόντουσαν τα ελληνικά εκεί μέσα, πάνω απ’ τα αναλογικά συνθεσάϊζερ κι από τα χειροποίητα μπιτ, η φωνή της ίδιας που μιλούσε σαν ένα κορίτσι χαμένο σε μια μελλοντική μαύρη τρύπα, δεν είχαν τίποτα από την εποχή εκείνη, κι ας είχαν περάσει ήδη εφτά χρόνια από την κυκλοφορία του. Η μουσική εκείνη δεν υπήρχε ακόμα- εδώ τουλάχιστον. Την είχε ακούσει μόνη της σ’ ένα δωμάτιο πλάϊ στους «δήμιους της Αμερικάνικης Πρεσβείας» και μας την είχε στείλει σαν μέσα σε μπουκάλι, πανικόβλητη. Το «Μια άσκηση φυσικής άλυτη», το «Τι νέα, Ψιψίνα;», το «Κι ακούμε σ’ αγαπω» και πάνω απ’ όλα ο «Μάρκος», ήταν τα τραγούδια που θα’πρεπε να γραφτούν κάποτε για όλα εκείνα που θα ζούσαμε, τα μοναδικά χρήσιμα, με τις μόνες λέξεις και τους μόνους ήχους που θα μπορούσαν να μας χωρέσουν.
Ακόμα και σήμερα δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι τα τραγούδια αυτά έχουν ήδη γραφτεί, το ‘85.  Δεν μου φαίνεται όμως καθόλου παράξενο που με το που ανακοινώθηκε πρόσφατα η δισκογραφική επιστροφή της και η συναυλία της στο Ηρώδειο, ένα σωρό αθόρυβοι ως τότε άνθρωποι, από διάφορες ηλικίες και γενεές αισθάνθηκαν να το γιορτάζουν. Γιατί η Πλάτωνος ήταν το καλά κρυμμένο μυστικό του τραγουδιού μας, όπως ο Καρυωτάκης ήταν ό,τι απωθούσε για χρόνια η εθνική μας ποίηση. Γι’ αυτό και τώρα η συγκυρία φέρνει σ’όλους εμάς που την ακούγαμε κρυφά, ένα συναίσθημα ωραίο, αλλά μετέωρο. Τι μπορεί να σημαίνει για την από δω και πέρα μουσική μας, το ότι συναντηθήκαμε επιτέλους όλοι με την Πλάτωνος; Θα την «κλασικοποιήσουμε» κι αυτήν όπως όλους τους μεγάλους, κάνοντάς την απωθητική για τους νεώτερους; Ή θα ακολουθήσουμε το δύσκολό της κάλεσμα σε μια ζωή που δεν την ορίζουν οι κάθε λογής «ιδιοκτήτες, που δεν ξέρουν τι ζητάνε-κι έτσι μας μπερδεύουν-κι έτσι μας πολεμάνε»; Για να δούμε. Εγώ είμαι ακόμα κλεισμένος σ’ ένα αντίσκηνο στην Πάτμο με τη Σταυρούλα και το Νίκο κι ακούμε για 5η φορά σε μια νύχτα το Γκάλοπ. Και εύχομαι μέσα μου αυτή η νύχτα να μην τελειώσει ποτέ.




Ο Π.Ε. Δημητριάδης γράφει για το Automatic for the people (1992) των R.E.M.

Watch the road and memorize/This life that pass before my eyes. Ήταν φθινόπωρο του 1992, άρχιζε η Β΄ Γυμνασίου. Η πρώτη μου επαφή με τους R.E.M. είχε συντελεστεί ενάμιση χρόνο πριν (άνοιξη του 1991) ως ακραία αποστροφή απέναντι στο video clip (μια από τις πρώτες επαφές μου με το είδος) του “Losing My Religion”, που λίγους μήνες μετά, δεν ξέρω πώς (ή μάλλον ξέρω), είχε μεταστραφεί σε «κάτι σαν έρωτα» (οι περισσότεροι από σας καταλαβαίνετε ακριβώς τι εννοώ) για το συγκρότημα. Έχοντας «λιώσει», λοιπόν, τις σε κασέτα εκδόσεις των Out Of Time, The Best Of… και Green (χωρίς να ξέρω ουσιαστικά τι είναι αυτό που ακούω και μου παρέχει τέτοια ηδονή χωρίς να καταλαβαίνω τι πραγματικά λέει) περίμενα με αγωνία, που από τη μελλοντική μου εμπειρία μόνο με την ερωτική θα μπορούσα να παραλληλίσω, τον καινούριο δίσκο των R.E.M., που είχα ενημερωθεί από τις ειδήσεις του MTV ότι θα κυκλοφορήσει στις 6 Οκτωβρίου (δεν το θυμάμαι, το είδα τώρα στο AMG), ενώ είχα ήδη «πωρωθεί» από το αινιγματικά γοητευτικό (τραγούδι και video clip) -και λόγω του υπονομευτικά αψυχολόγητου ως επιλογής-, πρώτο single Drive”, που και έριχνε πολύ λάδι στη φωτιά του μύθου που «οργίαζε» στο κεφάλι μου και αηδίαζε την κοπέλα με την οποία ήμουνα (ανομολόγητα) «ερωτευμένος». Μετά από απελπισμένες επισκέψεις στα δισκοπωλεία, χρειάστηκε να περιμένω μερικές βασανιστικές μέρες ακόμα για να αποκτήσω το Automatic For The People από το δισκοπωλείο «Πασπαρτού», όπου είχαμε πάει μαζί με το συμμαθητή μου Κώστα Αλεξάκη (του Γεωργίου), καλή του ώρα εκεί που είναι, μετά τα Αγγλικά (ήταν στο δρόμο πάνω από το φροντιστήριό μας), για να αγοράσουμε εγώ τον εν λόγω δίσκο και αυτός τον καινούριο δίσκο των Toto με την επιτυχία “Dont Chain My Heart (Dont Chain My Soul)” (μάλιστα την επόμενη μέρα είχαμε συμφωνήσει να δώσει ο καθένας στον άλλο μια αντιγραμμένη κασέτα από το δίσκο που αγοράσαμε - η αλήθεια είναι πως δεν άκουσα ποτέ την κασέτα των Toto...).
Είχε ήδη νυχτώσει, γύρισα σπίτι, έβαλα το δίσκο στο πικάπ που είχαμε στο σαλόνι (τώρα υπνοδωμάτιο της γιαγιάς μου) και τον άκουσα με ακουστικά. Δίπλα η μάνα μου βοηθούσε την αδερφή μου στα μαθήματα, αλλά ήταν σαν να μην υπήρχαν. Δεν έχω καθόλου καλή μνήμη, αλλά πιστεύω πως αυτές οι στιγμές δεν ξεχνιούνται ούτε με αλτσχάιμερ. Και τα αξέχαστα δεν περιγράφονται με λόγια, τρέμεις να τα μοιραστείς, τόσο από σεβασμό στην πολύτιμη ιδιωτικότητά τους όσο και για να μην αδικηθεί το άπειρο και πολυδιάστατο του συναισθήματος από το πεπερασμένο και μονοδιάστατο του πεζού λόγου. Για τους ίδιους λόγους θα ήθελα να αποφύγω χαρακτηρισμούς «μουσικολογικού» τύπου και κρίσεις για το δίσκο ή μεμονωμένα τραγούδια του, καθώς πολύ απλά όλα αυτά δεν έχουν καμιά αξία όταν το προσδιοριζόμενο αντικείμενο έχει εξυψωθεί (και εξιδανικευτεί) στην προσωπική σφαίρα του συναισθήματος και της μνήμης, και δη της προ-εφηβικής.
Έζησα με το Automatic (χωρίς ένθετο με τους στίχους -οι σοφοί R.E.M. της πρώτης δεκαπενταετίας φρόντιζαν να μην παρέχουν τέτοιο- ούτε internet για να μου το «χαλάσει»), με την έννοια της τακτικής (που τότε σήμαινε για ένα δίσκο: καθημερινής) ακρόασης για παραπάνω από ένα χρόνο, είναι μακράν ο πιο πολυακουσμένος δίσκος της δισκοθήκης μου. Για πολλά χρόνια, και έχοντας ακούσει εκατοντάδες άλλους δίσκους, πολλούς από τους οποίους αγάπησα και δέθηκα μαζί τους αλλά ποτέ σ’ αυτό τον «ακραίο» βαθμό, δεν είχα ακούσει το Automatic, τόσο από κορεσμό και προτεραιότητα σε καινούρια, προοδευτικά αυξανόμενα, ακούσματα όσο και από φόβο μήπως έχει χάσει κάτι από την εσωτερικά κατοχυρωμένη αξία του. Σήμερα, 18 χρόνια μετά την πρώτη ακρόαση, και πηγαίνοντας κόντρα στην, μάλλον αυθαίρετη, προσωπική μου πεποίθηση ότι τα μεγάλα πράγματα δεν είναι για πάντα (περισσότερο άλλοθι για τα συναισθηματικά μου σκαμπανεβάσματα και μια ναρκισσιστικο-ψυχαναγκαστική τάση απομυθοποίησης που με διακατέχει), έβαλα να ακούσω ξανά το Automatic, ως βοηθητική συνοδεία στη συγγραφή αυτού του κειμένου. 
Κατά τη διάρκεια της ακρόασης συνειδητοποιώ ότι τα μισά (6) τραγούδια του δίσκου βγήκαν singles (όχι, δεν ήταν μόνο ο Michael Jackson και οι GunsnRoses), γεγονός που δεν έχει στερήσει τίποτα από την αξία τους. Η μεγάλη ανατριχίλα όμως βρίσκεται στα κομμάτια που δεν «συρρικνώθηκαν» φαντασιακά από την εικόνα του video clip (που και αυτή πάλι, σε ένα ενιαίο με το δίσκο concept, κουβαλάει για μένα όχι λιγότερες μνήμες) και του τηλεοπτικού “heavy rotation”, στο “Try Not To Breath”, το “Sweetness Follows”, το “Monty Got A Raw Deal”, που χρειάστηκε να ξεθάψω ένα καθαριστικό βινυλίου του πατέρα μου για να το ακούσω σαν άνθρωπος, το “Star (=Fuck) Me Kitten”, το “Ignoreland”, που τελικά δεν είναι «το χειρότερο τραγούδι του δίσκου», όπως πίστευα τότε, γιατί απλά είναι ύβρις να προσδώσεις «κακό» επίθετο ως προσδιοριστικό κομματιού αυτού του δίσκου. Η γλυκύτητα της παιδικότητας, της νοσταλγικής μνήμης αλλά και μιας αφοπλιστικά φιλότιμης και ειλικρινούς ακόμα τέχνης στο κλασικό απόγειο της ωριμότητάς της, ακολουθεί κάθε νότα, κάθε λέξη, κάθε κομμάτι χαρτιού και χαρτονιού του artwork του δίσκου. Κλείνοντας, λοιπόν, την έκθεσή μου: Αυτός είναι ο δίσκος που με σημάδεψε όσο κανένας άλλος.

*Η φωτογραφία τραβήχτηκε στο 6 d.o.g.s. από τη Μαρία Παρούση (18/1/2012)