Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2009

Συνέντευξη Joss Stone



Aπό το FAQ60

Πώς ήταν για εσένα να βγάζεις δίσκο από τα 16;
«Δεν είχα ποτέ και “άλλη ζωή” για να νιώσω τη διαφορά, αφού είμαι τραγουδίστρια από τα 14 μου. Στο πρώτο άλμπουμ ήταν λίγο περίεργα τα πράγματα, γιατί ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα. Ένιωθα ότι τα έκανα όλα λάθος. Ξέρεις, είχα όλες τις ανασφάλειες ενός έφηβου κοριτσιού. Σήμερα, αισθάνομαι λίγο πιο άνετα. Πάντως, το σίγουρο είναι ότι δεν έκανα ποτέ μαθήματα φωνητικής. Τα έβγαλα πέρα μόνη μου μαθαίνοντας πράγματα στην πορεία κι ελπίζοντας πάντα για το καλύτερο».

Καλλιτέχνες που θαύμαζες τότε;
«Ο πατέρας μου άκουγε πανκ ροκ, οπότε τα πρώτα μου ακούσματα ήταν αυτά. Ύστερα άρχισα να ανακαλύπτω τον εαυτό μου και να καλλιεργώ το γούστο μου. Μου άρεσαν πολύ η σόουλ και η ρέγκε. Μου άρεσε η παλιά μουσική, όχι αυτά που έβγαιναν τη δεκαετία του ’90. Για να καταλάβεις, άκουγα πολύ Αρίθα Φράνκλιν, Λορίν Χιλ, Μπομπ Μάρλεϊ…».

Σου αρέσει η αναβίωση της σόουλ από καλλιτέχνες όπως η Έιμι Γουάινχαουζ ή η Ντάφι;
«Η Έιμι είναι καταπληκτική, τη θεωρώ εξαιρετική καλλιτέχνιδα. Για τους υπόλοιπους δεν ξέρω… Γενικά, προτιμώ να ακούσω κάτι αληθινό και αυθεντικό, δεν νομίζω πως είναι καλό να αντιγράφεις κάτι που έχει ήδη γίνει. Αλλά η Έιμι δεν αντιγράφει, απλά εμπνέεται και φτιάχνει τους δικούς της ήχους, που δεν μοιάζουν με κανενός άλλου. Κυρίως στο πρώτο της άλμπουμ ήταν εξολοκλήρου ο εαυτός της. Ως προς τη σύγχρονη ποπ, τα τραγούδια της δεν μου αρέσουν, γιατί είναι τόσο στάνταρ η δομή τους, ενώ, αντίθετα, στη σόουλ υπάρχουν τραγούδια που διαρκούν δεκαπέντε λεπτά και κάποια άλλα που διαρκούν μόλις δύο. Δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος να φτιάξεις έναν σόουλ δίσκο. Δεν χρειάζεται να τραγουδάς με έναν συγκεκριμένο τρόπο ούτε και να τελειώσεις το τραγούδι σου σε τριάμισι λεπτά. Απλά χρειάζεται να το νιώσεις».

Γι’ αυτό προτιμάς τις παλιές ηχογραφήσεις;
«Ναι, γιατί τα πράγματα ήταν πολύ χαλαρά, δεν υπήρχαν κανόνες. Έμπαιναν όλοι μαζί στο στούντιο και έπρεπε να είναι εξαιρετικοί, γιατί συνήθως η πρώτη ηχογράφηση ήταν αυτή που έμπαινε στον δίσκο. Έπρεπε να δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό, γιατί δεν είχαν άλλη ευκαιρία. Για μένα, έτσι θα έπρεπε να είναι και σήμερα».

Πες μου για τα προβλήματα που αντιμετώπισες σχετικά με το νέο άλμπουμ σου;
«Είναι ενδιαφέρουσα ιστορία. Βασικά, η EMI ενδιαφέρεται να πουλήσει. Είναι μια επιχείρηση και θέλει λεφτά. Αυτό το καταλαβαίνω, όμως εγώ δεν είμαι εδώ για λεφτά και για πωλήσεις δίσκων. Είμαι εδώ για να κάνω μουσική, να απολαύσω τη ζωή μου και να την “ντύσω” με ήχους στους οποίους πιστεύω. Αν αυτό δεν οδηγήσει στην πώληση εκατομμυρίων αντιτύπων, για μένα δεν τρέχει τίποτα. Το μόνο που θέλω είναι να κάνω τους ανθρώπους να νιώσουν κάτι. Στην ΕΜΙ μου ζήτησαν να έχει ο δίσκος τρία τραγούδια “κατασκευασμένα” για να ακουστούν στο ραδιόφωνο. Το πρόβλημα είναι πως εγώ δεν ξέρω καν πώς να το κάνω αυτό, γιατί δεν ακούω ραδιόφωνο. Όταν μου ζητάνε κάτι τέτοιο, δεν ξέρω από πού να αρχίσω. Προσπάθησα, αλλά το αποτέλεσμα με αρρώστησε. Ήταν σαν να προσέβαλα τη μεγαλύτερη αγάπη της ζωής μου, τη μουσική, η οποία ξέρω καλά ότι δεν θα με προσέβαλλε ποτέ. Προτιμώ λοιπόν να μη βγάλω CD, από το να βγάζω μαλακίες. Μέχρι σήμερα, δεν ξέρω τι θα γίνει. Απλά ελπίζω να δεχτούν τελικά να βγει το CD όπως το θέλω εγώ…».

Πάντως, τα τελευταία χρόνια κάνεις και τα πρώτα σου βήματα ως ηθοποιός…
«Κοίτα, δεν είμαι ηθοποιός, απλά προσπαθώ να γίνω! Το τραγούδι μού είναι σίγουρα πιο οικείο, όμως το να παίζω σε ταινίες είναι συναρπαστικό, γιατί είναι μια σχετικά καινούργια εμπειρία. Αν δω ότι πάει καλά, θα συνεχίσω!».

Τι να περιμένει όποιος έρθει στη συναυλία σου στην Αθήνα;
«Καλή, αληθινή μουσική. Είναι ό,τι καλύτερο μπορώ να δώσω. Φυσικά θα παίξω και καινούργια τραγούδια – άλλωστε, αυτό είναι το νόημα της συγκεκριμένης περιοδείας. Αν “αυτοί” δεν κυκλοφορήσουν τα τραγούδια μου, τότε θα βγω έξω και θα τα τραγουδήσω όσο πιο δυνατά μπορώ. Είναι το μόνο που μου έχει μείνει…».

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2009

Συνέντευξη Editors


Και συγκεκριμένα με τον ντράμερ τους Ed Lay. Από το FAQ 59.


TOY ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑ


Θυμάστε την πρώτη συναυλία των Editors;
«Ναι! Ήταν πριν από έξι χρόνια σε ένα μικρό, βρόμικο κλαμπ που μύριζε μπίρα. Μη φανταστείς πολύ κόσμο, μερικές δεκάδες μόνο… Όμως, από τότε ξέραμε πως είχαμε στη διάθεσή μας μερικά τραγούδια με τα οποία θα μπορούσαμε να περάσουμε σε μεγαλύτερους χώρους. Απλώς, η αρχή ήταν δύσκολη. Πλέον, μου φαίνεται πολύ μακρινή εκείνη η βραδιά…».

Σε ποια φάση βρίσκεστε σήμερα;
«Μόλις ολοκληρώσαμε το τρίτο άλμπουμ μας, το οποίο σηματοδοτεί μια πρόοδο στα τραγούδια από όλες τις απόψεις. Και δεν το λέω επειδή το φτιάξαμε τώρα. Πραγματικά, ανυπομονώ απίστευτα να παίξω τα καινούργια μας κομμάτια στον κόσμο. Τα πρώτα δύο άλμπουμ μας πήγαν πολύ καλά, έγιναν πλατινένια και μας έδωσαν μια πλατφόρμα πάνω στην οποία θα πρέπει να πατήσουμε για να γίνουμε ακόμα καλύτεροι. Νομίζω πως αυτό το καταφέρνουμε με το νέο μας άλμπουμ… Θα βγει στα τέλη του Σεπτέμβρη και προς το παρόν είναι στο στάδιο του μιξαρίσματος».

Προτιμάτε να γράφετε τραγούδια, να ηχογραφείτε ή να παίζετε live;
«Και τα τρία είναι ωραίες διαδικασίες, ακριβώς επειδή είναι διαφορετικές. Όταν είσαι στο στούντιο και δουλεύεις με έναν καλό παραγωγό και ακούς το αποτέλεσμα, το συναίσθημα είναι μαγικό. Από την άλλη, όταν είσαι σε έναν χώρο γεμάτο από ανθρώπους που ήρθαν για να σε δουν, είναι πολύ τιμητικό. Η αδρεναλίνη στα live δεν συγκρίνεται με οτιδήποτε άλλο, όμως και το στούντιο είναι εξίσου συναρπαστικό».

Από τα τραγούδια σας, ποιο είναι το αγαπημένο σας;
«Το “Open your arms”, από τον πρώτο μας δίσκο. Είναι ένα κάπως αργό κομμάτι, που όμως μας βγήκε εντελώς φυσικά. Ήταν το σωστό τραγούδι στη σωστή στιγμή. Με κάνει χαρούμενο όποτε το ακούω, ακόμη και σήμερα».

Νέες μπάντες ή άλμπουμ που σας αρέσουν;
«Μου άρεσε πολύ το καινούργιο άλμπουμ των Depeche Mode. Επίσης, το δεύτερο άλμπουμ των Horrors είναι πολύ καλό. Έχουν κάνει τεράστια πρόοδο σε σχέση με την προηγούμενη δουλειά τους. Πολύ καλή μπάντα που έδινε πάντα δυνατά live αλλά πλέον έχει φτιάξει και έναν σπουδαίο δίσκο».

Και οι White lies που θα παίξουν μαζί σας στην Αθήνα; Κάποιοι τους παρομοιάζουν ήδη με εσάς…
«Είναι πολύ καλή μπάντα, τους είδα live πρόσφατα και πραγματικά “το έχουν”. Καταλαβαίνω απόλυτα γιατί τους συγκρίνουν με μας. Έχουν παρόμοια αισθητική, παρόμοια φωνή και κάποια κοινά στοιχεία στον ήχο. Νομίζω όμως πως ο καινούργιος μας δίσκος είναι πολύ διαφορετικός και οι συγκρίσεις ίσως σταματήσουν…».

Τι θυμάστε από την τελευταία επίσκεψή σας στην Αθήνα πριν από τρία χρόνια;
«Ήταν τέλεια. Μείναμε για ένα ολόκληρο σαββατοκύριακο. Είχε πολλή ζέστη αλλά περάσαμε τέλεια, είδαμε τα αξιοθέατα και πήγαμε και σε κάτι ωραία κλαμπάκια. Αλλά και το μέρος που δώσαμε συναυλία (σ.σ. το Terra Vibe) ήταν εξαιρετικό. Ελπίζουμε να είναι το ίδιο όμορφα και αυτήν τη φορά».

Θα παίξετε και καινούργια κομμάτια;
«Το συζητάμε… Σίγουρα θα παίξουμε, το θέμα όμως είναι πόσα. Το πιο πιθανό είναι να παίξουμε μόνο ένα ή δύο, γιατί δεν ξέρουμε ακόμα πώς ακριβώς πρέπει να τα παρουσιάσουμε, ενώ δεν τα γνωρίζει και ο κόσμος. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, δεν θέλουμε να το παρακάνουμε, γιατί είναι φεστιβάλ και ο χρόνος μας θα είναι περιορισμένος. Πρέπει να τα δοκιμάσουμε προσεκτικά και να δούμε αν είναι τόσο καλά για τους άλλους όσο είναι και για εμάς. Θα επικεντρωθούμε στα παλιά λοιπόν. Αν και δεν είναι και τόοοσο παλιά, εδώ που τα λέμε…». (γέλια)

Έρωτα, έρωτα, έρωτα


Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009

Λάζαρος Βάλβης: Ένας Ψαράς



Από το FAQ 58 (Αφιέρωμα στον Πειραιά)

ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑ
photo: Charlie Makkos

- «Εγώ είμαι νησιώτης, απ’ τη Σαντορίνη είμαι. Αλλά είμαι στο Πασαλιμάνι πάνω από δεκαπέντε χρόνια. Αν σου πω ότι μου αρέσει ο Πειραιάς, θα σου πω ψέματα. Τα νησιά είναι πιο καλά, αλλά τον χειμώνα στα νησιά δεν μπορείς να δουλέψεις. Πας για ψαριά μια δυο φορές τη βδομάδα γιατί έχει φουρτούνες. Ενώ εδώ στον Σαρωνικό δουλεύεις συνέχεια, χειμώνα καλοκαίρι. Άντε να χάσεις ένα μεροκάματο τη βδομάδα».

- «Όταν κυνηγήσεις μια δουλειά και την κάνεις με μεράκι, τότε ανταμείβεσαι ό,τι δουλειά κι αν κάνεις. Πότε πολλά πότε λίγα, αν το παλεύεις, το μεροκάματο βγαίνει. Στην περίπτωσή μου, για να πάει κάποιος καλά πρέπει να αγαπάει τη θάλασσα. Αλλιώς καλύτερα να βρει κάτι άλλο να κάνει. Εγώ έρχομαι εδώ στο Πασαλιμάνι τρεισήμισι ώρα τη νύχτα μέχρι τις έξι το απόγευμα. Μου αρέσει όμως».

- «Έχω πενήντα δίχτυα στο σκάφος αυτό που βλέπεις. Ξέρεις πόσο κοστίζουν; 15-20 χιλιάδες ευρώ. Αυτό το σκάφος κάνει πάνω από 100 χιλιάδες ευρώ, μια περιουσία. Είναι δέκα χρονών σκάφος, καινούργιο δηλαδή. Εμένα ήταν και ο πατέρας μου ψαράς και μου είχε αφήσει ένα μικρό. Το πούλησα λοιπόν, μου έδωσε και μια επιδότηση 40% το κράτος και αγόρασα αυτό. Όχι το κράτος, λάθος, η Ευρωπαϊκή Ένωση. Το κράτος πού να τα βρει; (γέλια) Ξέρω πως ο κ. Φασούλας είναι καλός άνθρωπος. Ας κοιτάξει λίγο και εμάς, όμως. Τον ψηφίσαμε όλοι επειδή ξέρουμε ότι είναι καλός άνθρωπος. Αλλά πρέπει να το δείχνει κιόλας. Δεν πρέπει;».

- «Το μεγάλο μας πρόβλημα είναι το πετρέλαιο. Ενώ σε άλλα κράτη οι ψαράδες το παίρνουνε φτηνό, εμείς εδώ στην Ελλάδα το χρυσοπληρώνουμε. Το πληρώνουμε κανονικά και μας κάνουνε επιστροφές μετά από τρεις τέσσερις μήνες. Όποτε τους έρθει… Έχεις το σκάφος, έχεις τα δίχτυα, έχεις το πετρέλαιο και έχεις βέβαια και τους εργάτες, γιατί μόνος σου δεν μπορείς να κάνεις πολλά. Τα πρωινά έχω και τη γυναίκα εδώ για να με βοηθάει. Αυτή είναι ο καπετάνιος μου. Θυμάμαι, όταν πρωτοπήραμε το σκάφος, δουλεύαμε είκοσι ώρες τη μέρα μέχρι να το ξεχρεώσουμε. Τώρα πήρα δύο εργάτες για να ξεκουραστούμε, αλλά σφίγγουνε πάλι τα πράγματα και δεν ξέρω τι θα κάνω…».

- «Ο Πειραιάς, όπως και η Αθήνα, είναι πιο ωραίος τη νύχτα. Έχει μια ηρεμία, κάθεσαι εκεί στο παγκάκι και δεν σε ενοχλεί κανείς. Ούτε αμάξια ούτε βαβούρα ούτε τίποτα. Κυρίως από μέσα Ιουλίου μέχρι τέλη Αυγούστου, που είναι άδειος. Για μένα, το πιο ωραίο μέρος είναι η Πλατεία Αλεξάνδρας ή πάνω, στα bowling, που φαίνεται όλος ο Σαρωνικός και ηρεμεί το μυαλό σου. Αλλά το κέντρο είναι κόλαση. Θες να πας να αγοράσεις ένα δίχτυ; Πιο γρήγορα θα πας με τα πόδια παρά με τ’ αμάξι. Δράμα!».

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

Συνέντευξη Ojos de Brujo



ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑ
Από το FAQ 58

Πώς ξεκινήσατε το συγκρότημα και πόσο έχει αλλάξει με τον καιρό;
Ramón Giménez (κιθαρίστας): «Ξεκινήσαμε πριν από περίπου δέκα χρόνια. Δεν είχαμε σκεφτεί καν να κάνουμε συγκρότημα, απλά παίζαμε μαζί, χωρίς να γνωριζόμαστε στενά και χωρίς να ρωτάμε από πού ήρθε ο καθένας. Αν έχουμε κάτι κοινό, αυτό είναι ο κοινός μας θαυμασμός για το φλαμένκο. Δεν θέλουμε όμως να παίζουμε μόνο αυτό το είδος. Το φλαμένκο υπάρχει μέσα μας μαζί με πολλά άλλα πράγματα».
Xavi Turull (περκασιονίστας): «Πολλά χρόνια τώρα παλεύουμε σκληρά σαν μια αυτόνομη κολεκτίβα καλλιτεχνών που είναι ελεύθεροι και πειραματίζονται. Προσπαθούμε να είμαστε όσο πιο ανοιχτοί και ειλικρινείς μπορούμε».


Το βρίσκετε ακόμα δύσκολο να πείσετε κάποιους ακροατές ότι το να παίζει κανείς φλαμένκο δεν σημαίνει απαραίτητα να είναι κολλημένος στο παρελθόν;
Dj Panko (dj): «Η ρίζα μας είναι το φλαμένκο. Το μπερδεύουμε όμως και με άλλα είδη: ηλεκτρονική μουσική, τάνγκο, ρούμπα, χιπ χοπ… Η βάση είναι το φλαμένκο, αλλά πάνω εκεί χτίζουμε ένα δικό μας οικοδόμημα. Ο μέσος ακροατής ανά τον κόσμο χωνεύει πιο εύκολα την παραδοσιακή μουσική, αν την “ντύσεις” με στολίδια που του είναι οικεία. Τώρα πια θεωρείται νορμάλ για έναν φλαμένκο μουσικό να συμπεριλαμβάνει στον ήχο του ντραμς, bongos, ηλεκτρικό μπάσο κ.λπ. Παλιά μας αγριοκοιτάζανε, όμως πρέπει να παίρνεις ρίσκα. Να σπας τα καλούπια και να ανοίγεις τον δρόμο για τους υπόλοιπους. Νομίζω πως το φλαμένκο είναι η πιο μπασταρδεμένη μουσική που υπάρχει. Κι όμως, είναι μια αγνή μουσική. Είναι πλούσια και σε μόνιμη εξέλιξη. Πλέον, ο κάθε μουσικός έχει στη διάθεσή του και υπολογιστές και διάφορα gadgets. Υπάρχουν οι κιθάρες και τα φωνητικά, που από μόνα τους σε κάνουν να ανατριχιάζεις, και υπάρχει και η τεχνολογία. Γιατί να μην τα χρησιμοποιήσουμε, λοιπόν, ταυτόχρονα;».


Πόσο δύσκολο είναι να παρθούν αποφάσεις σε ένα γκρουπ με εννέα μέλη;
R.G.: «Θέλουμε να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει. Να δημιουργήσουμε την ανάγκη για μουσική και κατόπιν να καλύψουμε την ανάγκη αυτή. Κάθε επιλογή μας χρειάζεται θυσίες, αλλά πηγαίνουμε εκεί που θέλουμε και δρούμε με τον δικό μας τρόπο».


Μιλήστε μας για το νέο σας άλμπουμ, το «Aocaná»…
Dj P.: «“Aocaná” σημαίνει τώρα. Το άλμπουμ εκφράζει το πώς είμαστε σήμερα και θεωρώ ότι είναι το καλύτερο άλμπουμ που έχουμε κάνει. Είναι η πρώτη φορά που η Μαρίνα (σ.σ.: Αμπάντ, φωνή) τραγουδάει ένα ερωτικό τραγούδι, αν και απευθύνεται στον γιο της. Υπάρχουν πολλά ρομαντικά τραγούδια αλλά και πιο σκοτεινές πλευρές. Η Μαρίνα έχει και στίχους κοινωνικής κριτικής με αναφορές στην κατάσταση της Μάνας Γης. Το άλμπουμ αυτό είναι η επιστροφή μας στη δημιουργία τραγουδιών. Είχαμε σταματήσει γιατί είχαμε φάει εφτά χρόνια σε περιοδείες και γράφαμε μόνο σε δωμάτια ξενοδοχείων και λεωφορεία. Τώρα όμως είχαμε χρόνο να χαλαρώσουμε. Μάλιστα, η Μαρίνα ήταν για ένα διάστημα έγκυος και το εκμεταλλευτήκαμε για να δημιουργούμε με την ησυχία μας. Χωρίς να παύουμε να είμαστε ο εαυτός μας, έχουμε εισαγάγει στο νέο άλμπουμ διαφορετικά χρώματα, τροπικά φρούτα, λάτιν μπιτ και άλλα πολλά με φυσικό τρόπο».


Πέρα από τη μουσική, ποιο είναι το κύριο μέλημα που έχετε ως συγκρότημα;
X.T.: «Χρειαζόμαστε να είμαστε ζωντανοί. Να χρησιμοποιούμε το σύστημα επικοινωνίας για να αφυπνίσουμε τον κόσμο και να πετύχουμε μια αποκέντρωση σε όλο τον πλανήτη. Θέλουμε ένα σύστημα με πολλές κουλτούρες, με χιλιάδες ανεξάρτητες μικρές ομάδες και όχι μεγάλες, βρόμικες, τερατώδεις πόλεις που κυβερνώνται από μαλάκες, οι οποίοι επιβάλλουν έξυπνους, καταπιεστικούς νόμους. Πιστεύουμε πως στο τέλος θα κυριαρχήσει η μαγεία της αγάπης και δεν θα έρθει η απόλυτη καταστροφή στην οποία φαίνεται πως βαδίζουμε. Ας δουλέψουμε, λοιπόν, όλοι για καλύτερες ανθρώπινες συνειδήσεις και αγάπη. Τουλάχιστον εμείς γι’ αυτό προσπαθούμε».

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2009

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009

Green Day


Το περιοδικό Rolling Stone βάζει 4,5 αστέρια στο νέο άλμπουμ των Green Day. Ο Μάκης Μηλάτος στο Athens Voice βάζει 1. Ποιον να πιστέψω;

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2009

Ένα ενδιαφέρον βιβλίο: "Το θαύμα της αναπνοής"



Συνέντευξη Δημήτρης Σωτάκης, από το FAQ 56.
ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑ


Ποιο είναι το θέμα του βιβλίου και πώς συλλάβατε την αρχική ιδέα γι’ αυτό;
«Το θέμα του βιβλίου είναι πάντα ένα άλλοθι. Αγκιστρώνομαι από μια κεντρική ιδέα –αυτήν τη φορά πρόκειται για την παράξενη ιστορία ενός νέου άντρα, ο οποίος μπλέκεται στα γρανάζια μιας ύποπτης εταιρείας με σκοπό τον γρήγορο πλουτισμό– για να υπογραμμίσω τελικά αυτό που με απασχολεί περισσότερο. Πώς δηλαδή διαχειριζόμαστε τη ζωή μας, τι πραγματικά θέλουμε να κάνουμε στον χρόνο που μας αναλογεί πάνω σ’ αυτό τον κόσμο. Η έμπνευση για “Το θαύμα της αναπνοής” ήταν μάλλον συνέπεια μιας σχεδόν καταθλιπτικής περιόδου που περνούσα την εποχή που ξεκίνησα τη συγγραφή του βιβλίου, ωστόσο αυτή η δυσάρεστη περίοδος μου έκανε δώρο αυτό το μυθιστόρημα».


Ο ήρωας χαραμίζει την προσωπική του ελευθερία για χάρη των χρημάτων. Μπορεί κανείς να το αποφύγει αυτό ή βρισκόμαστε όλοι στο έλεος των αφεντικών μας;
«Όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο βεβαιώνομαι ότι οι άνθρωποι έχουν μια καταναγκαστική, σχεδόν μαζοχιστική σχέση με τα αφεντικά τους. Πολλές φορές αναζητούν ή ακόμα επινοούν ένα αφεντικό, ενώ θα μπορούσαν να κινούνται ελεύθερα – ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Κατά κάποιο τρόπο, τα χρήματα αποτελούν το τέλος των επιθυμιών, του μεγάλου ονείρου της ελευθερίας. Το ερώτημα λοιπόν είναι αν κατά τη διάρκεια της αναζήτησης ξεχνάμε κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες, δηλαδή, τους ίδιους τους εαυτούς μας».



Η αγωνία του «τι θα γίνει στο τέλος» είναι απαραίτητο στοιχείο για τη διατήρηση του ενδιαφέροντος σε ένα μυθιστόρημα;
«Όχι ακριβώς. Είμαι λάτρης των συγκινησιακά φορτισμένων “τελευταίων σελίδων” ενός βιβλίου, ωστόσο το μυθιστόρημα δεν είναι φιλμ, επομένως ο συγγραφέας δεν οφείλει να συμπεριφέρεται ως παραμυθάς, ως εκείνος που θα διηγηθεί απλώς μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Ο ασκημένος αναγνώστης απολαμβάνει ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα “ξεχνώντας” ότι κάποτε θα τελειώσει».


Πόσο χρήσιμο είναι το επάγγελμα ενός συγγραφέα σήμερα;
«Όχι ιδιαίτερα... Οι συγγραφείς –κυρίως, στην Ελλάδα– δεν διαθέτουν τον απαραίτητο χώρο για να γίνουν ιδιαίτερα αναγνωρίσιμοι, επομένως οι απόψεις τους δεν φτάνουν πολύ εύκολα στο κοινό. Όμως, το ευχάριστο είναι ότι υπάρχουν ακόμη πολλοί εραστές του βιβλίου, φανατικοί βιβλιοφάγοι, που σε κάνουν να πιστεύεις ότι ένα βιβλίο μπορεί τελικά να διαμορφώσει, ακόμη και ν’ αλλάξει τη ζωή ενός ανθρώπου».


Θεωρείτε τις πωλήσεις ενός βιβλίου σημαντικό κριτήριο της αξίας του;
«Σε καμία περίπτωση. Ο τρόπος που κινείται η αγορά του βιβλίου είναι εντελώς απρόβλεπτος και, φυσικά, το πόσο πουλάει ένα βιβλίο δεν έχει να κάνει με τη λογοτεχνική αξία του. Ωστόσο, τα καλά βιβλία πρέπει να πουλάνε, πρέπει δηλαδή να προσεγγίζουν τους αναγνώστες. Μην ξεχνάμε ότι, στην τελική ανάλυση, ένα βιβλίο γράφεται για να διαβαστεί».