Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Νέο cd από τη Σκάρλετ Γιόχανσον...


Συνέντευξη Pet Shop Boys


ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑ
από το FAQ 77

Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια τη δεκαετία του ’60 στην Αγγλία;
«Γεννήθηκα στο Νορθ Σιλντς και όταν ήμουν τεσσάρων χρονών μετακομίσαμε σε ένα νέο σπίτι στο Νιουκάστλ. Ο πατέρας μου ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος και η μητέρα μου ασχολούνταν με τα του σπιτιού. Μέσα στο σπίτι ακούγαμε κυρίως μουσική από το ραδιόφωνο, αλλά η μητέρα μου είχε και κάποιους δίσκους 78 στροφών. Το πρώτο τραγούδι που θυμάμαι είναι το “My foolish heart”, που πρωτακούστηκε στην ομώνυμη ταινία του 1949. Γενικώς τότε ακούγαμε μουσική από ταινίες, όπως ας πούμε το “Dream of Olwen”. Ήταν πολύ ρομαντικά τραγούδια αυτά…».

Θυμάστε τον πρώτο δίσκο που αγοράσατε ο ίδιος;
«Το “Girl don’t come” της Σάντι Σο. Ήταν Νο 1 στην Αγγλία. Το αγόρασα το 1964 σε ηλικία εννιά ετών. Μου είχαν δώσει κάποια χρήματα για τα Χριστούγεννα. Πήγα λοιπόν σε ένα δισκοπωλείο στο Νιουκάστλ και επέλεξα αυτό τον δίσκο. Είναι περίεργο, αλλά μου αρέσει ακόμα και σήμερα το ίδιο. Φαντάσου ότι το έχω στο i-pod μου».

Πότε πιάσατε στα χέρια σας μουσικό όργανο;
«Σε ηλικία δώδεκα ετών ζήτησα για δώρο γενεθλίων μία κιθάρα. Έμαθα να παίζω μόνος μου και ύστερα κατάφερα να περάσω τις συγχορδίες που έμαθα στο πιάνο, το οποίο ήδη βρισκόταν στο σπίτι μας. Όταν ήμουν δεκαπέντε, φτιάξαμε με τους φίλους μου ένα γκρουπ που λεγόταν Dust, το οποίο ήταν πολύ επηρεασμένο από τους Incredible String Band. Παίζαμε με ακουστικές κιθάρες, γιατί δεν είχαμε χρήματα για ηλεκτρικό εξοπλισμό. Το ’72 μετακόμισα στο Λονδίνο και μοιραζόμουν ένα διαμέρισμα με φίλους. Εκεί αγόρασα ένα πιάνο και ξεκίνησα να γράφω τα πρώτα καλά μου τραγούδια. Πέρασα από διάφορες οντισιόν που δεν με έβγαλαν πουθενά, αλλά συνέχιζα. Μέχρι να γνωρίσω τον Κρις (σ.σ.: Λόου, έτερο ήμισυ των Pet Shop Boys) είχα γράψει δεκάδες τραγούδια. Γνωριστήκαμε το 1981 σε ένα κατάστημα ηλεκτρικών ειδών του Κινγκς Ρόουντ, όπου είχα πάει να αγοράσω ένα συνθεσάιζερ, και λίγο μετά ξεκινήσαμε να γράφουμε μαζί».

Πώς προέκυψε το όνομα Pet Shop Boys;
«Ο Κρις είχε κάτι συμφοιτητές στο δυτικό Λονδίνο, οι οποίοι τα Σάββατα δούλευαν σε ένα pet shop (σ.σ.: κατάστημα που πουλάει κατοικίδια). Οπότε τους αποκαλούσαμε Pet Shop Boys. Τότε υπήρχαν γκρουπ όπως οι Peech Boys και οι Beastie Boys. Μας άρεσε λοιπόν το όνομα αυτό, γιατί παρέπεμπε σε χιπ χοπ γκρουπ. Όταν πήγαμε να φτιάξουμε τον πρώτο μας δίσκο δεν είχαμε όνομα, οπότε το αποφασίσαμε σχετικά γρήγορα και από τότε μας έμεινε».

Ισχύει ότι μισούσατε τη ροκ μουσική τότε;
«Κοίτα, μου άρεσαν κάποια τραγούδια, αλλά αυτό που με απωθεί από τη ροκ μέχρι και σήμερα είναι το γεγονός ότι είναι αυτάρεσκη μουσική. Και πέρα από αυτό, συνεχώς επιστρέφει στο παρελθόν, στη μουσική των Beatles και των Rolling Stones. Όποτε ένα γκρουπ λέει ότι πειραματίζεται, θα σου πει πολύ περήφανα ότι εισάγει στα κομμάτια του συνθεσάιζερ και samplers. Ε, και τι είναι αυτά λοιπόν; Είναι ο βασικός εξοπλισμός της dance μουσικής. Γιατί αυτή είναι η μουσική που προχωράει σήμερα».

Λένε πως η ροκ έφτασε σε μια κορύφωση τη δεκαετία του ’60. Πιστεύετε πως η dance μουσική έφτασε στη δική της κορύφωση τη δεκαετία του ’80 ή δεν την έχει φτάσει ακόμα;
«Νομίζω τη δεκαετία του ’80 έφτασε σε μεγάλα ύψη. Η dance μουσική έχει να κάνει με τη δημιουργία ενός νέου ήχου και ενός νέου ρυθμού. Τη φτιάχνουν και την ακούνε ενθουσιώδεις άνθρωποι, οπότε πρέπει να αλλάζει συνεχώς. Δεν ξέρω αν θα ακούσουμε καλύτερα πράγματα από αυτά που έχουμε ήδη ακούσει, αλλά πιστεύω βαθιά πως η μουσική αυτή θα σημειώσει περαιτέρω εξέλιξη. Άλλωστε η μουσική εξελίσσεται μέσω της τεχνολογίας. Τo rock ’n’ roll ήρθε με τις ηλεκτρικές κιθάρες. Ύστερα ήρθαν τα συνθεσάιζερ και εμφανίστηκε η ηλεκτρονική μουσική των Kraftwerk. Και μετά ήρθαν τα samplers. Οι Pet Shop Boys βγήκαν την ίδια εποχή με τα samplers».

Ένας μουσικός που δεν έχει μεγάλο συνθετικό ταλέντο μπορεί να φτιάξει καλή dance μουσική, αν ξέρει να χειρίζεται άψογα την τεχνολογία;
«Πρέπει να έχεις έμφυτο χάρισμα για να γράψεις ένα τραγούδι, σε όποιο μουσικό είδος κι αν κινείσαι. Είναι όπως με την ομορφιά. Νομίζω πως οι άνθρωποι υποτιμούν το γεγονός ότι η ομορφιά είναι ένα ταλέντο. Όμως, με τα χρόνια η ομορφιά φθείρεται. Ε, λοιπόν, το ίδιο συμβαίνει και με το ταλέντο. Αν και τώρα που το σκέφτομαι, πολλοί άνθρωποι ομορφαίνουν όσο μεγαλώνουν». (γέλια)

Είναι πιο απλό να φτιάξεις ένα τραγούδι που κάνει τους ανθρώπους να χορεύουν ή ένα τραγούδι που τους κάνει να κλαίνε;
«Νομίζω πως μπορείς να τα πετύχεις και τα δύο. Πολλά τραγούδια των Pet Shop Boys είναι χαρούμενα και λυπημένα ταυτόχρονα. Οι στίχοι τους βλέπουν μπροστά κοιτάζοντας πίσω. Έτσι είμαστε και ως άνθρωποι, και αυτά τα γλυκόπικρα συναισθήματα προσπαθούμε να εκφράσουμε».

Τι είναι αυτό που κάνει τη μουσική τόσο σημαντική για τη ζωή μας;
«Η μουσική, όπως κάθε μορφή τέχνης, εκφράζει το πώς αντιλαμβανόμαστε όλα όσα ζούμε. Μέσα από μουσική, λέξεις και εικόνες η τέχνη μάς κάνει να καταλαβαίνουμε καλύτερα τις εμπειρίες μας. Και πέρα από αυτό, μας εξυψώνει, μας πετάει πάνω από τη ζωή και έτσι μας δίνει μια πιο ολοκληρωμένη θέα της πραγματικότητας».

Ποιες είναι οι βασικές διαφορές σας με τον Κρις Λόου;
«Η βασικότερη διαφορά είναι ότι είμαστε εντελώς διαφορετικοί. (γέλια) Ο Κρις προέρχεται από οικογένεια μουσικών και άρχισε να μαθαίνει πιάνο σε πολύ μικρή ηλικία. Ο παππούς του έπαιζε τρομπόνι επαγγελματικά στο Λας Βέγκας και είχε γνωρίσει μεγάλη επιτυχία με ένα τζαζ γκρουπ. Βέβαια, πρόσφατα ανακάλυψα πως και ο δικός μου παππούς τη δεκαετία του ’30 έπαιζε μπάντζο για ένα διάστημα. Αλλά γενικώς η οικογένειά μου δεν είχε ιδιαίτερη μουσική παράδοση και, όπως προείπα, είμαι αυτοδίδαχτος. Όταν ξεκινήσαμε να παίζουμε με τον Κρις, έβλεπα πως αντιλαμβανόταν διαφορετικά κάποια πράγματα, όπως τις γραμμές του μπάσου ή τις ρυθμικές εναλλαγές. Ενώ εγώ ήμουν καλός στις εναλλαγές των συγχορδιών, γιατί είχα εξασκηθεί παίζοντας τραγούδια των Beatles και του Ντέιβιντ Μπόουι. Μέχρι και σήμερα δουλεύουμε εντελώς διαφορετικά. Ο Κρις λειτουργεί περισσότερο με το ένστικτο, πράγμα που θαυμάζω, ενώ η δική μου προσέγγιση είναι λιγότερο αυθόρμητη. Όσον αφορά τον χαρακτήρα μας, εγώ είμαι περισσότερο της μέρας και ο Κρις είναι της νύχτας. (γέλια) Δεν είναι εντελώς αλήθεια αυτό, αλλά είναι ο πιο σύντομος τρόπος να σου εξηγήσω τις διαφορές μας…».

Προτιμάτε την ηρεμία του στούντιο ή την ένταση των συναυλιών;
«Είναι δύο τελείως διαφορετικά πράγματα. Στο στούντιο το να νιώθεις ότι δημιουργείς κάτι καλό είναι πολύ συναρπαστικό, αλλά μπορεί να γίνει και πολύ βαρετό, αν δεν έχεις έμπνευση ή έχεις κολλήσει σε κάτι. Βέβαια και οι περιοδείες μπορεί να γίνουν κουραστικές, αλλά εκεί έχεις τη θετική ενέργεια του κόσμου. Όμως, οι Pet Shop Boys έχουν ως βάση τους τη δημιουργία των τραγουδιών και την ηχογράφησή τους στο στούντιο. Αν λοιπόν δεν κάναμε περιοδείες, όπως γινόταν τη δεκαετία του ’80, θα ήμασταν έτσι κι αλλιώς σήμερα οι Pet Shop Boys, όμως χωρίς το στούντιο δεν θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε».

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του «Pandemonium tour» που θα περάσει και από την Ελλάδα;
«Δουλέψαμε με μια σχεδιάστρια θεατρικών χώρων. Στο μουσικό κομμάτι μάς βοήθησε πολύ και ο παραγωγός Στιούαρτ Πράις, που έκανε την παραγωγή στο τελευταίο άλμπουμ των Killers και έχει γράψει το “Hung up” μαζί με τη Μαντόνα. Έχουμε χωρίσει τη συναυλία σε τέσσερα μέρη και τα τραγούδια εναλλάσσονται σαν χρώματα. Θέλαμε να συνδέσουμε τη μουσική με το οπτικό θέμα για να φτιάξουμε μια έντονη και συναρπαστική εμπειρία. Την ίδια στιγμή προσπαθούμε να αποσπούμε την προσοχή του κοινού από τα ίδια τα τραγούδια. Γενικά νομίζω πως τα σόου των Pet Shop Boys δεν μοιάζουν με κανενός άλλου».

Ιδέες για τραγούδια πώς σας έρχονται;
«Γράφω συνεχώς ιδέες σε χαρτιά. Ακόμα κι αν είναι δύο λέξεις ή ένας τίτλος ή ένα θέμα. Όταν συναντιόμαστε με τον Κρις, ρωτάμε ο ένας τον άλλον: “Έχεις τίποτα;”. Συνήθως αυτός φέρνει μια μουσική ιδέα κι εγώ μια στιχουργική. Αλλά πολύ συχνά γράφω κι εγώ μουσική. Το “West End girls”, ας πούμε, το έγραψα στο πιάνο μου τη δεκαετία του ’70. Προσπαθούσα να γράψω ένα τραγούδι σε στυλ Μπάρι Γουάιτ».

Στην έμπνευση πιστεύετε;
«Ναι, αλλά πιστεύω και στη σκληρή δουλειά, ακόμα κι αν ακούγεται κλισέ. Πάντως, η έμπνευση είναι ένα μαγικό πράγμα όταν συμβαίνει. Καμιά φορά σου έρχεται μια μελωδία μαζί με στίχους, κανονικό τραγούδι, έτοιμο. Έτσι γράφτηκε το “It’s a sin”».

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Συνέντευξη Γιάννης Παλαμίδας

ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑ
Από το FAQ72


Έχουν περάσει 28 χρόνια από τότε που κυκλοφόρησε το «Σαμποτάζ». Τι σημαίνει το έργο αυτό για εσάς;
«Ουσιαστικά ήταν η εισαγωγή μου στη μουσική. Από το ’79 τραγουδούσα σε ένα συγκρότημα, τους Apocalypsis, αλλά στο “Σαμποτάζ” ήταν η πρώτη φορά που τραγούδησα ελληνικούς στίχους. Η Λένα (σ.σ.: Πλάτωνος) είχε έρθει σε μια συναυλία μας μια μέρα πριν τον μεγάλο σεισμό του ’81. Με άκουσε και μου είπε ότι ήθελε να συνεργαστούμε και να τραγουδήσω μαζί με τη Σαβίνα Γιαννάτου στον δίσκο που ετοίμαζε. Είχα μείνει λίγο με το στόμα ανοιχτό, γιατί δεν είχα και πολλή σχέση με αυτό το είδος. Σκέψου ότι ήμουν μόνο 20 χρονών, οπότε για μένα ήταν ένας καινούργιος κόσμος».

Αληθεύει ότι οι τέσσερις συντελεστές του άλμπουμ αυτού ζούσατε εκείνη την εποχή σαν συγκρότημα;
«Ναι, κάναμε ταξίδια μαζί και σιγά σιγά γίναμε παρέα. Πολλές φορές μέναμε όλοι μαζί στο ίδιο σπίτι. Η Σαβίνα έμενε και κοντά, οπότε ήταν κάθε μέρα στη Λένα. Αυτό το θετικό κλίμα βοήθησε πολύ και στις ηχογραφήσεις μετά, όπου βγήκε μια νεανικότητα και μια φρεσκάδα».

Όταν ηχογραφούσατε το άλμπουμ αυτό, είχατε την αίσθηση ότι φτιάχνατε ένα έργο ιστορικής σημασίας για την ελληνική μουσική;
«Όχι. Ούτε εγώ προσωπικά ούτε κανείς. Μάλιστα αυτό το πράγμα το πολέμησαν πολλοί τότε. Γράφτηκαν πολύ κακές κριτικές... Και για το άλμπουμ και για μένα προσωπικά βέβαια. Κάποιος είχε γράψει τότε ότι τραγουδάω “σαν αρνί που το πάνε για σφάξιμο”. Αλλά και την ίδια τη Λένα την είχαν τρελάνει. Η αλήθεια είναι ότι ήταν ένα έργο προχωρημένο. Δεν προσπαθήσαμε όμως για να το καταφέρουμε αυτό. Το κάναμε επειδή έτσι ήμασταν εμείς και επειδή το γουστάραμε. Άλλωστε, κάθε καλλιτέχνης κάνει αυτό που είναι».

Πόσο καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι στίχοι της Μαριανίνας Κριεζή; Σας ρωτάω γιατί συχνά πυκνά παραβλέπεται η αξία τους σε σχέση με τη μουσική…
«Καθοριστικότατο, η στιχουργική αξία του άλμπουμ είναι ίση με τη συνθετική. Η κρατούσα άποψη είναι να αναφερόμαστε περισσότερο στον συνθέτη ενός έργου παρά στον στιχουργό. Τώρα όμως που κάνουμε τις πρόβες, συνεχώς λέμε “τι στίχος ήταν αυτός, ρε παιδί μου!”. Είναι απίστευτοι αυτοί οι στίχοι… Ενώ είναι φευγάτοι και μεταφυσικοί, διατηρούν μια ανεπανάληπτη τεχνική, ένα μέτρο. Είναι ιδιοφυείς!».

Είναι η πρώτη φορά που θα παρουσιαστεί το έργο αυτό live;
«Το είχαμε ξανακάνει όταν ήμασταν παιδιά, το 1985, σε ένα φεστιβάλ στο Ηράκλειο Κρήτης. Έχουν περάσει πολλά χρόνια και είναι πολύ συγκινητικό που ξαναβρισκόμαστε στη σκηνή όλοι μαζί. Όταν κάναμε την πρώτη πρόβα, είπα στη Σαβίνα “σώπα να τραγουδήσω κι εγώ, γιατί μπροστά σου κομπλάρω”. (γέλια) Είναι τραγουδίστρια μεγίστης αξίας. Παγκόσμιας κλάσης».

Τι δομή θα έχει η παράσταση που θα γίνει στο Παλλάς;
«Στο πρώτο μέρος θα έχουμε τραγούδια από τον “Καρυωτάκη” και άλλα άλμπουμ της Λένας και στο δεύτερο θα παίξουμε ολόκληρο το “Σαμποτάζ”. Η Λένα είναι πολύ συγκινημένη. Όταν μας είδε με τη Σαβίνα να τραγουδάμε μαζί, είπε: “Ήρθαν τα παιδιά μου από μακριά”».

Εσείς ποιο τραγούδι αγαπάτε περισσότερο από αυτό τον δίσκο;
«Το “Κοπερτί” θα έλεγα. Ίσως υπάρχουν πιο εντυπωσιακά τραγούδια μέσα, αλλά αυτό είναι πολύ εσωτερικό, βαθύ και σπαραχτικό. Το αγαπάω πολύ…».

Παρασκευή, 02 Οκτωβρίου 2009

Uncut man of the year


Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

Συνέντευξη Γιάννης Πετρίδης


Από το FAQ 70

O Γιάννης Πετρίδης μιλάει στη FAQ για το ντοκιμαντέρ «Οnce in a lifetime», που έχει θέμα τη ζωή του, την κοινωνικοπολιτική κατάσταση των τελευταίων 35 χρόνων και, φυσικά, τη μουσική


Πώς σας προσέγγισε η Νικόλ Αλεξανδροπούλου, η σκηνοθέτις του ντοκιμαντέρ;
«Όπως ξέρεις, συνήθως απέχω από τηλεοράσεις και τέτοιου είδους πράγματα. Η Νικόλ είναι Ιταλοελληνίδα και μένει στη Ρώμη. Εκεί δουλεύει ως φωτογράφος και έχει κάνει και μια ταινία μικρού μήκους. Κάποια στιγμή βρέθηκε σε μια συζήτηση όπου ένας σαρανταπεντάρης της είπε: “Εγώ δεν θα είχα ζήσει τη ζωή που έζησα, αν δεν υπήρχε ο Πετρίδης”. Μετά διάβασε στο blog του Έντεκα ένα θέμα που έλεγε: “Έντεκα λόγοι που ακούω Πετρίδη”. Όλα αυτά λοιπόν της προξένησαν ενδιαφέρον και σκέφτηκε να κάνει κάτι. Όταν με πλησίασε, ήμουν πολύ επιφυλακτικός, αλλά ο χαρακτήρας της με έκανε να την εμπιστευτώ».

Στην ταινία μιλούν και πολλοί άλλοι, εκτός από εσάς. Ποιος έκανε την επιλογή των προσώπων;
«Η κύρια αφορμή για το ντοκιμαντέρ αυτό ήταν τα 35 χρόνια της ραδιοφωνικής εκπομπής μου. Παράλληλα, όμως, θέλαμε να παρουσιάσουμε και τα κοινωνικοπολιτικά πράγματα που συνέβησαν στην Ελλάδα αυτή την περίοδο. Έτσι, λοιπόν, διαλέξαμε κάποιους που με άκουγαν όταν ήταν παιδιά, αλλά και κάποιους άλλους που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη σύγχρονη ελληνική ιστορία από τη δεκαετία του ’70 και μετά».

Πόσο καιρό κράτησαν τα γυρίσματα;
«Περίπου έναν χρόνο. Μιλούσα με τη Νικόλ σε μια κάμερα για τριάντα ώρες συνολικά και μετά ο κάθε ομιλητής κάθισε μαζί της για μία δύο ώρες, άσχετα αν ορισμένοι εμφανίζονται μόνο δύο λεπτά. Μέσα στους ομιλητές είναι ο Κρις Χίλμαν των Byrds και ο Μπομπ Κρου, που έγραψε το “Can’t take my eyes off you”. Υπάρχει ένα υλικό πολλών ωρών που έχω εκφράσει την επιθυμία να βγει κάποια στιγμή, είτε στην τηλεόραση είτε σε dvd».

Λέει κάτι ο Μάρκος Φράγκος σε ένα σημείο, ότι όποιος αφιερώνεται σε κάτι έχει μια ανισορροπία στην προσωπική του ζωή…
«Τι θεωρεί ισορροπημένο η κοινωνία εδώ και χιλιάδες χρόνια; Να σπουδάσεις, να παντρευτείς, να κάνεις παιδιά, να σε περιποιούνται τα παιδιά σου ή να σε πετάξουν σε μια γωνιά, όπως βλέπουμε συνήθως, και να φύγεις… Η ενασχόληση που διάλεξα και αγάπησα είχε κάποιες απαιτήσεις και συχνά δημιουργούσε προβλήματα στις σχέσεις μου. Δεν θεωρώ πως έκανα το σωστό, αλλά δεν το θεωρώ και ανισόρροπο. Φυσικά, ο Μάρκος το είπε καλοπροαίρετα και κατά μία έννοια έχει δίκιο».

Κάποια στιγμή η ταινία έρχεται και στο περιοδικό «Ποπ και ροκ», που το ξεκινήσατε εσείς. Σήμερα γιατί δεν υπάρχει ένα τόσο καλό μουσικό περιοδικό στην Ελλάδα;
«Το “Ποπ και ροκ” άρχισε να υποχωρεί στα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν ανθούσε η ποπ μουσική και άρχιζε να κυριαρχεί το lifestyle, όπως αναφέρεται και στο ντοκιμαντέρ. Επίσης η μουσική είχε αρχίσει να μπαίνει στα περιοδικά ποικίλης ύλης και ο κόσμος άρχιζε να ανακαλύπτει τα ξένα μουσικά περιοδικά, που ήταν καλύτερα ενημερωμένα. Τη δεκαετία του ’90, ας πούμε, το “Q” πουλούσε στην Ελλάδα όσο και το “Ποπ και ροκ”. Και βέβαια, τα τελευταία χρόνια υπάρχει και το Internet. Πλέον πέφτουν και τα ξένα περιοδικά. Πριν από έναν μήνα το ΝΜΕ έφερε καινούργια αρχισυντάκτρια για να αλλάξει το ύφος του περιοδικού, μήπως και σταματήσουν να πέφτουν οι πωλήσεις του».

Βλέπω συχνά σε συνεντεύξεις σας μια ερώτηση που δεν μου αρέσει, αν υπάρχει ο νέος Πετρίδης…
«Ούτε κι εμένα μου αρέσει. Υπάρχουν πολλά παιδιά που κάνουν αξιοπρεπείς εκπομπές. Είναι εκεί έξω, απλά είναι διαφορετικά. Για παράδειγμα, μου αρέσει πολύ η εκπομπή των παιδιών που κάνουν το “Laternative” στον Σκάι. Ο Πετρίδης ήταν αποτέλεσμα μιας εποχής. Δεν υπάρχουν οι νέοι Beatles, υπάρχουν όμως οι Radiohead».

Ποια είναι η ωραιότερη εμπειρία που έχετε ζήσει κάνοντας αυτήν τη δουλειά;
«Οι εμπειρίες μου ήταν συνεχόμενες. Ήμουν ένα φτωχό παιδί που ξεκίνησε από το μηδέν και αναδείχτηκε με τις πιο καθαρές μεθόδους. Από τις καλύτερες στιγμές ήταν όταν είδα live τους Talking Heads και τους Led Zeppelin. Το αποκορύφωμα όμως ήταν άλλο: Πριν από έξι χρόνια είχα δει μια συναυλία του Πολ ΜακΚάρτνεϊ στο Κολοσσαίο, όπου έπαιξε ένα ακουστικό σετ με τρεις μουσικούς. Επειδή λοιπόν γνώριζα τον διευθυντή της ΕΜΙ, το βράδυ παρευρέθηκα μαζί με τον ΜακΚάρτνεϊ στο δείπνο που έκαναν για να τον τιμήσουν, όπου είχα την ευκαιρία να μιλήσω και μαζί του. Όπως καταλαβαίνεις, μετά από αυτό δεν θα με πείραζε και να πεθάνω…». (γέλια)

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Συνέντευξη Future of the left

Aπό το FAQ 69

Το όνομά σας προδίδει τον ιδεολογικό σας προσανατολισμό;
«Το πήραμε από μια πολιτική παράταξη της Γαλλίας. Σίγουρα ως άνθρωποι συγκλίνουμε και οι τρεις προς την Αριστερά, αλλά στην πραγματικότητα διαλέξαμε αυτό το όνομα γιατί είναι εύηχο. Κάποιοι από τους στίχους μας θίγουν πολιτικά θέματα, αλλά δεν θέλουμε να κάνουμε κήρυγμα ή κάτι τέτοιο».

Ποιες οι διαφορές του «Travels with myself and another» από το προηγούμενο άλμπουμ σας;
«Νομίζω αυτό είναι λίγο πιο “συγκεντρωμένο”. Το πρώτο είχε κάποιες καλές στιγμές, αλλά πολλοί μας έλεγαν ότι πηδούσαν κάποια τραγούδια όταν το άκουγαν. Πήγαινε λίγο πάνω κάτω ως προς την ποιότητα των τραγουδιών. Στο δεύτερο δεν συμβαίνει αυτό, όχι όμως επειδή δουλέψαμε περισσότερο. Απλά έγινε. Μάλιστα, για τρεις μήνες δεν μας κατέβαινε η παραμικρή ιδέα και ξαφνικά μας ήρθαν γύρω στα δέκα τραγούδια μέσα σε ενάμιση μήνα».

Είχατε ακυρώσει και κάποιες συναυλίες προκειμένου να γράψετε τραγούδια…
«Ναι. Το ύφος της μουσικής μας είναι τέτοιο που τα κομμάτια δεν μπορούν να γραφτούν με μια ακουστική κιθάρα. Βασίζονται κυρίως στο πανκ, οπότε χρειάζεται να είμαστε οι τρεις μας σε ένα δωμάτιο για ώρες μέχρι να γεννηθεί κάτι καλό. Κάπως έτσι αναγκαστήκαμε να ακυρώσουμε μερικές συναυλίες στην Αυστραλία και στην Κίνα για να φτιάξουμε το άλμπουμ. Τελικά, αυτή ήταν η πιο δημιουργική μας περίοδος, οπότε δεν το μετανιώσαμε. Το δράμα θα ήταν αν ακυρώναμε τις συναυλίες και μετά δεν κάναμε τίποτα».

Το άλμπουμ πάντως έλαβε 8 στα 10 από το NME και το Pitchfork. Λαμβάνετε υπόψη τις δισκοκριτικές;
«Σε πρώτο βαθμό φτιάχνουμε μουσική για την πάρτη μας και κοιτάμε αυτά που γράφουμε να αρέσουν σε εμάς. Μια καλή κριτική δεν ενοχλεί κανέναν. Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, το hype που μας περιβάλλει τον τελευταίο καιρό δεν μας έχει βοηθήσει ιδιαίτερα. Δεν έχουμε δει πολλά να αλλάζουν. Άλλωστε, τα τελευταία χρόνια ο κόσμος μάλλον δεν δίνει και πολλή σημασία σε αυτά που γράφονται. Ο καθένας μπορεί να κρίνει από μόνος του, ακούγοντας τραγούδια στο myspace και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, χωρίς να περιμένει τους “ειδικούς”, όπως συνέβαινε παλιότερα».

Τι είναι αυτό που απολαμβάνετε περισσότερο και, αντίστοιχα, τι σας εκνευρίζει ως μέλος ενός συγκροτήματος;
«Το καλύτερο είναι ότι έχεις την ευκαιρία να πας σε όμορφα μέρη του κόσμου, να παίξεις τη μουσική σου και να κάνεις κάποιους ανθρώπους χαρούμενους. Ειδικά αν ο κόσμος ξέρει τα τραγούδια σου, αυτό σε κάνει τρομερά ευτυχισμένο. Το χειρότερο είναι η έλλειψη ασφάλειας. Ποτέ δεν ξέρεις πώς θα πάνε τα οικονομικά σου. Έχεις ένα σχέδιο, αλλά δεν έχεις ιδέα τι ακριβώς θα συμβεί. Προς το παρόν είμαστε σχεδόν άφραγκοι. Έρχονται παιδιά στις συναυλίες μας που είναι δέκα χρόνια νεότεροί μας και ξέρουμε ότι στο σπίτι τους έχουν καλύτερες κιθάρες από εμάς. Ε, αυτό όπως καταλαβαίνεις μας τη σπάει κάπως».

Τετάρτη, 09 Σεπτεμβρίου 2009

Συνέντευξη Archive


Ο ένας εκ των δύο ηγετών των Archive, Ντάνι Γκρίφιθς, μιλάει στη FAQ με αφορμή το ολοκαίνουργιο «Controlling crowds - Part IV», αλλά και το επερχόμενο live τους στο Θέατρο Badminton

Σε τι διαφέρει το «Controlling crowds - Part IV» από το «Controlling crowds - Part I-III»;
«Είναι πιο φωτεινό και λιγότερο βαρύ. Θέλαμε να βγάλουμε προς τα έξω μια πιο ελαφριά πλευρά, πράγμα που σημαίνει πως αυτήν τη φορά υπάρχουν και περισσότερα τραγούδια αγάπης. Αλλά τα δύο αυτά άλμπουμ είναι ένα ενιαίο έργο, μόνο αν τα ακούσεις μαζί βγάζεις νόημα».

Δεν ανησυχήσατε μήπως το σχέδιο της κυκλοφορίας δύο άλμπουμ μέσα σε διάστημα λίγων μηνών αποδειχθεί υπερβολικά φιλόδοξο εμπορικά;
«Γράφαμε τραγούδια για δυόμισι χρόνια. Όπως καταλαβαίνεις, μας βγήκαν πάρα πολλά κομμάτια και δεν θέλαμε να τα πετάξουμε. Συνήθως, όταν συμβαίνει αυτό, κρατάμε κάποια για b-sides, όμως αυτήν τη φορά πιστεύαμε ότι όλα τα τραγούδια άξιζαν να μπουν σε κάποιο άλμπουμ, οπότε μας ήρθε η ιδέα να βγάλουμε έναν δίσκο χωρισμένο σε μέρη».

Πώς νιώθετε που θα παίξετε ξανά στην Ελλάδα;
«Ανυπομονούμε… Μας αγαπάνε πολύ οι Έλληνες και τους αγαπάμε κι εμείς. Το live μας θα είναι πολύ διαφορετικό αυτήν τη φορά, γιατί θα βασιστεί σε ένα μεγάλο ποσοστό στα καινούργια μας κομμάτια. Σχεδόν όλο το setlist περιλαμβάνει κομμάτια από τα “Controlling crowds”. Θα παίξουμε πρώτα στην Πάτρα, μετά στην Αθήνα και κατόπιν στη Θεσσαλονίκη, χωρίς ρεπό. Και δεν θα έχουμε καθόλου χρόνο να δούμε τα αξιοθέατα, γιατί φεύγουμε κατευθείαν για να κάνουμε κάποια promos στη Γαλλία».

Έχετε ακούσει τελευταία ενδιαφέρουσες νέες μπάντες;
«Όχι πολλά πράγματα, γιατί δουλεύαμε στο στούντιο για καιρό. Τώρα που θα περνάμε ώρες στα αεροπλάνα και τα πούλμαν, θα επιστρατεύσουμε τα i-pod μας και σίγουρα έχουμε να ανακαλύψουμε πολλά. Κάνουμε ο ένας στον άλλο αυτό που ονομάζουμε “μουσικές ημερίδες”...».

Οι Archive έκλεισαν φέτος δεκαπέντε χρόνια δημιουργίας. Μπορείτε να τους φανταστείτε να συνεχίζουν για άλλα δεκαπέντε;
«Ναι, γιατί όχι; Προσπαθούμε πάντα να νιώθουμε φρέσκοι και να διατηρούμε το συναρπαστικό του όλου πράγματος. Και μάλιστα τώρα γράφουμε τραγούδια πέντε άτομα, οπότε δεν υπάρχει η πίεση που νιώθαμε στην αρχή. Οι Archive είναι πια μια μουσική κολεκτίβα και δεν ξέρουμε πόσοι μπορεί να συμμετέχουν στο επόμενο άλμπουμ μας. Ενδιαφέρον δεν είναι;».