Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Συνέντευξη Wedding Singers

(οπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΓΥΝΑΙΚΑ - Φεβρουάριος 2012)
Δεν χρειάζεται να είσαι ο Σέρλοκ Χολμς για να ανακαλύψεις το προφανές: οι Wedding Singers είναι αυτή τη στιγμή η πιο κεφάτη μπάντα της Αθήνας. Συναντήθηκα με τον Λάμπη Κουντουρόγιαννη, τον έναν εκ των δύο τραγουδιστών τους, στο μπαρ Τώρα στο Γκάζι και κατάλαβα το γιατί. Ο Λάμπης είναι ο τύπος που σε στήνει 20 λεπτά στο ραντεβού, αλλά τελικά σου σφίγγει το χέρι τόσο ζεστά ώστε σε ξαφνιάζει. Λες: «Αποκλείεται να με έστησε επίτηδες». Η αμεσότητα αυτή σπάει λοιπόν και τον πάγο μεταξύ της μπάντας και του κοινού. Και δεν μιλάμε για μία ή δύο επιτυχημένες εμφανίσεις. «Σε κάθε μας live έχουμε τουλάχιστον 150 ανθρώπους - και φαντάσου ότι παίζουμε Τετάρτες», μου είπε για τις εμφανίσεις που πραγματοποιούν κάθε εβδομάδα στο Γκάζι. «Διασκευάζουμε από το “Rock Me Amadeus” του Falco μέχρι το “Lost in the Night” του Κώστα Χαριτοδιπλωμένου», συμπλήρωσε. «Ο κόσμος χορεύει, τα όμορφα κορίτσια ξεσηκώνουν τα αγόρια... Και όλο αυτό είναι πολύ χαρούμενο και ειλικρινές. Επιπλέον, το να δουλεύεις κάθε μέρα πρωί-απόγευμα και να βγαίνεις στα μισά της εβδομάδας μέχρι αργά το βράδυ είναι μια προσωπική επανάσταση».
    Φέτος τον χειμώνα, πάνω που οι Wedding Singers είχαν φτιάξει όνομα στα εναλλακτικά στέκια της πόλης, προέκυψε συνεργασία με την Αννα Βίσση. «Η Αννα έψαχνε μια μπάντα για να συμμετέχει ως guest στις χειμωνιάτικες εμφανίσεις της», μου εξήγησε ο Λάμπης. «Ενα βράδυ ήρθε λοιπόν, μας άκουσε, απόλαυσε αυτό που είδε, μιλήσαμε και συμφωνήσαμε». Αναρωτήθηκα αν οι φαν του γκρουπ βρέθηκαν προ εκπλήξεως, αλλά η απάντηση του Λάμπη Κουντουρόγιαννη ήρθε πριν γίνει σχετική ερώτηση. «Κάνουμε ακριβώς αυτό που αγάπησε ο κόσμος», μου είπε. «Δεν μας ζήτησε κανείς να αλλάξουμε το στυλ μας και έτσι οι όποιοι ενδοιασμοί μάς αποχαιρέτησαν από την πρώτη μέρα».
    Ενα πολυφορεμένο κλισέ θέλει τα μέλη κάθε μπάντας να δηλώνουν πρώτα απ’ όλα δεμένη παρέα. Ομως οι Wedding Singers είναι μάλλον διαφορετικοί. «Bαριόμαστε να βγαίνουμε μαζί, γιατί οι συζητήσεις γυρνάνε στα ίδια θέματα», ισχυρίστηκε ο Λάμπης. Τα όνειρα των μελών της μπάντας είναι πάντως κοινά. «Μια καλοκαιρινή περιοδεία στα beach bars της Ελλάδας θα ήταν τέλεια», μου είπε ο Λάμπης Κουντουρόγιαννης. «Για να παίζoυμε μουσική, να πίνουμε τις ποτάρες μας και να κοιμόμαστε το πρωί». Υστερα πάτησα το stop στο κασετοφωνάκι και συζητάμε περί ανέμων και υδάτων. Διότι στον κόσμο των Wedding Singers όλα μπλέκονται μεταξύ τους με γρήγορο ρυθμό, όπως ακριβώς συμβαίνει στα τραγούδια που διασκευάζουν.

Who is who
• Οι Wedding Singers είναι οι Λάμπης Κουντουρόγιαννης (κιθάρα-φωνή), Θοδωρής Μαυρογιώργης (κιθάρα-φωνή), Χρήστος Αλεξάκης (πλήκτρα) και Σεραφείμ Γιαννακόπουλος (τύμπανα). O Λάμπης και ο Θοδωρής είναι δεύτερα ξαδέρφια.
• Εμπνεύστηκαν το όνομά τους από την κωμική ταινία «The Wedding Singer» («Ενας τραγουδιστής για τον γάμο μου»), που έχει πρωταγωνιστή τον Ανταμ Σάντλερ.
• Αρχισαν να παίζουν μαζί πριν από τρία χρόνια. Μέχρι στιγμής περιορίζονται σε ποπ/ντίσκο διασκευές τραγουδιών από τα ’80s και τα ’90s, αλλά στο μέλλον σκοπεύουν να κυκλοφορήσουν δικό τους υλικό.

(ΙΝΦΟ) Οι Wedding Singers εμφανίζονται κάθε Τετάρτη στο Τώρα (Κωνσταντινουπόλεως 44, Γκάζι) με ελεύθερη είσοδο. Επιπλέον, κάθε Παρασκευή και Σάββατο παίζουν στο Rex Music Theater (Πανεπιστημίου 48, Αθήνα).

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

Καταξίωση

Στο σημείο αυτό θέλω να ευχαριστήσω θερμά τους αναγνώστες μου από τη Βραζιλία. Και δεν αστειεύομαι καθόλου: με αμήχανο χαμόγελο διαπίστωσα μέσω των εσωτερικών μηχανισμών της παρακολούθησης του blog πως την τελευταία εβδομάδα οι περισσότεροι αναγνώστες  1.602 τον αριθμό, προέρχονται από τη χώρα του Πελέ. Ακολουθεί η Ελλάδα με μόλις 127 επισκέπτες.
Η απρόσμενη αυτή επιτυχία οφείλεται, όπως φαίνεται από τα στατιστικά, στο θέμα για τη Γιόκο Ονο, που δημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 2010 και βραδυφλεγώς εξελίχθηκε σε top story. Θυμίζω πως η εν λόγω ανάρτηση συνοδευόταν από γυμνή φωτογραφία της ίδιας και του Τζον Λένον (το εξώφυλλο του άλμπουμ «Two Virgins»), η οποία ενδεχομένως να έφερε περισσότερα κλικ απ’ ότι το καλογραμμένο κατά τα άλλα κείμενό μου.
Σαν αντάλλαγμα, χαρίζω στους Βραζιλιάνους μια ακόμα γυμνή φωτό του ζευγαριού, την οποία ούτε θυμάμαι πότε τράβηξα. We love Brazil.


Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

20 τραγούδια από το 2011

 Arctic Monkeys - Love is a laserquest
Lykke Li - Sadness is a blessing
Destroyer - Kaputt
Anna Calvi - Blackout
tune-yards - Bizness
Wild Beasts - Loop the loop
EMA - California
Tom Waits - Pay me
Friendly fires - Live those days tonight
Smith Westerns - Still new
Nicolas Jaar - Colomb
Iron & Wine - Walking far from home
Jessie J - Price tag
Battles - Ice cream
Noel Gallagher - Death of you and me
Rihanna - You da one
Lana Del Rey - Video games
College feat. Electric Youth - A real hero
Φοίβος Δεληβοριάς - Το καταφύγιο
Δημήτρης Μεντζέλος - Γιατί δε μ'αγαπάς όπως παλιά

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Τα φουσκωμένα χείλη της Lana Del Rey


 Eνα αστέρι γεννιέται
 Φρεσκάρει για τελευταία φορά το απαλό ροζ κραγιόν της, ανεβαίνει στη σκηνή με αυτοπεποίθηση, λούζεται από το φως των προβολέων και αρχίζει να τραγουδάει βαριεστημένα το πιο λυπητερό hit της χρονιάς που φεύγει. Το όνομά της είναι Λάνα Ντελ Ρέι και ξέρει καλά ότι με την ομορφιά της θα είχε θαυμαστές ακόμα κι αν εργαζόταν σε σούπερ μάρκετ. Απλώς τυγχάνει τραγουδοποιός και ερμηνεύτρια. Επιπλέον, είναι η νέα ιέρεια των hipsters, το κορίτσι που πιθανότατα θα λάβει τη σκυτάλη της ποπ κυριαρχίας από την Αντέλ όσο εκείνη θα ξεκουράζει τη φωνή της.
    Στην πραγματικότητα, η 25χρονη Λάνα Ντελ Ρέι λέγεται Ελίζαμπεθ Γκραντ. Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, μεγάλωσε στo κοντινό χωριό Λέικ Πλάσιντ και μετά τα 18 άρχισε να δοκιμάζει την τύχη της στα κλαμπ του Μπρούκλιν: με εφόδιά της μια κιθάρα και μισή ντουζίνα άγουρα τραγούδια, αναζήτησε τον πιο σύντομο δρόμο για τη διασημότητα. Αργότερα (2009) ηχογράφησε μάλιστα ένα άλμπουμ σε περιθωριακή δισκογραφική, αλλά το είδε να μη φεύγει ποτέ από τις αποθήκες της εταιρείας και άρχισε να σπέρνει αυτοσχέδια βιντεοκλίπ των τραγουδιών της στο διαδίκτυο.
    Τελικά, το καλοκαίρι του 2011 μια σπαρακτική μπαλάντα της με τίτλο «Video Games» έγινε ένα φευγάτο βιντεοκλίπ vintage αισθητικής και επιτέλους ο δρόμος για την καταξίωση άνοιξε. Στη συνέχεια η Λάνα είδε το βιντεάκι της να δοξάζεται στο ίντερνετ, πληροφορήθηκε ότι το τραγούδι της αγοράζεται τρελά από τους χρήστες του iTunes, άκουσε τη μουσική της στην τηλεοπτική σειρά «Gossip Girl» και στην επίδειξη μόδας του Βρετανού σχεδιαστή Κρίστοφερ Κέιν, έμαθε ότι τα εισιτήρια για την πρώτη συναυλία της στην Αγγλία έγιναν καπνός μέσα σε 13 λεπτά. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι τώρα καταφέρνει να συντηρεί μια αχλύ μυστηρίου για το άτομό της και να κρύβει καλά τα μυστικά της.
    Οταν ερωτάται για τις επιρροές της η Λάνα μας τα μπερδεύει: αναφέρει μεταξύ άλλων τους Nirvana, τον Eminem και τη Ντιαμάντα Γκαλάς... Οι ερμηνείες της θυμίζουν πάντως Μάριαν Φέιθφουλ και τα κομμάτια της χρωστούν μεγάλο μέρος της μαγείας τους στη μουσική υπόκρουση ταινιών της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ. Από την άλλη, η εικόνα καστανόξανθης στάρλετ με κουκλίστικες βλεφαρίδες και σαρκώδη χείλη που τη συνοδεύει έχει ήδη ερεθίσει τη φαντασία κακοπροαίρετων γραφιάδων. Προς το παρόν, όμως, η Λάνα κάνει πως δεν ακούει και βάζει τις τελευταίες πινελιές στο ντεμπούτο άλμπουμ της. Μέχρι δε την κυκλοφορία του, εκείνη θα κινείται μεταξύ Λονδίνου και Νέας Υόρκης, σε έναν δικό της κόσμο όπου όλα τελειώνουν και ξαναρχίζουν αέναα, σε έναν κόσμο που θυμίζει video game.

(όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γυναίκα - Δεκέμβρης 2011)

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Oταν ο Βύρωνας συνάντησε το Μύρωνα

(φώτο Charlie Makkos)
Μπες εδώ: http://www.gynaikamag.gr/4dcgi/_w_articles_womdeco_1_15/09/2011_406532

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

Συνέντευξη Γιάννης Μηλιώκας


 Το στούντιο και δεύτερο σπίτι του Γιάννη Μιλιώκα βρίσκεται σε ένα υποφωτισμένο υπόγειο στο Χαλάνδρι. Κλεισμένος εκεί, προχειροντυμένος και ατημέλητος, μοιάζει με αγρίμι που δεν του επιτρέπουν να βγει, στο οποίο το μόνο που απομένει είναι να εκδικείται με τραγούδια. Αφορμή για τη συνέντευξη υπήρξαν οι επικείμενες εμφανίσεις του μαζί με τον Διονύση Τσακνή και τον Νίκο Ζιώγαλα στον Σταυρό του Νότου, που ξεκινούν αυτήν την Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου, και θα συνεχιστούν κάθε Παρασκευή και Σάββατο για έξι συνολικά διήμερα...

Ετσι όπως ταλαιπωρηθήκαμε μέχρι να συναντηθούμε, θυμήθηκα τον διάσημο στίχο σας «Το Σάββατο μπορείς;». Γιατί είναι τόσο δύσκολο να συναντηθούν δύο άνθρωποι στην Αθήνα σήμερα;
Ξεμάθαμε, γιατί επικοινωνούμε συνήθως τηλεφωνικά. Αν δεν το ασκείς το σπορ που λέγεται ραντεβού, σταδιακά προκύπτει μια ακαμψία. Και βέβαια το κερασάκι στην τούρτα είναι οι καθημερινές απεργίες. Περαστικά μας!
Τι ετοιμάζετε στον Σταυρό του Νότου με τον Διονύση Τσακνή και τον Νίκο Ζιώγαλα;
Ο Διονύσης είναι ένας καλλιτέχνης που πρόσεξε τι θα κάνει και κυρίως τι δεν θα κάνει –ασχολήθηκε με όλα όσα είναι επί της ουσίας στη ζωή. Ο Νίκος πάλι είναι λίγο πιο, πώς να το πω…, ερωτικός! Στα τραγούδια του ασχολείται συνήθως με τα βραδινά θέματα, ενώ εγώ και ο Διονύσης με τα ημερήσια. Κι έτσι όπως τα έφερε ο διάολος, οι καιροί δηλαδή, η παρουσία μας είναι απαραίτητη. Εγώ δεν θα πάψω ποτέ να δηλώνω την αντίθεσή μου στο σύστημα, για να μη νομίζουν ότι αλλοτριώθηκα και συγχωνεύτηκα μέσα σε αυτό. Ερχεται άσχημος καιρός. Το άσχημος για ’σένα μπορεί να είναι κάτι πρωτοφανές, για μας όμως είναι μια απ’ τα ίδια. Σε ένα από τα πρώτα μου τραγούδια είχα γράψει «εμείς που μεγαλώσαμε με σάλτσα στο ψωμί»…
Να πάμε στο παρελθόν λοιπόν, αλλά να επιστρέψουμε στη μουσική. Εσείς τι ακούγατε τη δεκαετία του 1960, στην εφηβεία σας; Σας ρωτάω γιατί οι επιρροές σας είναι κάπως ασαφείς…
Οι επιθυμίες μου με οδήγησαν στον δρόμο με μια βαλίτσα και μια κιθάρα και δεν είχα τρίτο χέρι να κουβαλάω και στερεοφωνικό. Χωρίς ποτέ να ’χω δικιά μου δισκοθήκη, άκουσα όλες τις μουσικές. Ημουν τυχερός γιατί πρόλαβα και την τζαζ της Αμερικής στο φόρτε της και το ροκ εν ρολ, και μετά Deep Purple, Pink Floyd, Jethro Tull… Η λαϊκή μουσική θα έλεγα πως με απώθησε, γιατί δεν με αφορούσε. Eίχε κάτι πονεμένες ιστορίες τις οποίες δεν είχαμε μάθει στο σπίτι ούτε να τις βιώνουμε ούτε να τις περιγράφουμε με τον τρόπο που τις ακούγαμε στα τραγούδια. Η ζημιά δεν συζητιόνταν στο πατρικό μου –προσπαθούσαμε να την ξεχάσουμε. Και παρ’ όλο που ο πατέρας μου ήταν μηχανουργός και η μητέρα μου βοηθός του, άκουγαν κλασική μουσική. Προφανώς γιατί θαύμαζαν τη μεγαλοπρέπεια που κρύβουν αυτές οι ηχογραφήσεις, η οποία μας θυμίζει αυτό που ξεχάσαμε: το εν δυνάμει του ανθρώπου.
Το λαϊκό τραγούδι δεν το αγαπήσατε, ωστόσο ξεκινήσατε παίζοντας κιθάρα σε λαϊκά μαγαζιά…
Ετσι τα ’φερε η κατάρα. Δοκίμασα να κάνω δυο-τρία ροκ γκρουπ, αλλά το αποτέλεσμα ήταν μηδενικό.
Και γιατί δεν διαλέξατε άλλη δουλειά;
Ηθελα να παίζω κιθάρα. Εμαθα μέσα σε ένα τρίμηνο όλα τα γνωστά ελληνικά τραγούδια –γιατί είναι πολύ εύκολα– μετά βρήκα μπασίστες και ντραμίστες με ροκ καταβολές που ήταν αναγκασμένοι κι αυτοί να παίζουν λαϊκά για να ζήσουν. Παίζαμε λοιπόν ό,τι θέλαμε από πίσω, είχαμε βάλει μπροστά ένα μπουζούκι και όποιος καταλάβαινε, καταλάβαινε… (γέλια). Μιλάμε τώρα για τη δεκαετία του 1970. Με εξαίρεση κάποια διαλείμματα, έπαιζα σε καθημερινή βάση για 12 χρόνια.
Πόσες ώρες την ημέρα;
Από τις 11 το βράδυ μέχρι τις 5 το πρωί. Αλλά έχω κάνει και δουλειές στις οποίες πήγαινα απόγευμα σε έναν χώρο, μετά το βράδυ σε έναν άλλο και τα μεσάνυχτα σε έναν τρίτο. Επαιζα δηλαδή σύνολο γύρω στις δώδεκα ώρες.
Πώς αντέξατε;
Δεν απογοητεύτηκα γιατί έλεγα «παίζω μουσική». Έχει μέσα τη λέξη «παίζω». Αυτό εμένα με κάλυψε, με ηρέμησε, με παραμύθιασε. Επίσης είχα πάντοτε ένα κόλπο: ενώ ασχολιόμουν με κάτι, ετοίμαζα κάτι άλλο. Κάποια στιγμή άνοιξα μια γκαλερί και ζωγράφιζα. Μέσα εκεί λοιπόν έγραψα τα πρώτα τραγούδια μου και το 1985 έβγαλα το πρώτο μου άλμπουμ, το Εδώ Θεσσαλονίκη. Λίγο μετά άρχισα να ασχολούμαι και με την ηχοληψία. Υστερα σκέφτηκα πως είχα πει ό,τι ήθελα να πω, είχα εκφράσει τα παράπονά μου και βγήκα από τον χορό μήπως βρω καμιά λύση. Λύσεις υπάρχουν παντού. Υπάρχουν δηλαδή δέκα πολιτισμοί τουλάχιστον, εδώ και χιλιάδες χρόνια, που από ένα σημείο και μετά κάτι ανακάλυψαν. Σαν Έλληνας ασχολήθηκα έτσι με την Αρχαία Ελλάδα και έγραψα κι ένα βιβλίο, το Μαίανδρος. Δέκα χρόνια μου πήρε αυτή η ιστορία... Ο Μαίανδρος είναι τα χέρια μας, που είναι δεμένα μεταξύ τους. Αν δεν δυναμώσουν τα χέρια μας –για να μπορούν να πετάξουν ένα ακόντιο, έναν δίσκο ή ένα τόξο– δεν έχουν την ικανότητα να κουβαλήσουν τον εαυτό μας. Επίσης βρήκα από τον Ιπποκράτη ότι το κράτημα της αναπνοής στο κεφάλι (και όχι στο στήθος) παράγει δύναμη. Με τον μηχανισμό αυτόν τον αρχαίων ανακυκλώνουμε την ενέργειά μας. Και δεν χρειαζόμαστε τρία γεύματα την ημέρα, αλλά μισό.
Δεν μπορεί όμως τώρα κάποιος να πει, τι θέλει ο Μηλιώκας και μιλάει για την αρχαιότητα και για το σώμα μας σε ένα μουσικό site;
Ένα ωραίο αυτοκίνητο παρκαρισμένο χωρίς βενζίνη είναι άχρηστο. Πρέπει να μάθουμε να βάζουμε τη σωστή βενζίνη για να ζήσουμε σαν άνθρωποι. Οταν βλέπω τον Πάγκαλο και τον Βενιζέλο να έχουν σώματα τα οποία η βαρύτητα έχει καταρακώσει, δεν περιμένω να μου βρουν λύσεις για τίποτα. Αμα δεις έναν από αυτούς να έρχεται προς το μέρος σου από μακριά, νομίζεις ότι έρχεται ολόκληρη παρέα…
Πάμε πίσω στη μουσική. Πού οφείλεται αυτή η τεράστια έκρηξη δημιουργικότητα που είδαμε στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1980, της οποίας αποτελείτε μέρος;
Υποψιαστήκαμε τη διαφορετικότητα των στίχων του εξωτερικού, που ασχολούνταν με άλλα θέματα, ενώ εδώ έλεγαν «καρδιά μου καημένη» και χέσε μέσα. Επίσης πήρε το μάτι μας την ουρά που φτιάξαν κάποιοι άνθρωποι για να βολευτούν: άλλοι πήραν το τρένο της Αλλαγής, άλλοι πήραν τη δάδα της Νέας Δημοκρατίας και προχώρησαν… Ε, εμείς δεν θέλαμε να είμαστε συμμέτοχοι σ’ αυτό το παιχνίδι. Κοίταξε, ίσως να κάναμε κάτι. Αλλά όπως είχε πει και ο Χατζιδάκις και όπως σου έλεγα για τον Διονύση πριν, δεν είναι μόνο το τι θα κάνεις αλλά και τι δεν θα κάνεις. Αν θα υποκύψεις δηλαδή ή όχι.
Τραγουδήσατε πρόσφατα στους Αγανακτισμένους το “Να Δεις Που Κάποτε Θα Μας Πούνε Και Μαλάκες”, ένα κομμάτι με απαισιόδοξο μήνυμα αλλά χαρούμενη μελωδία. Τι σκεφτόσασταν όταν το γράψατε;
Το χαρούμενο προκύπτει επειδή λες μέσα σου δεν θα λυγίσω, δεν θα κατεβώ στο επίπεδό τους, ας βρουν κάποιον άλλο να τρελάνουν. Οταν γράφτηκε το ρεφρέν πίσω στο 1988, έλεγε «κι εμείς καθόμαστε και κοιτάμε σαν μαλάκες». Θορυβήθηκαν από την εταιρεία –το είδαν σαν προτροπή να γίνει ένα ντου και να πάρουμε το Σύνταγμα. Την άλλη μέρα τους το πήγα αλλαγμένο και έλεγε «να δεις που κάποτε…». Οπως λοιπόν στο μπιλιάρδο κάνεις καραμπόλα από σπόντα, ήρθε ο στίχος αυτός είκοσι χρόνια μετά και έδεσε. Μας λέγαν από τότε μαλάκες βέβαια, απλώς τώρα το μάθαμε.
Και το “Για Το Καλό Μου” πώς σας ήρθε;
Το είχα ξεκινήσει σε ένα πακέτο από τσιγάρα –ήταν πλακέ τότε τα πακέτα και από πίσω έγραφες. Έδωσα τους πρώτους στίχους στον παραγωγό μου και ανατρίχιασε. Μου είπε να το συνεχίσω, να γίνει τραγούδι. Εγώ δεν ήθελα γιατί με στεναχωρούσε. Με έβαλε λοιπόν με το ζόρι να θυμηθώ και να καταγράψω μερικά δικά μου βιώματα και κάποια άλλα γενικά.
Γιατί αγγίζει τόσο κόσμο;
Ολα αυτά που λέει τα σκεφτόμαστε ο καθένας στο σπίτι του, αλλά η μουσική λειτουργεί σαν συνδετικός κρίκος. Συνειδητοποιείς μέσα από ένα τραγούδι αυτό που αισθάνεσαι και λες ΟΚ, δεν είμαι ο μόνος, υπάρχει και ένας άλλος που το παρατήρησε και το εξέφρασε και μου δίνει και λύση. Ή τουλάχιστον ο στόχος μου είναι να παίζει τέτοιο ρόλο το τραγούδι.
Χαζά τραγούδια έχετε γράψει;
Χαζά δεν θα τα ’λεγα... Έχω παρατηρήσει πως πολλοί στίχοι σε τραγούδια άλλων είναι σαββατοκυριακάτικοι. Μόλις πιάσουν το στυλό να γράψουν, τους πιάνει μια επισημότητα. Εγώ αντίθετα γράφω όλες τις μέρες της εβδομάδας. Δεν μπορώ δηλαδή να έιμαι μόνο θυμωμένος, μόνο σοβαρός, ή μόνο χαρούμενος. Η ζωή μας κινείται σε τέσσερεις διαθέσεις: από τη μία είναι ο θυμός και η χαρά που σε εκτονώνουν και από την άλλη η λύπη και η ηρεμία, οι οποίες σε κουλάρουν. Έχω γράψει τραγούδια και για τις τέσσερεις διαθέσεις.
Το “Ερωτεύτηκα” και το “Αμπεμπαμπλόμ” είναι δύο από τα πιο χαρούμενα τραγούδια σας…
Το πρώτο ήταν μια μπαρμπουτσάλα, μέσα από την οποία διαπίστωσα ότι μπορώ να τραγουδάω ό,τι γουστάρω από τη στιγμή που διαθέτω αυτοσαρκασμό. Το άλλο το έγραψα σε μια εποχή όταν το ενδιαφέρον μου ήταν εστιασμένο στις γυναίκες. Δεν το παίζω στα live σήμερα –εδώ και δεκαπέντε χρόνια είμαι μονογαμικός και πάω για τίτλο. Ο άντρας, που γεννήθηκε πολυγαμικό ον, πρέπει κάποια στιγμή να κάνει δώρο σε μια γυναίκα τη μονογαμία, να το δηλώνει και να το εννοεί. Αλλά να καταλάβουν και οι γυναίκες τι δώρο είναι αυτό, γιατί πρόκειται για μια απόφαση που πρέπει να πάρει ο άντρας κόντρα στη φύση του.
Σήμερα τι μουσική ακούτε σπίτι;
Ραδιόφωνο, δίσκους παλιούς, κλασική μουσική, κλασικό ροκ… Η μουσική είναι απογειωτική και λίγο θεϊκή. Σου θυμίζει το εν δυνάμει του ανθρώπου, το τι μπορεί να κάνει ο καθένας μας όχι στην καθημερινότητά του, αλλά στην υπέρβασή του. Τα αυτιά μας καλοπερνούν. Τα μάτια μας επίσης. Αφή, δόξα τω θεώ. Γεύση, δεν σου λέω τίποτα. Η μόνη αίσθηση που αδικείται στις μέρες μας είναι η όσφρηση. Οι πόλεις είναι φτιαγμένες έτσι ώστε να κάνουμε τη δουλειά μας, δεν βγαίνει κανείς έξω για τις μυρωδιές…
Πώς σας κάνει να αισθάνεστε το γεγονός ότι τα CD του Σαββόπουλου, που υποθέτω πως αγαπήσατε στα νιάτα σας, δίνονται από μια εφημερίδα;
Κοίταξε, η τέχνη του τραγουδιού ξεκινάει από την ιδέα –πρώτα είναι η ιδέα. Υστερα βρίσκεις τον τρόπο με τον οποίο θα εκφράσεις αυτήν την ιδέα, την παντρεύεις με μια μουσική από έρωτα και όχι από συνοικέσιο. Και στο τέλος έρχεται το mastering, η τελευταία φάση της ηχοληψίας. Ολα αυτά είναι τέχνη. Τα υπόλοιπα υπάγονται στους νόμους του εμπορίου. Ε, λοιπόν, στο εμπόριο δεν έχω ακούσει ποτέ να συμβαίνουν καλλιτεχνικά πράγματα. Το να γράψεις ένα τραγούδι είναι έργο –το να το παρουσιάσεις είναι πάρεργο. Ακόμα και οι συνεργασίες ή οι εμφανίσεις γίνονται με τους κανόνες του εμπορίου.
Μιας και είπατε για εμφανίσεις: στα live σας βλέπω πάντα με ηλεκτρική κιθάρα, πράγμα σπάνιο για καλλιτέχνες της ηλικίας σας. Πώς κι έτσι;
Ναι, έχω μια κόκκινη ηλεκτρική, η οποία έχει έρθει από Αμερική χωρίς θήκη και μάλιστα σε ένα σημείο είναι ραγισμένη! Ανέκαθεν έπαιζα με ηλεκτρική, ακόμα και στα λαϊκά μαγαζιά. Κάποτε πήρα και μια δωδεκάχορδη ακουστική, ήθελε όμως κούρδισμα μετά από κάθε τραγούδι. Πέρασαν καμιά δεκαπενταριά κιθάρες από τα χέρια μου, αλλά μόνο μία ήταν η καλύτερη του κόσμου: μια Gibson Les Paul Custom, την οποία αργότερα πούλησα για να αγοράσω μηχανήματα ηχοληψίας. Μελέτησα έναν μήνα, διάστημα πολύ μεγάλο για ’μένα. Μάλιστα, για να μη βγαίνω έξω τότε, κουρεύτηκα γουλί. Σύντομα όμως συνειδητοποίησα πως δεν υπήρχε περίπτωση να φύγω στο εξωτερικό και πως στην Ελλάδα δεν υπήρχε λόγος να μάθεις να παίζεις άψογα. Λυπάμαι τον καλύτερο κιθαρίστα της Ελλάδας για το πού παίζει αυτήν τη στιγμή. Πραγματικά, πονάει η ψυχή μου όταν σκέφτομαι πόσο απλά και μαζεμένα είναι υποχρεωμένος να παίζει. 
Δεν μου είπατε όμως, εσείς πώς φύγατε από τα μαγαζιά και γίνατε τραγουδοποιός;
Απορώ πώς κράτησε τόσα χρόνια… Με βόλευε γιατί γύριζα την Ελλάδα αλλά κάποια στιγμή χόρτασα και είπα, αφού ασχολούμαι τόσα χρόνια, ας γράψω κι εγώ κάτι. Η ευκαιρία δόθηκε όταν έκανα τη γκαλερί. Άλλα πράγματα ζούσαμε τότε και άλλα ακούγαμε στα τραγούδια. Απορούσα ποιους ανθρώπους εξέφραζαν και έβλεπα κάποια πράγματα να συμβαίνουν στα οποία δεν αναφερόταν κανείς. Κάποια στιγμή άκουσα λοιπόν τον Λουκιανό να λέει «όλοι μου οι φίλοι παντρευτήκανε/γίνανε ρεζίλι γι’ αυτό κρυφτήκανε». Λέω εδώ κάτι συμβαίνει... Υστερα άκουσα τον Γερμανό, είχαν αρχίσει ήδη βέβαια ο Σαββόπουλος, ο Πουλικάκος, ο Σιδηρόπουλος, ο Άσημος… Το ότι σκάσαμε πολλοί καλλιτέχνες μαζί στα μέσα της δεκαετίας του 1980 έκανε πολλούς να νομίζουν ότι ήμασταν συννενοημένοι. Δεν ήξερε όμως κανένας κανέναν, απλά αισθάνθηκαμε ένα κενό στη μουσική. Τότε λέγανε ότι όλο αυτό θα ξεχαστεί μέσα σε μια πενταετία, αλλά να που κρατάει 30 χρόνια...
Πάντως σπουδάια τραγούδια με ελληνικό στίχο σαν αυτά που γράφονταν τότε σήμερα βγαίνουν ελάχιστα…
Μα όλα όσα ζήσαμε τα τελευταία χρόνια ήταν μια φούσκα. Ένα πράγμα χαλαρό, χλιδάτο αλλά και υποτονικό. Είμαι σίγουρος ότι σιγά-σιγά οργανώνονται κάποια θηρία σε γειτονιές, τα οποία θα βγουν και θα πουν τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Εγώ έχω μια κόρη 23 ετών. Καλύτερη νεολαία δεν έχουν δει τα μάτια μου. Μπορεί να σαστίζουν με αυτά που γίνονται, αλλά με τη βοήθεια κάποιων παλαβών σαν τον υποφαινόμενο, θα φτάσουν στο σημείο να εκφράσουν την άποψή τους όσο τους αξίζει.
Νέο άλμπουμ θα βγάλετε;
Έχω αυτόν εδώ τον χώρο που είναι ερασιτεχνικό-επαγγελματικός και δεν μπαίνει κανένας μέσα. Πειραματίζομαι με τον ήχο. Με ενδιαφέρουν οι μεγάλοι χώροι, θέλω δηλαδή να βλέπω τον μουσικό που παίζει δίπλα μου, γιατί εδώ στην Ελλάδα είναι ο ένας πάνω στον άλλον. Τώρα για καινούργια τραγούδια, προσέχω πάρα πολύ, λέω όχι αυτό και όχι εκείνο, για να μη γράψω καμιά μπαρμπουτσάλα. Δεν είμαι σε θέση να κάτσω δυο μήνες και να γράψω δέκα τραγούδια, γιατί θα ακυρωθούν από τα γεγονότα. Είναι λίγο επιθεωρησιακού ύφους αυτά που μου βγαίνουν, ενώ εγώ θέλω κάτι και για χτες και για τώρα και για αύριο.

 (όπως δημοσιεύτηκε στο avopolis.gr - Οκτώβριος 2011)

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

Sophie Ellis-Bextor

Η ποπ ντίβα που δεν ξεχάστηκε

Το 2007 η Σόφι Ελις-Μπέξτορ πέρασε την πόρτα του στούντιο με έναν πολύ συγκεκριμένο σκοπό: να ηχογραφήσει δύο νέα τραγούδια και να τα εντάξει ως συμπλήρωμα σε συλλογή με τις μεγαλύτερες επιτυχίες της. Στην πορεία προέκυψε όμως πολύ περισσότερο υλικό από το αναγκαίο και έτσι η τραγουδίστρια άρχισε να ονειρεύεται ένα ακόμα ταξίδι με προορισμό την κορυφή της ηλεκτροπόπ σκηνής. Κάπως έτσι φτάσαμε στο τέταρτο άλμπουμ της Μπέξτορ «Make a Scene», το οποίο βγήκε στην αγορά τον περασμένο Ιούνιο. Πώς έχει πάει μέχρι στιγμής; Στα αυτιά του κριτικού της εφημερίδας The Mirror το αποτέλεσμα ήχησε σαν «ένα εύθυμο και αποτελεσματικό χορευτικό μείγμα, διασκεδαστικό και ειλικρινές». Από την άλλη, το αυστηρό και συχνά σαρκαστικό μουσικό περιοδικό ΝΜΕ χαρακτήρισε τον δίσκο «απόλυτο σκουπίδι». 
Η Μπέξτορ δεν είναι πρωτάρα σε τέτοιου είδους διχογνωμίες. H πολύπλευρη καριέρα της έχει προσελκύσει κατά καιρούς φανατικούς πολέμιους και ένθερμους υποστηρικτές.Αρχισε ως τραγουδίστρια των ανεξάρτητων Theaudience, οι οποίοι στο δεύτερο μισό των ʼ90s περιορίστηκαν σε εναλλακτικά ροκ μονοπάτια χωρίς ιδιαίτερη ανταπόκριση. Στη συνέχεια πρωτοστάτησε στη νεοντίσκο σκηνή ως σόλο τραγουδίστρια, με επιτυχίες όπως το «Murder on the Dancefloor» και με έναν κοφτερό και ψυχρό ηλεκτροπόπ ήχο που παρέπεμπε στα ʼ80s πολύ προτού η αναβίωση εκείνης της δεκαετίας συγκινήσει τους πάντες. Δεν ξεχώρισε όμως μόνο χάρη στις μουσικές επιλογές της. Από κείνη την εποχή η Σόφι Ελις-Mπέξτορ άρχισε να λειτουργεί ως κομψή ντίβα, ως καινούργια Οντρεϊ Χέπμπορν με άψογο ντύσιμο (κυρίως μαύρα φορέματα υψηλής ραπτικής) και έντονο κραγιόν. Ετσι, μολονότι από τότε οι αρένες και τα κλαμπ έγιναν για κείνη φυσικοί χώροι, τα βιντεοκλίπ και οι φωτογραφίσεις της δεν έπαψαν ποτέ να αναδίδουν έναν αέρα βρετανικής αριστοκρατίας.
Φυσικά, από τη στιγμή που πάτησε στα πόδια της καλλιτεχνικά, οι παράλληλες δραστηριότητες και οι διαφημιστικές χρήσεις του ονόματός της δεν άργησαν: η Μπέξτορ έγινε το πρόσωπο της εταιρείας καλλυντικών Rimmel, ποζάρισε για τις ανάγκες της ζωοφιλικής οργάνωσης PETA, πέρασε από οντισιόν για τον ρόλο της Σατίν στο φιλμ του Μπαζ Λούρμαν «Μουλέν Ρουζ» - για να φάει τελικά τη σκόνη της Νικόλ Κίντμαν. Τελικά, μολονότι στα παιδικά της χρόνια ξεκίνησε την πορεία της ως ηθοποιός, με συμμετοχές σε παραστάσεις του πολυβραβευμένου βρετανικού θιάσου W11 Opera, τα τελευταία χρόνια κατάλαβε ότι το τραγούδι τής πάει καλύτερα και δεν ξαναδοκιμάστηκε σοβαρά στην υποκριτική. Αλλωστε οι δίσκοι και τα σινγκλ της δεν έπαψαν ποτέ να εκφράζουν το πνεύμα της σύγχρονης ποπ. Κι αν στη Βρετανία περιορίζεται τελευταία στο να ανοίγει συναυλίες συγκροτημάτων όπως οι Pet Shop Boys και οι Erasure, αυτή η πραγματικότητα μάλλον δεν την ενοχλεί: όπως πάντα, ξεσηκώνει τα πλήθη, μαγνητίζει τα βλέμματα, κερδίζει με το ταμπεραμέντο της ακόμα κι εκείνους που θεωρούν την ντίσκο κάτι παρωχημένο και ανούσιο.
Σήμερα η 32χρονη Μπέξτορ δεν παίζει στην πρώτη κατηγορία της παγκόσμιας χορευτικής ποπ και το ολοκαίνουργιο «Make a Scene» δύσκολα θα ανατρέψει από μόνο του την κατάσταση. Οταν όμως κοπάζει ο παροξυσμός για έναν καλλιτέχνη και παύει η υπερπροβολή του από τα διεθνή ΜΜΕ, αποκαλύπτεται η όποια αυθεντικότητά του. Ετσι η Μπέξτορ απολαμβάνει τώρα την αγάπη μιας μερίδας σταθερών ακροατών που ξέρουν καλά ότι οι ποπ σταρ μετά τα 30 δεν ξεθωριάζουν αλλά ωριμάζουν. Από την άλλη, μολονότι παντρεμένη με τον μπασίστα του γκρουπ The Feeling και μητέρα δύο παιδιών, ετοιμάζει ένα ακόμα νέο άλμπουμ για την επόμενη χρονιά, με τη βεβαιότητα ότι τα πράγματα μπορούν να πάνε μόνο καλύτερα. 

(όπως δημοσιεύτηκε στο gynaikamag.gr - Αύγουστος 2011)