Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

Συνέντευξη Κόρε Ύδρο


από το FAQ65


Ο τραγουδιστής και συνθέτης των Κόρε Ύδρο, Παντελής Δημητριάδης μιλάει στο FAQ για το νέο άλμπουμ τους «Όλη η αλήθεια για τα παιδιά του ’78»


Το γεγονός ότι μείνατε πάλι δύο μέλη στο γκρουπ, όπως στην αρχή, έχει αλλάξει κάτι;
«Όσον αφορά τη δημιουργία των τραγουδιών και τις ηχογραφήσεις, όχι. Το πενταμελές σχήμα το φτιάξαμε για να κάνουμε live. Με τον ίδιο τρόπο δουλεύουμε πάντα. Εγώ γράφω τους στίχους και τη μουσική και μετά με τον Αλέξανδρο (σ.σ.: Μακρή) τα δουλεύουμε αρμονικά και ενορχηστρωτικά. Υπήρξαν και τραγούδια στα οποία έγραψε πρώτα ο Αλέξανδρος τη μουσική και εγώ έβαλα μετά τους στίχους. Η μόνη διαφορά είναι ότι στο “Όλη η αλήθεια για τα παιδιά του ’78” δεν ήταν πια μαζί μας κάποια παιδιά που είχαν παίξει κιθάρες στον προηγούμενο δίσκο. Τώρα σιγά σιγά φτιάχνουμε ένα νέο γκρουπ, για να κάνουμε κάποια live από Σεπτέμβρη. Δεν γνωρίζω ακόμα σε ποιο μέρος θα παίξουμε στην Αθήνα, αλλά θα κάνουμε τρία live: Αθήνα, Πάτρα και Θεσσαλονίκη».

Είχατε κάποιο άγχος να ανταποκριθείτε στις προσδοκίες του κοινού μετά την επιτυχία του «Φτηνή ποπ για την ελίτ»;
«Ναι, στην αρχή υπήρχε αλλά το ξεπεράσαμε όταν αρχίσαμε να αφοσιωνόμαστε στα τραγούδια. Προσωπικά πιστεύω ότι οι συνθέσεις αυτού του άλμπουμ είναι ανώτερες από εκείνες του προηγούμενου. Επίσης, στιχουργικά είναι πιο προσωπικό και βασίζεται σε έντονα προσωπικά μου βιώματα».

Οι ίδιοι ακούτε τους δίσκους σας όταν ολοκληρωθούν ή είναι μια επώδυνη διαδικασία;
«Τους πρώτους δύο δίσκους, το “Αν όλα τέλειωναν εδώ” και το “Φτηνή ποπ για την ελίτ”, τους είχα ακούσει πολύ. Διότι μεσολάβησε πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα από τη στιγμή που ολοκληρώθηκε η ηχογράφηση μέχρι την κυκλοφορία. Σ’ αυτό τον δίσκο, με το που παραδόθηκε το master, λίγες μέρες μετά κυκλοφόρησε και το άλμπουμ. Μία φορά πρόλαβα να το ακούσω. (γέλια) Όταν είχε κυκλοφορήσει η «Φτηνή ποπ…», είχα πάθει blackout και φοβόμουνα να το ακούσω. Αυτό το βρήκα στο Internet ως “success phobia”. Μάλλον ήταν συνέπεια της μεγάλης προβολής που δέχτηκε ο δίσκος πριν καν βγει στα δισκοπωλεία».

Στο myspace ανεβάζετε κάθε χρόνο τα αγαπημένα σας άλμπουμ της χρονιάς. Φέτος ποια έχετε ξεχωρίσει μέχρι τώρα;
«Από ελληνικά για μένα ο δίσκος της χρονιάς είναι ο δίσκος του The Boy. Είναι συγκλονιστικός, ένας από τους καλύτερους ελληνικούς δίσκους όλων των εποχών. Από ξένα μου άρεσε πάρα πολύ το τελευταίο του Μόρισεϊ, που τον παρακολουθώ στενά. Πολλοί με περνάνε για τρελό, αλλά θεωρώ πως είναι το καλύτερο άλμπουμ που έχει βγάλει».

Ποια είναι η ομορφότερη εμπειρία που έχετε ζήσει μέχρι σήμερα με τους Κόρε Ύδρο;
«Α, είναι πάρα πολλές... Αν διάλεγα μία, θα σου έλεγα τη μιάμιση ώρα που περάσαμε στη σκηνή του Μύλου στη Θεσσαλονίκη τον Μάιο του 2007. Ήταν το πιο ένθερμο κοινό που είχαμε ποτέ σε συναυλία και η ατμόσφαιρα ήταν πολύ όμορφη συγκινησιακά. Είναι μια βραδιά που δεν θα ξεχάσω ποτέ».

O Σταμάτης Κραουνάκης για το Δοχό, στην Καρίτσα Λάρισας



από το FAQ65






- Το μέρος μού το αποκάλυψαν ο Γεωργελές κι ο Τσιτσόπουλος και η Έλλη Μπουμπουρή. Η οικογένεια Γεωργίου και Στέλλας Μπούτου και τα τέκνα Δημήτριος και Βιργινία –τέσσερα αστέρια κι ένα το τοπίο πέντε– με προσωπική φροντίδα έχτισαν το υποδειγματικό φιλοξενητήριο Δοχός. Οι άνθρωποι είναι το πρώτο. Άμα δεν σε γουστάρουνε –σε καταλαβαίνουν κι από τη φωνή–, ξέχνα το.


- Από τα μπαλκόνια του βλέπεις όλο το βόρειο Αιγαίο κι αριστερά τη δύση στον Όλυμπο. Έχεις για την πάρτη σου 60 χλμ. παραλία να αράξεις – από ξεμοναχιασμένα λιμανάκια ξεβράξ έως σικ κι από Δέλτα Πηνειού... οικισμός Αλεξανδρινή (περνάς τον θεϊκό βιότοπο του Στομίου και βρίσκεις την Αλεξανδρινή) ή πας αριστερά ακόμα πιο κοντά στην εκβολή.


- Άμα έχει κύμα την έβαψες... Είναι πέλαγο, μην ξανοίγεσαι, κάνε μπλουμ κι όξω... Άμμος θεϊκή άσπρη, γλαρόνια, τα παιδιά στο παράνομο πλην νόμιμο μπιτς μπαρ –έτσι κι αλλιώς όλος ο οικισμός είναι παράνομος αλλά κάνουν οι αρχές μόκο για να μη χάνουν ψήφους, σούπερ η εκδίκηση του έρημου πολίτη–, τέλεια, ευγενικά και ωραία μουσική. Γενικά, την ακτή αυτή την ψιλοσνομπάρουν οι Λαρισαίοι, εκτός απ’ όσους έχουν εδώ εξοχικά.


- Απάνω στον Δοχό έχει πισινούλα για βουτιά πρωινή. Βόλτα στο κτήμα, βόλτα στο βουνό, σ’ αφήνω να ψαχτείς... Φεστιβάλ Δοχού. Πέμπτη σινεμαδάκι στη μεγάλη πανόραμα βεράντα, θεατράκι πεντακοσάρι στην πλαγιά με φόντο το πέλαγο, θεατή μου! Έχουμε παίξει σχεδόν όλοι. Κι όσοι δεν τα βρίσκουν στα λεφτά με τους Μπούτους να αλλάξουν μάνατζερ. Ο δαιμόνιος Μπούτος τζούνιορ κλείνει Άντονι και Γκόταν Πρότζεκτ. Ο Παπακωνσταντίνου είναι συγχωριανός, δεν παίρνει φράγκα, εγώ τους γουστάρω, δεν… Ο Χαρούλης είναι εδώ αραχτός όταν δεν παίζει χειμώνα καλοκαίρι. Ο Μάλαμας περνάει οπωσδήποτε, ο Διονύσης (σ.σ.: Τσακνής) ήρθε, ο Θάνος (σ.σ.: Μικρούτσικος) ήρθε κι οι πιο πολλοί πάμε και παίζουμε από καύλα. Κανονικά θα ’πρεπε να σπονσοράρει η Νομαρχία, που ένας ιδιώτης κάνει μουσικές στην πλαγιά, αλλά η Νομαρχία, όπως όλες, τον παίζει μακάβρια.


- Πάω κάθε χρόνο έναν μήνα κι αλλάζω αέρα. Εδώ έγραψα τα «Φεγγάρια σκοτεινά», ένα ερωτικό της Νόνικας. Τζαμάραμε υπό καταιγίδα με Λειβαδά και άπειρη τσιπουροποσία στην υπόγα. Είδα τη Βαγενά, τον Γιάννη Κοντό κι άλλους στάνταρ κάθε χρόνο. Μπιρίμπες θεϊκές με ντόπιο παράγοντα, κλείνονται καρέ επιτόπου με δηλώσεις συμμετοχής. Παίζει παντού ωραία μουσική και πολύ δεύτερο πρόγραμμα. Ίντερνετ δυνατό δεν έχει – πάρε καμιά USB. Στη χειρότερη, γάμα και το κομπιούτερ καμιά δεκαριά μέρες.


- Ντισκάβερ Μπουτέικο. Λέει μόνο για μυημένους, οι lifestyle μην μπείτε στον κόπο, θα σας ξεράσει το μέρος. Φιλιά.

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2009

Σαββόπουλος

Με το Νίκο Παπάζογλου

Με το Τζίμη Πανούση


Με Λάντσια και Κιουρτσόγλου


Με το Μάνο Χατζιδάκι


Με τη Λένα Πλάτωνος, φωτό από τον bosko


Με το Θανάση Παπακωνσταντίνου





Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2009

Ο Xάκος Περβανίδης μιλάει για τις μπάντες του φετινού Rocking Athens Festival


από το FAQ 64


- Τους Heaven & Hell τους έχω δει και στην Ελλάδα, και στο εξωτερικό. Ήταν και οι δύο εμπειρίες πολύ έντονες, γιατί έχω μεγαλώσει με τα άλμπουμ τους. Ξέρω πως όσες φορές κι αν τους ξαναδώ στο μέλλον, θα είναι για μένα πολύ συγκινητικό. Όλα αυτά τα είκοσι πέντε χρόνια που ασχολούμαι με αυτήν τη μουσική, οι εικόνες αυτές έρχονται συχνά μέσα στο κεφάλι μου και κόβουν βόλτες. Πάντως, κακώς δεν έχουν διατηρήσει την επωνυμία Black Sabbath – υπάρχουν νομικά προβλήματα απ’ όσο ξέρω. Σε πρόσφατο δημοψήφισμα του περιοδικού «Metal Hammer», στο οποίο είμαι και αρχισυντάκτης, οι δίσκοι του Ντίο βρέθηκαν σε υψηλότερη θέση από εκείνους του Όζι. Αυτό λέει πολλά.

- Με τους Blind Guardian δεν είμαι ιδιαίτερα δεμένος. Είναι όμως ένα συγκρότημα που παρακολουθώ πάντα με ενδιαφέρον, γιατί συνδυάζει πολύ όμορφα τη φολκ με το metal. Νομίζω όμως πως αφορούν λίγο πιο νεαρά παιδιά από μένα. (γέλια)

- Οι Testament είναι ένα γκρουπ που αγαπάω πολύ και τους παρακολουθώ από την πρώτη μέρα που κυκλοφόρησαν δίσκο. Αποτελούν την απόδειξη ότι ακόμα και αν είσαι εμφανισιακά και μουσικά ακραίος, μπορείς να έχεις και ποιότητα. Όταν τους βλέπω, νιώθω περήφανος που είμαι χεβιμεταλάς.

- Τους Gojira δεν τους έχω δει γιατί είναι σχετικά καινούργιοι. Έρχονται πρώτη φορά στην Ελλάδα και στο εξωτερικό δεν τους έχω πετύχει πουθενά. Τους περιμένω με μεγάλο ενδιαφέρον.

- Οι Mencea και οι Descending είναι γκρουπ που έχουν καταφέρει να υπογράψουν με αξιόλογες εταιρείες του εξωτερικού. Δουλεύουν πολύ σοβαρά και σίγουρα δεν παίζουν για την πλάκα τους.

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2009

Διονύσης Σαββόπουλος - Το κούρεμα


Ένα εξαιρετικό κείμενο από τον Αλέξη Βούκαλη, που δημοσιεύτηκε στο avopolis.gr/greek


Ήταν καλοκαίρι του 1989 όταν ο Διονύσης Σαββόπουλος κυκλοφόρησε τον πιο αμφιλεγόμενο και μάλλον λιγότερο πετυχημένο εμπορικά δίσκο της καριέρας του. Είκοσι χρόνια μετά ούτε ο δημιουργός του, ούτε και κανείς άλλος δείχνει να έχει τη διάθεση να γιορτάσει τούτη την επέτειο. Όχι άδικα, μιας και για τους περισσότερους η εποχή εκείνη, με όλα της τα συμφραζόμενα, παραπέμπει σ' ένα καθεστώς βαθιάς παρακμής για το νεοελληνικό κράτος, ενώ για τον Σαββόπουλο μένει να θυμίζει την απαξίωσή του από τους πιο πολλούς θαυμαστές και πρώην συντρόφους του και την αρχή ενός εξαιρετικά δύσκολου (όπως έχει ο ίδιος διηγηθεί) διαστήματος για την επαγγελματική του πορεία. Αφορμή για το τελευταίο στάθηκε αυτό το δισκάκι με τα μόλις οκτώ τραγούδια, που ήταν όμως αρκετά για να ξεσηκώσουν θύελλα αντιδράσεων.
Παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή ας θυμηθούμε τηλεγραφικά την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα εκείνης της εποχής· οι τεράστιες προσδοκίες που είχε φέρει ο αέρας της «Αλλαγής» στο μεγαλύτερο και πιο καταπιεσμένο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας στις αρχές της δεκαετίας του 1980, έμοιαζαν να διαψεύδονται οικτρά στα τέλη της ίδιας δεκαετίας. Τα οικονομικά και ροζ σκάνδαλα, ο κίτρινος τύπος, το πολιτικό χάος και η διαφθορά σε όλα τα επίπεδα, σε συνδυασμό με τον διχασμό και την άθλια αισθητική της εποχής είχαν φέρει θυμό, απογοήτευση και θλίψη σε όσους πίστεψαν με αθωότητα, ίσως και αφέλεια, στο όραμα του σοσιαλισμού, καθώς και γενικότερη ασφυξία σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο.

Μέσα σ' αυτές, πάνω-κάτω, τις συνθήκε κυκλοφόρησε το Κούρεμα κι ενώ ο Σαββόπουλος επαγγελματικά ερχόταν από μάλλον ευδαιμονικές συγκυρίες. Έχοντας ελάχιστα κοπάσει η επιτυχία από το υπερβολικά δημοφιλές Τραπεζάκια Έξω έξι χρόνια πριν και από τη μεγαλοπρεπή συναυλία στο Ολυμπιακό Στάδιο (την οποία εδώ φτάνει να χαρακτηρίσει, ούτε λίγο ούτε πολύ, ως το απόλυτο κενό) και δύο μόλις χρόνια έπειτα από την ολοκλήρωση της εξίσου επιτυχημένης τηλεοπτικής του εκπομπής Ζήτω Το Ελληνικό Τραγούδι, το Κούρεμα βρήκε τον Σαββόπουλο σε μια αναπάντεχα κακή διάθεση. Η βαρυθυμία του αυτή διατυπώνεται ρητώς από την πρώτη κιόλας στιγμή: «Μην περιμένετε αστειάκια και σάτιρες/ γνωστοί μου ξένοι/ για τις κλοπές του Κοσκωτά/ για του αρχηγού την ερωμένη» ξεκόβει αυστηρά στους ακροατές του (με τη γλυκιά μελωδία και τη φωνή της Ελευθερίας Αρβανιτάκη να προσπαθούν να απαλύνουν κάπως το κλίμα). Κι όσο κι αν η παραπάνω φράση μεταφέρει εύστοχα την αίσθηση της εποχής, οι επόμενοι στίχοι μοιάζουν να χάνουν τον στόχο, κάνοντας μια εντελώς αψυχολόγητη και άδικη επίθεση στη σάτιρα και τους σατιρικούς καλλιτέχνες εν γένει: «Σ' αυτά διαπρέπουν κάτι ατσίδες/ κάτι μίμοι, κάτι νάνοι/ στα ρεζιλίκια μας τοκίζοντας/ κανείς ποτέ δε χάνει». Αυτό το σχήμα της εύλογης διαπίστωσης και της αυθαίρετης προέκτασης επικρατεί σε ιδιαιτέρως γενικευμένο βαθμό σ’ ολόκληρο το άλμπουμ, προσφέροντας μεν κάποιες απίστευτα οξυδερκείς πολιτικές παρατηρήσεις («ήμασταν πάντοτε μιας ήττας που νικάει την εξουσία/ και ξαφνικά μας παρεδόθη αληθινά, τι τραγωδία»), αλλά και κάποιες άλλες που θα εξετάσουμε παρακάτω, με φανερή την απουσία μιας ψύχραιμης, λόγω οργής, θεώρησης.

Η οργή αυτή γίνεται η αιτία για μερικές απ' τις πιο άμεσες καταθέσεις του Σαββόπουλου στη μέχρι τότε καριέρα του. Πράγματι τα περισσότερα τραγούδια εδώ αποτελούν ευθείες καταγγελίες ενώ απουσιάζουν από αυτά κάποια συνήθη χαρακτηριστικά του τραγουδοποιού, όπως η ποιητικότητα κι ο υπαινιγμός. Χαρακτηριστικά στο τραγούδι με τον τίτλο "Κωλοέλληνες", εντελώς αντιποιητικά και δίχως κανένα τακτ, τα «χώνει» συνολικά σ' έναν λαό που, κατά τη γνώμη του, ανέχεται ή και στηρίζει την πορεία του κράτους προς την κατάρρευση («πέντε αιώνες δύσης εθνικής/ θα ζήσεις από 'δω και μπρος»), έχοντας απομακρυνθεί «απ’ ό,τι ελληνικό στον κόσμο αυτό». Παράλληλα δεν παραλείπει να ξεδιπλώσει και το όραμα που είχε αρχίσει να διαφαίνεται από παλαιότερα για τους «Πανέλληνές» του, αλλά κι άλλες εθνικές ακροβασίες, οι οποίες τον απομακρύνουν ακόμα περισσότερο απ’ τον παλιό του, καλλιτεχνικό, εαυτό.

Στο Κούρεμα όμως δεν εκφράζεται μονάχα οργή και απογοήτευση. Κάτι τέτοιο θα παραήταν απλοϊκό για έναν δημιουργό της αξίας του Σαββόπουλου. Πάνω απ' όλα το Κούρεμα αποτελεί μια ουσιαστική και τολμηρότατη αυτοκριτική κι ένα προσωπικό «ξεγύμνωμα» του ίδιου και της γενιάς του. Το εξώφυλλο άλλωστε δεν αποτελεί παρά μια εικονογράφηση του στίχου «Μα εμείς που είμαστε οι ίδιοι ποιητές πώς να κρυφτούμε/ οι κουρεμένοι επαναστάτες τι να πούμε». Αυτός ο σκεπτικισμός για την ευθύνη των διανοουμένων, των οραματιστών και των εν γένει επαναστατών στη διαμόρφωση μιας κοινωνίας ίδιας, ή και χειρότερης, μ' αυτή που αντιμάχονται είναι που νοηματοδοτεί και δικαιώνει το Κούρεμα. Έτσι, απέναντι στους φρικαλέους «τσιφτετέλληνες», ο Σαββόπουλος παρατάσσει ευφυώς τους Εκδρομείς του '60 ("Εμείς του '60"), αυτόν και τη γενιά του δηλαδή, που, όσο κι αν απέτυχαν να υλοποιήσουν τα οράματά τους, ακόμα κι αν ήταν οι ίδιοι που «εμφυσήσανε το νέφος που εντός του επωάστηκαν όλοι αυτοί», κατάφεραν εν τέλει να μείνουν «αμόλυντοι απ' το (εκάστοτε) καθεστώς» και να υπάρχουν ακόμα και να ονειρεύονται «τη γη του θησαυρού, τους τίτλους του ουρανού, το αίμα του Θεού».

Το "Μητσοτάκ" και το "Ο Γιος Μου Πάει Στον Στρατό" υπήρξαν αντίθετα οι δύο βασικοί λόγοι για την απαξίωση του Κουρέματος και για τις πιο πολλές αντιδράσεις φίλων και εχθρών. Στο πρώτο ο Σαββόπουλος σοκάρει τους πάντες προσφέροντας την υποστήριξή του στον αρχηγό της δεξιάς παράταξης, ως μία κίνηση τακτικής (όπως το έθεσε ο ίδιος τουλάχιστον) με απώτερο στόχο την απομάκρυνση του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου. Αντι-πολιτική την ονομάζει αυτή την κίνηση κι όσο απλοϊκή κι αν είναι η λογική του λιγότερο κακού, το τραγούδι αυτό φαντάζει σήμερα ως ένας προάγγελος της μετέπειτα καταπράυνσης των εθνικών μας διχασμών και της απομυθοποίησης των «μεγάλων» ηγετών. Το "Ο Γιος Μου Πάει Στον Στρατό", από την άλλη, είναι μια τελείως διαφορετική ιστορία, αφού το ατόπημα του δημιουργού δείχνει μεγαλύτερο. Με αφορμή τη στράτευση του γιου του, ο Σαββόπουλος ανακαλεί στη μνήμη τη δική του περίπτωση, της απαλλαγής από τη στρατιωτική θητεία με τη γνωστή μέθοδο του «Ι5 ψυχολογικό». Μόνο που τώρα δηλώνει μετανιωμένος γι’ αυτή του την απόφαση. Κι όσο κι αν προσπαθεί να το αιτιολογήσει με κουτά επιχειρήματα («είναι στιγμές που αμφισβητώ/ τον ίδιο μου τον ανδρισμό»), μπορεί κανείς εύκολα να εντοπίσει ότι, πίσω από τη χοντροκομμένη του μεταμέλεια, κρύβεται και πάλι το σθεναρό του μένος για τον τότε πρωθυπουργό, με τον οποίο η επικαιρότητα της εποχής τον είχε φέρει να βρίσκεται στο ίδιο γκρουπ, αυτό των τεχνηέντως απαλλαχθέντων από την υποχρεωτική στράτευση. Η εμμονή του αυτή όμως τυφλώνει τον Σαββόπουλο και τον κάνει να μη μπορεί να δει ότι μ’ αυτό του το τραγούδι αδικεί και προσβάλλει βάναυσα μια σειρά ανθρώπων οι οποίοι μέσα στα χρόνια αρνήθηκαν συνειδητά τη στράτευση για λόγους πολιτικούς, ιδεολογικούς και ανθρωπιστικούς, πληρώνοντας αυτή τους την απόφαση με τεράστιο προσωπικό και κοινωνικό κόστος. Ακόμα κι εκεί όμως που αραδιάζει ανοησίες – όπως όταν ζητάει απ' το Πεντάγωνο να τον καλέσει ξανά για να υπηρετήσει τη θητεία που είχε με δόλο αποφύγει (αν ο στρατός διέθετε την παραμικρή αίσθηση χιούμορ θα είχε δεχτεί την πρό(σ)κληση και θα είχαμε ζήσει σκηνές απείρου κάλλους), καταλήγει στο τέλος μ' ένα μαγευτικό τετράστιχο για το δια βίου χρέος του καλλιτέχνη στην κοινωνία. Το οποίο έρχεται να θυμίσει το τεράστιο μέγεθος του ταλέντου του.

Η αίσθηση αυτού του χρέους είναι τελικά που οδηγεί τον Σαββόπουλο να εκτεθεί με αυτό το άλμπουμ συνειδητά και θαρραλέα μπροστά στο κοινό, «θυσιάζοντας» τον ίδιο του τον εαυτό με έναν πρωτόγνωρο εικαστικά τρόπο. Το κόψιμο των γενιών και των μακριών μαλλιών, σήμα κατατεθέν του ίδιου αλλά και της αντισυμβατικότητας μιας ολόκληρης εποχής, έρχεται να σημάνει την παραδοχή της ήττας, αλλά και την εκούσια ανάληψη μιας ευθύνης μεγαλύτερης ίσως απ’ όσης του αναλογεί. Θέλησε επί τοις ουσίας ο Σαββόπουλος να χρησιμοποιήσει το κουρεμένο του πρόσωπο ως έναν καθρέφτη που θα φανερώνει στην κοινωνία τον δικό της άσχημο και συμβιβασμένο εαυτό, χωρίς να της στερεί ωστόσο και την ελπίδα μιας διεξόδου («Τα ίδια λάθη έχουμε κάνει εσείς κι εγώ τα ίδια λάθη/ μα η έφοδός μας προς το φως, στολίδια έχει αυτά τα λάθη»). Σαφώς και οι αφορμές που υπήρχαν στο Κούρεμα για επικρίσεις δεν ήταν λίγες και οι πολιτικές παλινδρομήσεις του δεν θα μπορούσαν να συγχωρεθούν εύκολα με τα δεδομένα της εποχής, αλλά αυτό που έκανε το άλμπουμ τόσο έντονα αντι-δημοφιλές ήταν, έχω την αίσθηση, η ωμότητα που χρησιμοποίησε ο Σαββόπουλος για να εκφράσει τις αλήθειες του. Δεν είναι λίγο σε ακροατές οι οποίοι έχουν καλομάθει με κανακέματα του τύπου «Εθνική Ελλάδος γεια σου!» να ψέγονται τώρα ξαφνικά ως «κωλοέλληνες».

Το μεγαλύτερο όμως «αμάρτημα» του Σαββόπουλου ήταν ότι χάριν αυτής της ωμότητας και του πάθους του να εκφράσει τα όσα ήθελε παραγκώνισε και σε κάποιες περιπτώσεις εγκατέλειψε εντελώς τη μούσα του (όπως στο "Η Αποτυχία Της Αριστεράς", όπου, πίσω απ’ τον βαρύγδουπο τίτλο, κρύβεται μια ακόμα, όχι ιδιαίτερα εμπνευσμένη, έκφραση δυσαρέσκειας για την τότε κυβέρνηση). Γι' αυτό και το Κούρεμα θεωρείται ίσως ο χειρότερος δίσκος της, σπουδαίας, καριέρας του, έστω κι αν οι σκέψεις που εμπεριέχονται σ' αυτόν, η πληθώρα αναφορών και συνδηλώσεων, μόνο αδιάφορο δεν τον αφήνουν να γίνει. Μη Πετάξεις Τίποτα θα βιαστεί να δηλώσει λίγα χρόνια αργότερα κι εμείς θα έρθουμε να συμφωνήσουμε μαζί του. Εξάλλου με το "Καλοκαίρι", το τελευταίο τραγούδι του δίσκου, αποδεικνύει ότι η μούσα του είναι ακόμα παρούσα. Σκορπώντας εικόνες, ήχους κι εντυπώσεις μ' έναν έξοχα κινηματογραφικό τρόπο, κλείνει έναν ακραία πολιτικό δίσκο με έναν γλυκόπικρο, προσωπικό τόνο, γιορτάζοντας το καλοκαίρι και θρηνώντας τον χαμό του, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα τον αμετάκλητο ερχομό και της δικής του ωριμότητας.

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2009

Τρίτη, 7 Ιουλίου 2009

The sound of the city 4


Etten

Έφυγε από τους Film, ολοκλήρωσε με επιτυχία τις παραστάσεις με τη Λένα Πλάτωνος στο Κύτταρο και τώρα ανοίγει πανιά σόλο, κυκλοφορώντας το ντεμπούτο άλμπουμ της

Τι σε έκανε να απομακρυνθείς από τους Film και πόσο διαφορετικό είναι να λειτουργεί κανείς σόλο;
«Τα συγκροτήματα είναι ένα σύνολο ανθρώπων. Οι άνθρωποι αλλάζουν, επηρεάζονται, εξελίσσονται κι αυτό είναι κάτι αναμενόμενο. Κάποια στιγμή έγινε πολύ αισθητή η ανάγκη μας να ακολουθήσουμε διαφορετικές μουσικές πορείες. Πάντα ήθελα να κάνω δικά μου πράγματα. Βέβαια το να δουλεύεις σόλο δεν σημαίνει ότι δουλεύεις μόνος σου, έχω κάποιους στενούς συνεργάτες. Η διαφορά είναι ότι τώρα έχω μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης, αυτοσχεδιάζω πάρα πολύ και, το πιο σημαντικό απ’ όλα, η μουσική που γράφω “φυτρώνει” από μέσα μου και δεν έχω καμία διάθεση να της κλαδέψω ούτε ένα φυλλαράκι».

Πώς έτυχε να συνεργαστείς με τη Λένα Πλάτωνος;
«Η Λένα έγραψε ένα κομμάτι με αγγλικό στίχο, το “Redrosy”, και ο συνεργάτης της, Στέργιος Τσιρλιάγκος, μας έφερε σε επαφή προκειμένου να το ερμηνεύσω. Έπαθα πλάκα, γιατί τη λατρεύω. Πήγα στο στούντιο στο σπίτι της και όλα βγήκαν πολύ φυσικά. Στη συνέχεια μου πρότεινε να συμμετέχω στις παραστάσεις της στο Κύτταρο. Όλο αυτό που μου έχει συμβεί με τη Λένα είναι σίγουρα μία από τις σημαντικότερες εμπειρίες που έχω ζήσει».

Σε ποιους δρόμους θα κινηθεί το πρώτο σου CD;
«Όταν άρχισα να δημιουργώ μόνη μου, ανακάλυψα ότι υπάρχει μέσα μου ένα μαγικό κουτί γεμάτο από εικόνες, μελωδίες, φράσεις, συναισθήματα που ανυπομονούσαν να μεταμορφωθούν σε τραγούδια. Για μένα, ο καλύτερος τρόπος για να γίνει αυτό ήταν η χρήση ηλεκτρονικών ήχων κυρίως, πλεγμένων με κάποια φυσικά όργανα και τυχαίους φυσικούς ήχους. Έκλεινα τα μάτια μου και ακούγοντας τη μουσική απλά άφηνα τη φωνή μου να λειτουργήσει όπως ένα μολύβι στην αυτόματη γραφή».

Μπορεί ένας κάτοικος της Αθήνας που δεν έχει πολλά χρήματα να ζήσει με στυλ;
«Όταν δεν έχεις χρήματα και μέσα γίνεσαι πιο εφευρετικός, οπότε και πιο πρωτότυπος. Υπάρχουν τόσο πολλές επιλογές, όπως ανακυκλωμένα ρούχα και αντισυμβατικά κοσμήματα, κατασκευασμένα από ό,τι υλικό βρεις μπροστά σου. Κατά κάποιον τρόπο, είναι πιο ενδιαφέρον να σου λείπουν κάποια πράγματα και να τα συμπληρώνεις με τη φαντασία σου!».

Τhe sound of the city 3


Sugahspank!



Αν και γέννημα-θρέμμα Πειραιώτισσα, η σημαντικότερη εγχώρια εκπρόσωπος της «μαύρης» μουσικής έχει κάτι από το ταμπεραμέντο και τη μαγκιά του αμερικανικού underground r ’n’ b

Πώς φτιάχτηκε το πρώτο σου άλμπουμ «The incredible / The invisible» και ποια ανταπόκριση έχει μέχρι τώρα;
«Το άλμπουμ φτιάχτηκε εξολοκλήρου στο σπίτι από εμένα, τον Blend και μερικούς φίλους μουσικούς. Ο Blend έφτιαχνε τα beats, εγώ τα άκουγα, έγραφα στίχους και κατευθείαν στήναμε μικρόφωνο... Να ’ναι καλά ο Τύπος και τα blogs, πήραμε υπέροχες κριτικές χωρίς να έχουμε κανένα “κονέ” ή εταιρεία να μας “σπρώχνει”. Μάλλον ο κόσμος το αγοράζει επειδή είναι underground προσπάθεια. Όλο αυτό με κάνει να αναρωτιέμαι γιατί δεν είχα βγάλει άλμπουμ νωρίτερα. Στην τελική, από τα δεκατέσσερά μου παίζω σε μπάντες. Μάλλον έχει να κάνει με τους ανθρώπους που συνεργάζεσαι».

Παίζεις συχνά με διαφορετικά σχήματα. Δεν ανησυχείς μήπως μπερδευτούν οι ακροατές σου;
«Πιστεύω ότι οι άνθρωποι που ακούν τη μουσική μου έχουν νοημοσύνη και μουσική παιδεία, οπότε μπορούν και να καταλάβουν την ανάγκη μου να παίζω διαφορετικά πράγματα, αλλά και να ξεχωρίσουν πόσο διαφορετικό είναι το καθετί. Απλά εδώ, λόγω της ελληνικής νοοτροπίας, δεν είναι συνηθισμένο να βλέπεις μουσικούς με ποικιλία ρεπερτορίου, ενώ στο εξωτερικό υπάρχουν και το βλέπουν, ας πούμε, σαν μια μορφή προσωπικού πειραματισμού. Πρέπει να περάσεις από πολλές σχολές για να καταλήξεις στο δικό σου ύφος».

Πόσο σημαντικό ρόλο παίζει η εμφάνιση σε μια κοπέλα που τραγουδάει;
«Δυστυχώς, πολύ σημαντικό. Έχει τύχει σε φίλη μου με φωνάρα να της πουν στα μούτρα “εσύ, κοπέλα μου, είσαι φοβερή τραγουδίστρια και θα σε έπαιρνα στο μαγαζί μου, αν δεν ήσουν τόσο χοντρή”. Από την άλλη, φαντάσου τι μαγαζί θα ήταν αυτό. Εννοείται ότι αν έχεις ταλέντο, τους γράφεις όλους και τη βρίσκεις την άκρη. Και μπορείς να παρουσιάσεις την όποια ατέλεια ως ατού σου, βλέπε Μπεθ Ντίτο ή Έιμι Γουάινχαουζ. Γενικά νομίζω ότι στη σόουμπιζ μετράει πολύ περισσότερο το προσωπικό στυλ, είναι πολύ εύκολο πλέον να είσαι ωραία, αλλά πολύ πιο σπάνιο να είσαι διαφορετική».

Μπορεί ένα μουσικό ύφος να επιζήσει αν δεν συνοδεύεται και από ανάλογες ενδυματολογικές προτάσεις;
«Συνήθως κάθε μουσική συνοδεύεται από έναν τρόπο ζωής και σκέψης, οπότε το ντύσιμο διαμορφώνεται ανάλογα. Βέβαια έχει να κάνει και με τον χαρακτήρα του μουσικού, ο οποίος μπορεί να είναι μια στυλιστική πρόταση από μόνος του. Θέλοντας και μη, ένας μουσικός έχει πάντα ιδιαίτερο ντύσιμο, ακόμη κι αν είναι κακόγουστος, λόγω τρόπου ζωής, ψώνιου ή λόξας. Αλλά κυρίως λόγω attitude. Αλλιώς φοράει το μαύρο κοστούμι ένας τραπεζικός υπάλληλος και αλλιώς ο Νικ Κέιβ. Στυλ μπορεί να βγάλει ακόμα και η φλέβα που πετάει στο χέρι του κιθαρίστα, κι αυτό είναι που δεν αντιγράφεται με τίποτα!».

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2009

The sound of the city 2



Κωστής Μαραβέγιας


Πάντρεψε τον ελληνικό στίχο με ξενόφερτους ρυθμούς και το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά από επιτυχημένες παραστάσεις. Τώρα ετοιμάζει τη δεύτερη δουλειά του, κάνοντας μια στάση στο Κηποθέατρο Παπάγου

Πώς έγινε η μετάβαση από τα φεστιβάλ της Ιταλίας στο Ηρώδειο με τον Σαββόπουλο;
«Κάθε εμφάνιση και συναυλία έχει τη διαφορετικότητα και τη μοναδικότητά της. Άλλο να παίζεις σε ένα υπόγειο πρώην εργοστάσιο επίπλων στο Βερολίνο με την μπάντα σου, άλλο στο Ηρώδειο με τον Σαββόπουλο και άλλο στην Κωνσταντινούπολη με Καλαντζόπουλο και Ρεμπούτσικα. Το κάθε live είναι μια ξεχωριστή και ανεπανάληπτη εμπειρία. Πάντως, τα χρόνια της Ιταλίας τα αναπολώ και τα νοσταλγώ πολύ συχνά. Ήταν η πρώτη μου συναυλιακή εμπειρία και μάλιστα σε μια καινούργια για μένα χώρα, γλώσσα και κουλτούρα».

Ο συνδυασμός των διαφορετικών στυλ στη μουσική σoυ γίνεται συνειδητά και με προσπάθεια ή προκύπτει αβίαστα;
«Συνειδητά, αλλά χωρίς προσπάθεια, σχεδόν αβίαστα. Μου αρέσει να ανακατεύω είδη και στυλ στη μουσική, ακόμη και να μπλέκω διαφορετικές μορφές τέχνης: θέατρο στο τραγούδι, πρόζα στη σκηνή. Η μουσική και τα τραγούδια μου γεννιούνται μέσα από το ταξίδι, ξεκινούν και καταλήγουν στον δρόμο».

Είναι δύσκολο στην Ελλάδα να ζει κάποιος αποκλειστικά από τη μουσική;
«Όσο δύσκολο είναι να ζει κάποιος μεγαλομανής και νεόπλουτος, που ο παχυλός μισθός του, για παράδειγμα ενός διευθυντή τράπεζας, δεν του φτάνει να καλύπτει τα περιττά έξοδα. Όλα εξαρτώνται από τον τρόπο ζωής μας και από τις ανάγκες που δημιουργούμε. Αν είσαι ολιγαρκής και συνετός στην κατανάλωση, ναι, μπορείς να ζήσεις. Εξάλλου δεν είναι λίγο να ταξιδεύεις, να τρως καλά και να πληρώνεσαι. Αυτό είναι δώρο. Το να ζεις από τη μουσική είναι δώρο».

Για ποιους έλληνες και ξένους τραγουδοποιούς τρέφεις τη μεγαλύτερη εκτίμηση;
«Τομ Γουέιτς, Πάολο Κόντε, Βινίσιο Καποσέλα, Λέοναρντ Κοέν και αρκετούς άλλους τροβαδούρους που θα μπορούσα να αναφέρω, αλλά μάλλον θα βαρεθείς να με ακούς. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών είναι ότι έχουν όχι άρτιες αλλά μάλλον τσαλακωμένες φωνές, μποέμ διάθεση, ευρηματικότητα και χιούμορ».

Ετοιμάζεις καινούργια τραγούδια;
«Επειδή προέκυψαν πολλά live και πολλές μετακινήσεις σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, ασχολούμαι με τα τραγούδια τώρα που κατάφερα να βρω λίγο χρόνο. Ελπίζω μέχρι τον Σεπτέμβρη να έχει βγει η καινούργια μου δουλειά».

The sound of the city

4 συνεντεύξεις από το περιοδικό FAQ STYLE



Monika



Η 24χρονη τραγουδοποιός που έφερε τα πάνω κάτω στην ελληνική σκηνή ξεπερνά σιγά σιγά το άγχος του πρωτάρη – και το αντικαθιστά με το άγχος του καλλιτέχνη που θέλει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του κοινού!

Έχεις αποκτήσει πια μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στη σκηνή ή διατηρείς ακόμα το άγχος που είχε εκείνο το κοριτσάκι στο Μικρό Μουσικό Θέατρο;
«Χα! Καλά, είχες έρθει σ’ εκείνη την “πρώτη” συναυλία; Τι νύχτα κι αυτή... Μεγάλη ιστορία. Τέλος πάντων. Ένα τόσο δα άγχος πάντα θα το έχω, νομίζω. Αλλά για διαφορετικό λόγο πλέον. Όσον αφορά τη μουσική, δεν έχω πρόβλημα, λάθη πάντα μπορεί να συμβούν κι αν είμαστε χαλαροί πάνω στη σκηνή θα τα λύσουμε εύκολα. Το θέμα μου είναι πώς θα κάνω τον κόσμο να νιώσει άνετα μαζί μου. Αυτό το χρονικό κενό αμηχανίας ανάμεσα στα κομμάτια σού δίνει την ευκαιρία να αναπτύξεις έναν κώδικα επικοινωνίας με το κοινό… Επίσης, πριν ανέβω στη σκηνή ανησυχώ για το αν θα μιλάει ο κόσμος κατά τη διάρκεια των ήρεμων κομματιών. Στις Σέρρες και στην Ιεράπετρα, ας πούμε, το κοινό πήρε άριστα. Μ’ έκανε να νιώθω λες και τραγουδάω στο σαλόνι μου!».

Πώς ήταν η εμπειρία των συναυλιών σου στην επαρχία; Σε τι διαφέρει το εκεί κοινό από το αθηναϊκό;
«Ήταν ημέρες ευτυχίας, για πολλούς λόγους. Πρώτα απ’ όλα, ξαφνιαζόμουν κάθε φορά που έβλεπα τους συναυλιακούς χώρους κάθε πόλης γεμάτους. Με τους μουσικούς είχαμε γίνει μια υπέροχη παρέα, μια δεμένη οικογένεια, πάνω και κάτω απ’ τη σκηνή. Κάθε φορά που επιστρέφαμε στην Αθήνα μάς έπιανε κατάθλιψη! Στον δρόμο ξεχνάγαμε έγνοιες και υποχρεώσεις, μόνο η μουσική έπαιζε ρόλο. Η σημαντικότερη δύναμη όμως ήταν το κοινό. Ο κόσμος εκεί σε κοιτάζει στα μάτια και παρακολουθεί τη συναυλία σαν κάτι που περίμενε καιρό. Έχω ζήσει κι εγώ στην επαρχία και ξέρω αυτό το συναίσθημα. Απ’ την άλλη, το αθηναϊκό κοινό αποτελεί μια εξίσου μεγάλη πρόκληση».

H αύξηση των καθημερινών υποχρεώσεών σου εδώ και ένα δυο χρόνια έχει σταθεί εμπόδιο στη δημιουργία νέων τραγουδιών;
«Κοίταξε, η αλήθεια είναι ότι τον τελευταίο χρόνο, παρόλο που ασχολούμουν όλη την ημέρα με τη μουσική, δεν είχα πολύ καιρό να παίξω μόνη μου στο σπίτι. Ή θα έλειπα ή θα ήμουν εκεί σε ώρες κοινής ησυχίας... Στο μυαλό μου, βέβαια, συσσωρεύονταν ιδέες όλο αυτό το διάστημα, οπότε με το που καθόμουν επιτέλους χαλαρή στο πιάνο είχα έναν καταιγισμό ενορχηστρώσεων. Το κακό είναι ότι έχω πάρα πολλά καινούργια κομμάτια τώρα, και δεν ξέρω ποια να επιλέξω. Θα δούμε».

Μπορεί ένας νέος άνθρωπος που μένει στην Αθήνα να ζήσει με στυλ;
«Βασικά μπορούμε να μιλάμε με τις ώρες για τα αρνητικά αυτής της πόλης, όπως για τα πανάκριβα ποτά και εισιτήρια. Παρ’ όλα αυτά έχει και πολλά θετικά, οπότε νομίζω πως η απάντηση είναι “ναι”. Με λίγα λεφτά και μέτρο στις απαιτήσεις σου, μπορείς ν’ ακολουθήσεις τον ρυθμό της πόλης, η οποία μάλιστα σιγά σιγά αρχίζει να σου προσφέρει και free επιλογές. Ευτυχώς πλέον η Αθήνα έχει ένα σχετικά καλό και φτηνό (σε σύγκριση με το εξωτερικό) δίκτυο μαζικής μεταφοράς, και πολλές περιοχές που άλλοτε θεωρούνταν υποβαθμισμένες έχουν γίνει σήμερα κέντρα πολιτισμού. Γεγονός που σημαίνει ότι μπορείς και να μείνεις εκεί, καθώς δεν είναι τόσο επικίνδυνα πια, αλλά και να βγαίνεις έξω εκεί, παίζοντάς το μάγκας ότι είσαι στον πυρήνα των γεγονότων! Τώρα, όσο για το στυλ, δεν χρειάζεσαι λεφτά για να γίνεις ξεχωριστός. Η Αθήνα είναι ελκυστική από μόνη της, ειδικά τα καλοκαιρινά βράδια. Μέσα σ’ αυτή βρίσκεις αυτόματα το ύφος σου».

Μπορείς να μου περιγράψεις την πιο όμορφη εικόνα που έχεις δει στη ζωή σου, μια εικόνα που δεν θα ξεχάσεις ποτέ;
«Νομίζω ήταν την πρώτη φορά που ανέβηκα στις Άλπεις. Αντί να κάνω σκι, καθόμουν σαν το χαζό μέσα στη μέση της πίστας και κοίταζα τις βουνοκορφές, τις λίμνες, αυτό το ατελείωτο λευκό τοπίο. Είχε μια απίστευτη λιακάδα και δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω ότι έβλεπα τόσο μακριά, βρισκόμουν τόσο ψηλά, κι εκείνο το “Εντελβάις” από τη “Μελωδία της ευτυχίας” δεν ξεκολλούσε με τίποτα απ’ το μυαλό μου. Ήθελα την ησυχία μου».

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009

Συνέντευξη The Boy και κριτική




Από το FAQ 61

Πώς έφτιαξες το νέο σου άλμπουμ, τι μέσα χρησιμοποίησες και σε ποια σημεία διαφέρει από τις δουλειές των Mary and the Boy;
«Εδώ και δύο χρόνια δούλευα πάνω σε αυτό το υλικό, το οποίο βασίζεται πάνω σε έναν ατελείωτο επιθετικό ρυθμό που ένιωθα ότι όταν σταματάει, βάζει σε κίνδυνο τον οργανισμό μου. Τον έγραψα ζωντανά στο στούντιο χωρίς μετρονόμους και διορθώσεις. Δεν ήθελα να νιώθω καμία ψηφιακή επέμβαση σε αυτό που έβγαινε από μέσα μου. Ήθελα απλά να ηχογραφήσω κάτι δικό μου, χωρίς να με νοιάζει αν είναι καλό, αν θα αρέσει ή αν θα βγει ποτέ σε δίσκο. Με το υλικό των Mary and The Boy διαφέρει σε όλα τα επίπεδα. Είναι εντελώς διαφορετικό».

Τελευταία συνηθίζεται η ταυτόχρονη χρήση αγγλικού και ελληνικού στίχου, κάτι που υπάρχει και εδώ. Πού πιστεύεις πως οφείλεται αυτή η τάση;
«Δεν ξέρω αν είναι μια μουσική τάση μόνο, σίγουρα, πρώτα απ’ όλα, είναι κοινωνική. Για μένα το “Please make me dance” είναι ελληνικός δίσκος 100%. Απλά, εν έτει 2009, θεωρώ ότι ένας ελληνικός δίσκος μπορεί κάλλιστα να περιέχει και τραγούδια και σε αγγλικό στίχο. Νομίζω ότι τα μυαλά των νέων ανθρώπων στην Ελλάδα πια σκέφτονται σε δύο γλώσσες. Από την άλλη, δεν με ενδιαφέρει τόσο... Οι γλώσσες και τα σύνορα φτιάχτηκαν για να χωριστούν άλλα πράγματα. Εξάλλου, η μουσική είναι μια άλλη γλώσσα από μόνη της».

Αν ξεχωρίσει ένα κομμάτι από αυτό τον δίσκο, ποιο πιστεύεις πως θα είναι αυτό;
«Ελπίζω να μην ξεχωρίσει κάποιο κομμάτι γιατί σιχαίνομαι να παίζω ζωντανά και να νιώθω ότι ο άλλος έχει έρθει για να ακούσει ένα συγκεκριμένο τραγούδι. Άλλωστε, ο συγκεκριμένος δίσκος για εμένα είναι ένα μόνο τραγούδι. Γι’ αυτό ενώνονται όλα τα κομμάτια μεταξύ τους».

Νιώθεις ότι η εγχώρια indie σκηνή αποτελείται από μερικές εκατοντάδες ανθρώπους που δεν μπορούν αλλά και δεν θέλουν να απευθυνθούν σε ένα ευρύ ακροατήριο;
«Προσωπικά δεν χωρίζω τους ανθρώπους σε “indie” και μη, οπότε δεν ξέρω σε ποια σκηνή αναφέρεσαι. Το ευρύ ακροατήριο δεν είναι απαραίτητα κέρδος αφού κάποιοι θέλουν να παίζουν σε μικρότερα και πιο ειδικά live. Αυτό που βλέπω πάντως είναι ότι, γενικά, δεν βγαίνει μουσική που πραγματικά αφορά τους ανθρώπους που μένουν εδώ, όπως για παράδειγμα έκαναν οι Στέρεο Νόβα πιο παλιά. Πλέον είμαι 28 χρονών και έχω ανάγκη η μουσική που ακούω να με αφορά».

Τι άκουσες τελευταία που σου άρεσε;
«Αλέξανδρο Ηλιάκη και Γιώργο Καρπαθάκη που ακόμα δεν έχουν βγάλει δίσκο… Το “Panda” της May Roosevelt… Ένα ελληνόστιχο τραγούδι του Lolek… Και το “Thru you” του Kutiman».
Η Αθήνα ως πόλη μπορεί να είναι πηγή έμπνευσης για έναν νέο δημιουργό;
«Πιστεύω πως ναι, όμως το μόνο που μπορεί να σου εμπνεύσει είναι αρνητικά συναισθήματα και τάσεις φυγής… Πολύ θα ήθελα να γράψω ένα χαρούμενο τραγούδι για την Αθήνα, άλλα με το που τη σκέφτομαι, πέφτω στο καναβάτσο».


Ποια είναι η ωραιότερη εμπειρία που έχεις ζήσει παίζοντας μουσική όλα αυτά τα χρόνια;
«Πέρυσι έκανα ένα live στο σπίτι μου που διήρκησε δύο συνεχόμενες ημέρες κι έπαιξαν σαράντα συγκροτήματα – μαζί κι εγώ. Όλα ήταν όπως θα έπρεπε να είναι στις συναυλίες. Από τότε, το σκέφτομαι πολύ αυτό».







Κριτική, από το avopolis.gr

The Boy
Please make me dance
Εταιρία: Inner Ear (5/2009)
Είδος: Pop, Rock
Κείμενο: Βύρων Κριτζάς



Επιχειρήστε να κατατάξετε τον Boy σε ένα συγκεκριμένο είδος μουσικής και θα σας κρατάει μούτρα για μέρες. Από τότε που ξεκίνησε με τους Mary & The Βoy, προσπαθεί να φτιάξει κάτι ανατρεπτικό για τα ελληνικά δεδομένα, αρκετά αβαν-γκαρντ, σκοτεινό και βαθύτερα προσωπικό. Προσπαθεί. Τα καταφέρνει; Οι Mary & The Boy διέλυσαν. Τώρα η Mary ετοιμάζει το κινηματογραφικό της ντεμπούτο, ενώ ο Boy δίνει συναυλίες μαζί με φίλους όπως ο Felizol, ο Lolek και πολλά άλλα παιδιά που χρησιμοποιούν παρατσούκλια γιατί το πραγματικό τους όνομα δεν είναι αρκετά cool.

O Αλέξανδρος Βούλγαρης έγινε φέτος 28 χρονών. Το Please Make Me Dance είναι το πρώτο του σόλο άλμπουμ σε εταιρεία (έχουν προηγηθεί δύο ανεξάρτητες κυκλοφορίες) και μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να αποκαλύψει το ποιος πραγματικά είναι. Πρόκειται για ένα άλμπουμ 100% ελληνικό, πράγμα που δεν επισκιάζεται από το γεγονός ότι οι μισοί στίχοι είναι αγγλικοί. Όλα ξεκινούν με μια γρήγορη, αγχωμένη απαγγελία του Πάτερ Ημών. Κι ύστερα αρχίζει η μουσική. Ρυθμικά πλήκτρα, κιθάρες και ντραμς ως επί το πλείστον, αλλά και ένα περιβάλλον φορτισμένο με ηλεκτρισμό και με μελωδίες και μια συνοχή που σου επιβάλλει να ακούσεις το άλμπουμ εξ’ ολοκλήρου. 37 λεπτά διαρκεί άλλωστε. Η φωνή του Boy είναι εξαιρετική όπως πάντα, έχει μια χροιά γοητευτική, έχει μια μοναδικότητα. Και ο μουντός ήχος των οργάνων που ο ίδιος παίζει είναι ένα στοίχημα το οποίο εν τέλει κερδίζεται. Στη μητέρα σας σίγουρα δεν θα αρέσει. Αλλά καταλαβαίνει και τίποτα αυτή;

Αυτό ακριβώς πρεσβεύει ο Boy: μια γενιά παιδιών που δεν τα καταλαβαίνει το οικογενειακό τους περιβάλλον, οι φίλοι, τα αφεντικά τους, οι πολιτικοί... Το “Σ’ Αγαπάω Να Της Λες” είναι ένας αντι-ύμνος για την Αθήνα που τα περιγράφει εύστοχα όλα αυτά. Το ίδιο και το “Εδώ Κανείς”, ένα rock άσμα σε ρυθμό τσιφτετελιού, το οποίο περιέχει τον στίχο «εδώ κανείς δεν αξίζει τη μοίρα του», φράση που ταιριάζει γάντι σε όσους νέους ανθρώπους ιδρώνουν όποτε σκέφτονται το μέλλον τους. Στο Please Make Me Dance υπάρχει ακόμα το “Γιατί Δε Χορεύετε Ρεεεε;”, ένα κομμάτι με λίγους στίχους και απλή μελωδία, που όμως κλείνει μέσα του, με έναν περίεργο τρόπο, όλη την ουσία του δίσκου.

Υπάρχει βέβαια ένα πρόβλημα: για μία ακόμα φορά δεν αντιλαμβανόμαστε ποιος ακριβώς είναι ο Boy. Καλές οι εμμονές με τη βία και το αίμα, η μπόχα της πόλης, οι πυροβολισμοί… Αλλά ένας δημιουργός πρέπει να αφήνει ένα άνοιγμα μέσα από το οποίο να μπορούμε να δούμε τον ίδιο του εαυτό. Μην κοροϊδευόμαστε τώρα, δεν ζει σε υγρούς υπονόμους ο Boy, ούτε τριγυρνάει βράδυ παρά βράδυ στα νεκροταφεία. Ένας νέος άνθρωπος είναι, που κυκλοφορεί στους δρόμους της Αθήνας προσπαθώντας να βγάλει άκρη. Η στιχουργική του θα έπρεπε να αφήνει πιστεύω κι ένα παραθυράκι για να αναπνεύσει η ελαφρύτερη πλευρά του. Ίσως βέβαια να μην ταίριαζε κάτι τέτοιο με το ηχητικό περιβάλλον που δημιουργεί. Θα προσέθετε όμως στο Please Make Me Dance μια αυθεντικότητα και θα συμπλήρωνε την ταυτότητά του με χρήσιμα στοιχεία, βγάζοντας προς τα έξω τον πλήρη του εαυτό και όχι εκείνο μόνο το κομμάτι το οποίο ο ίδιος επιθυμεί να παρουσιάσει.

Ακόμα κι έτσι, το Σε Παρακαλώ Κάνε Με Να Χορέψω είναι ένας δίσκος συναρπαστικός και για τον Boy αποτελεί νομίζω ένα βήμα προς τα μπρος. Ακούγοντάς τον θες να του πεις κάτι σαν «εντάξει, ενδιαφέρων τύπος μου ακούγεσαι, θα σε κάνω να χορέψεις ή τουλάχιστον θα προσπαθήσω». Την επόμενη φορά όμως πέτα τη φοβιστική μάσκα με τα αίματα και δείξε μου ποιος είσαι στ’ αλήθεια. Ίσως έτσι συνεννοηθούμε ακόμα καλύτερα...