Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Συνέντευξη Γιάννης Παλαμίδας




Έχουν περάσει 28 χρόνια από τότε που κυκλοφόρησε το «Σαμποτάζ». Τι σημαίνει το έργο αυτό για εσάς;
«Ουσιαστικά ήταν η εισαγωγή μου στη μουσική. Από το ’79 τραγουδούσα σε ένα συγκρότημα, τους Apocalypsis, αλλά στο “Σαμποτάζ” ήταν η πρώτη φορά που τραγούδησα ελληνικούς στίχους. Η Λένα (σ.σ.: Πλάτωνος) είχε έρθει σε μια συναυλία μας μια μέρα πριν τον μεγάλο σεισμό του ’81. Με άκουσε και μου είπε ότι ήθελε να συνεργαστούμε και να τραγουδήσω μαζί με τη Σαβίνα Γιαννάτου στον δίσκο που ετοίμαζε. Είχα μείνει λίγο με το στόμα ανοιχτό, γιατί δεν είχα και πολλή σχέση με αυτό το είδος. Σκέψου ότι ήμουν μόνο 20 χρονών, οπότε για μένα ήταν ένας καινούργιος κόσμος».

Αληθεύει ότι οι τέσσερις συντελεστές του άλμπουμ αυτού ζούσατε εκείνη την εποχή σαν συγκρότημα;
«Ναι, κάναμε ταξίδια μαζί και σιγά σιγά γίναμε παρέα. Πολλές φορές μέναμε όλοι μαζί στο ίδιο σπίτι. Η Σαβίνα έμενε και κοντά, οπότε ήταν κάθε μέρα στη Λένα. Αυτό το θετικό κλίμα βοήθησε πολύ και στις ηχογραφήσεις μετά, όπου βγήκε μια νεανικότητα και μια φρεσκάδα».

Όταν ηχογραφούσατε το άλμπουμ αυτό, είχατε την αίσθηση ότι φτιάχνατε ένα έργο ιστορικής σημασίας για την ελληνική μουσική;
«Όχι. Ούτε εγώ προσωπικά ούτε κανείς. Μάλιστα αυτό το πράγμα το πολέμησαν πολλοί τότε. Γράφτηκαν πολύ κακές κριτικές... Και για το άλμπουμ και για μένα προσωπικά βέβαια. Κάποιος είχε γράψει τότε ότι τραγουδάω “σαν αρνί που το πάνε για σφάξιμο”. Αλλά και την ίδια τη Λένα την είχαν τρελάνει. Η αλήθεια είναι ότι ήταν ένα έργο προχωρημένο. Δεν προσπαθήσαμε όμως για να το καταφέρουμε αυτό. Το κάναμε επειδή έτσι ήμασταν εμείς και επειδή το γουστάραμε. Άλλωστε, κάθε καλλιτέχνης κάνει αυτό που είναι».

Πόσο καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι στίχοι της Μαριανίνας Κριεζή; Σας ρωτάω γιατί συχνά πυκνά παραβλέπεται η αξία τους σε σχέση με τη μουσική…
«Καθοριστικότατο, η στιχουργική αξία του άλμπουμ είναι ίση με τη συνθετική. Η κρατούσα άποψη είναι να αναφερόμαστε περισσότερο στον συνθέτη ενός έργου παρά στον στιχουργό. Τώρα όμως που κάνουμε τις πρόβες, συνεχώς λέμε “τι στίχος ήταν αυτός, ρε παιδί μου!”. Είναι απίστευτοι αυτοί οι στίχοι… Ενώ είναι φευγάτοι και μεταφυσικοί, διατηρούν μια ανεπανάληπτη τεχνική, ένα μέτρο. Είναι ιδιοφυείς!».

Είναι η πρώτη φορά που θα παρουσιαστεί το έργο αυτό live;
«Το είχαμε ξανακάνει όταν ήμασταν παιδιά, το 1985, σε ένα φεστιβάλ στο Ηράκλειο Κρήτης. Έχουν περάσει πολλά χρόνια και είναι πολύ συγκινητικό που ξαναβρισκόμαστε στη σκηνή όλοι μαζί. Όταν κάναμε την πρώτη πρόβα, είπα στη Σαβίνα “σώπα να τραγουδήσω κι εγώ, γιατί μπροστά σου κομπλάρω”. (γέλια) Είναι τραγουδίστρια μεγίστης αξίας. Παγκόσμιας κλάσης».

Τι δομή θα έχει η παράσταση που θα γίνει στο Παλλάς;
«Στο πρώτο μέρος θα έχουμε τραγούδια από τον “Καρυωτάκη” και άλλα άλμπουμ της Λένας και στο δεύτερο θα παίξουμε ολόκληρο το “Σαμποτάζ”. Η Λένα είναι πολύ συγκινημένη. Όταν μας είδε με τη Σαβίνα να τραγουδάμε μαζί, είπε: “Ήρθαν τα παιδιά μου από μακριά”».

Εσείς ποιο τραγούδι αγαπάτε περισσότερο από αυτό τον δίσκο;
«Το “Κοπερτί” θα έλεγα. Ίσως υπάρχουν πιο εντυπωσιακά τραγούδια μέσα, αλλά αυτό είναι πολύ εσωτερικό, βαθύ και σπαραχτικό. Το αγαπάω πολύ…».

Παρασκευή, 02 Οκτωβρίου 2009

Uncut man of the year


Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

Συνέντευξη Γιάννης Πετρίδης


Από το FAQ 70

O Γιάννης Πετρίδης μιλάει στη FAQ για το ντοκιμαντέρ «Οnce in a lifetime», που έχει θέμα τη ζωή του, την κοινωνικοπολιτική κατάσταση των τελευταίων 35 χρόνων και, φυσικά, τη μουσική


Πώς σας προσέγγισε η Νικόλ Αλεξανδροπούλου, η σκηνοθέτις του ντοκιμαντέρ;
«Όπως ξέρεις, συνήθως απέχω από τηλεοράσεις και τέτοιου είδους πράγματα. Η Νικόλ είναι Ιταλοελληνίδα και μένει στη Ρώμη. Εκεί δουλεύει ως φωτογράφος και έχει κάνει και μια ταινία μικρού μήκους. Κάποια στιγμή βρέθηκε σε μια συζήτηση όπου ένας σαρανταπεντάρης της είπε: “Εγώ δεν θα είχα ζήσει τη ζωή που έζησα, αν δεν υπήρχε ο Πετρίδης”. Μετά διάβασε στο blog του Έντεκα ένα θέμα που έλεγε: “Έντεκα λόγοι που ακούω Πετρίδη”. Όλα αυτά λοιπόν της προξένησαν ενδιαφέρον και σκέφτηκε να κάνει κάτι. Όταν με πλησίασε, ήμουν πολύ επιφυλακτικός, αλλά ο χαρακτήρας της με έκανε να την εμπιστευτώ».

Στην ταινία μιλούν και πολλοί άλλοι, εκτός από εσάς. Ποιος έκανε την επιλογή των προσώπων;
«Η κύρια αφορμή για το ντοκιμαντέρ αυτό ήταν τα 35 χρόνια της ραδιοφωνικής εκπομπής μου. Παράλληλα, όμως, θέλαμε να παρουσιάσουμε και τα κοινωνικοπολιτικά πράγματα που συνέβησαν στην Ελλάδα αυτή την περίοδο. Έτσι, λοιπόν, διαλέξαμε κάποιους που με άκουγαν όταν ήταν παιδιά, αλλά και κάποιους άλλους που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη σύγχρονη ελληνική ιστορία από τη δεκαετία του ’70 και μετά».

Πόσο καιρό κράτησαν τα γυρίσματα;
«Περίπου έναν χρόνο. Μιλούσα με τη Νικόλ σε μια κάμερα για τριάντα ώρες συνολικά και μετά ο κάθε ομιλητής κάθισε μαζί της για μία δύο ώρες, άσχετα αν ορισμένοι εμφανίζονται μόνο δύο λεπτά. Μέσα στους ομιλητές είναι ο Κρις Χίλμαν των Byrds και ο Μπομπ Κρου, που έγραψε το “Can’t take my eyes off you”. Υπάρχει ένα υλικό πολλών ωρών που έχω εκφράσει την επιθυμία να βγει κάποια στιγμή, είτε στην τηλεόραση είτε σε dvd».

Λέει κάτι ο Μάρκος Φράγκος σε ένα σημείο, ότι όποιος αφιερώνεται σε κάτι έχει μια ανισορροπία στην προσωπική του ζωή…
«Τι θεωρεί ισορροπημένο η κοινωνία εδώ και χιλιάδες χρόνια; Να σπουδάσεις, να παντρευτείς, να κάνεις παιδιά, να σε περιποιούνται τα παιδιά σου ή να σε πετάξουν σε μια γωνιά, όπως βλέπουμε συνήθως, και να φύγεις… Η ενασχόληση που διάλεξα και αγάπησα είχε κάποιες απαιτήσεις και συχνά δημιουργούσε προβλήματα στις σχέσεις μου. Δεν θεωρώ πως έκανα το σωστό, αλλά δεν το θεωρώ και ανισόρροπο. Φυσικά, ο Μάρκος το είπε καλοπροαίρετα και κατά μία έννοια έχει δίκιο».

Κάποια στιγμή η ταινία έρχεται και στο περιοδικό «Ποπ και ροκ», που το ξεκινήσατε εσείς. Σήμερα γιατί δεν υπάρχει ένα τόσο καλό μουσικό περιοδικό στην Ελλάδα;
«Το “Ποπ και ροκ” άρχισε να υποχωρεί στα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν ανθούσε η ποπ μουσική και άρχιζε να κυριαρχεί το lifestyle, όπως αναφέρεται και στο ντοκιμαντέρ. Επίσης η μουσική είχε αρχίσει να μπαίνει στα περιοδικά ποικίλης ύλης και ο κόσμος άρχιζε να ανακαλύπτει τα ξένα μουσικά περιοδικά, που ήταν καλύτερα ενημερωμένα. Τη δεκαετία του ’90, ας πούμε, το “Q” πουλούσε στην Ελλάδα όσο και το “Ποπ και ροκ”. Και βέβαια, τα τελευταία χρόνια υπάρχει και το Internet. Πλέον πέφτουν και τα ξένα περιοδικά. Πριν από έναν μήνα το ΝΜΕ έφερε καινούργια αρχισυντάκτρια για να αλλάξει το ύφος του περιοδικού, μήπως και σταματήσουν να πέφτουν οι πωλήσεις του».

Βλέπω συχνά σε συνεντεύξεις σας μια ερώτηση που δεν μου αρέσει, αν υπάρχει ο νέος Πετρίδης…
«Ούτε κι εμένα μου αρέσει. Υπάρχουν πολλά παιδιά που κάνουν αξιοπρεπείς εκπομπές. Είναι εκεί έξω, απλά είναι διαφορετικά. Για παράδειγμα, μου αρέσει πολύ η εκπομπή των παιδιών που κάνουν το “Laternative” στον Σκάι. Ο Πετρίδης ήταν αποτέλεσμα μιας εποχής. Δεν υπάρχουν οι νέοι Beatles, υπάρχουν όμως οι Radiohead».

Ποια είναι η ωραιότερη εμπειρία που έχετε ζήσει κάνοντας αυτήν τη δουλειά;
«Οι εμπειρίες μου ήταν συνεχόμενες. Ήμουν ένα φτωχό παιδί που ξεκίνησε από το μηδέν και αναδείχτηκε με τις πιο καθαρές μεθόδους. Από τις καλύτερες στιγμές ήταν όταν είδα live τους Talking Heads και τους Led Zeppelin. Το αποκορύφωμα όμως ήταν άλλο: Πριν από έξι χρόνια είχα δει μια συναυλία του Πολ ΜακΚάρτνεϊ στο Κολοσσαίο, όπου έπαιξε ένα ακουστικό σετ με τρεις μουσικούς. Επειδή λοιπόν γνώριζα τον διευθυντή της ΕΜΙ, το βράδυ παρευρέθηκα μαζί με τον ΜακΚάρτνεϊ στο δείπνο που έκαναν για να τον τιμήσουν, όπου είχα την ευκαιρία να μιλήσω και μαζί του. Όπως καταλαβαίνεις, μετά από αυτό δεν θα με πείραζε και να πεθάνω…». (γέλια)

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Συνέντευξη Future of the left

Aπό το FAQ 69

Το όνομά σας προδίδει τον ιδεολογικό σας προσανατολισμό;
«Το πήραμε από μια πολιτική παράταξη της Γαλλίας. Σίγουρα ως άνθρωποι συγκλίνουμε και οι τρεις προς την Αριστερά, αλλά στην πραγματικότητα διαλέξαμε αυτό το όνομα γιατί είναι εύηχο. Κάποιοι από τους στίχους μας θίγουν πολιτικά θέματα, αλλά δεν θέλουμε να κάνουμε κήρυγμα ή κάτι τέτοιο».

Ποιες οι διαφορές του «Travels with myself and another» από το προηγούμενο άλμπουμ σας;
«Νομίζω αυτό είναι λίγο πιο “συγκεντρωμένο”. Το πρώτο είχε κάποιες καλές στιγμές, αλλά πολλοί μας έλεγαν ότι πηδούσαν κάποια τραγούδια όταν το άκουγαν. Πήγαινε λίγο πάνω κάτω ως προς την ποιότητα των τραγουδιών. Στο δεύτερο δεν συμβαίνει αυτό, όχι όμως επειδή δουλέψαμε περισσότερο. Απλά έγινε. Μάλιστα, για τρεις μήνες δεν μας κατέβαινε η παραμικρή ιδέα και ξαφνικά μας ήρθαν γύρω στα δέκα τραγούδια μέσα σε ενάμιση μήνα».

Είχατε ακυρώσει και κάποιες συναυλίες προκειμένου να γράψετε τραγούδια…
«Ναι. Το ύφος της μουσικής μας είναι τέτοιο που τα κομμάτια δεν μπορούν να γραφτούν με μια ακουστική κιθάρα. Βασίζονται κυρίως στο πανκ, οπότε χρειάζεται να είμαστε οι τρεις μας σε ένα δωμάτιο για ώρες μέχρι να γεννηθεί κάτι καλό. Κάπως έτσι αναγκαστήκαμε να ακυρώσουμε μερικές συναυλίες στην Αυστραλία και στην Κίνα για να φτιάξουμε το άλμπουμ. Τελικά, αυτή ήταν η πιο δημιουργική μας περίοδος, οπότε δεν το μετανιώσαμε. Το δράμα θα ήταν αν ακυρώναμε τις συναυλίες και μετά δεν κάναμε τίποτα».

Το άλμπουμ πάντως έλαβε 8 στα 10 από το NME και το Pitchfork. Λαμβάνετε υπόψη τις δισκοκριτικές;
«Σε πρώτο βαθμό φτιάχνουμε μουσική για την πάρτη μας και κοιτάμε αυτά που γράφουμε να αρέσουν σε εμάς. Μια καλή κριτική δεν ενοχλεί κανέναν. Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, το hype που μας περιβάλλει τον τελευταίο καιρό δεν μας έχει βοηθήσει ιδιαίτερα. Δεν έχουμε δει πολλά να αλλάζουν. Άλλωστε, τα τελευταία χρόνια ο κόσμος μάλλον δεν δίνει και πολλή σημασία σε αυτά που γράφονται. Ο καθένας μπορεί να κρίνει από μόνος του, ακούγοντας τραγούδια στο myspace και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, χωρίς να περιμένει τους “ειδικούς”, όπως συνέβαινε παλιότερα».

Τι είναι αυτό που απολαμβάνετε περισσότερο και, αντίστοιχα, τι σας εκνευρίζει ως μέλος ενός συγκροτήματος;
«Το καλύτερο είναι ότι έχεις την ευκαιρία να πας σε όμορφα μέρη του κόσμου, να παίξεις τη μουσική σου και να κάνεις κάποιους ανθρώπους χαρούμενους. Ειδικά αν ο κόσμος ξέρει τα τραγούδια σου, αυτό σε κάνει τρομερά ευτυχισμένο. Το χειρότερο είναι η έλλειψη ασφάλειας. Ποτέ δεν ξέρεις πώς θα πάνε τα οικονομικά σου. Έχεις ένα σχέδιο, αλλά δεν έχεις ιδέα τι ακριβώς θα συμβεί. Προς το παρόν είμαστε σχεδόν άφραγκοι. Έρχονται παιδιά στις συναυλίες μας που είναι δέκα χρόνια νεότεροί μας και ξέρουμε ότι στο σπίτι τους έχουν καλύτερες κιθάρες από εμάς. Ε, αυτό όπως καταλαβαίνεις μας τη σπάει κάπως».

Τετάρτη, 09 Σεπτεμβρίου 2009

Συνέντευξη Archive


Ο ένας εκ των δύο ηγετών των Archive, Ντάνι Γκρίφιθς, μιλάει στη FAQ με αφορμή το ολοκαίνουργιο «Controlling crowds - Part IV», αλλά και το επερχόμενο live τους στο Θέατρο Badminton

Σε τι διαφέρει το «Controlling crowds - Part IV» από το «Controlling crowds - Part I-III»;
«Είναι πιο φωτεινό και λιγότερο βαρύ. Θέλαμε να βγάλουμε προς τα έξω μια πιο ελαφριά πλευρά, πράγμα που σημαίνει πως αυτήν τη φορά υπάρχουν και περισσότερα τραγούδια αγάπης. Αλλά τα δύο αυτά άλμπουμ είναι ένα ενιαίο έργο, μόνο αν τα ακούσεις μαζί βγάζεις νόημα».

Δεν ανησυχήσατε μήπως το σχέδιο της κυκλοφορίας δύο άλμπουμ μέσα σε διάστημα λίγων μηνών αποδειχθεί υπερβολικά φιλόδοξο εμπορικά;
«Γράφαμε τραγούδια για δυόμισι χρόνια. Όπως καταλαβαίνεις, μας βγήκαν πάρα πολλά κομμάτια και δεν θέλαμε να τα πετάξουμε. Συνήθως, όταν συμβαίνει αυτό, κρατάμε κάποια για b-sides, όμως αυτήν τη φορά πιστεύαμε ότι όλα τα τραγούδια άξιζαν να μπουν σε κάποιο άλμπουμ, οπότε μας ήρθε η ιδέα να βγάλουμε έναν δίσκο χωρισμένο σε μέρη».

Πώς νιώθετε που θα παίξετε ξανά στην Ελλάδα;
«Ανυπομονούμε… Μας αγαπάνε πολύ οι Έλληνες και τους αγαπάμε κι εμείς. Το live μας θα είναι πολύ διαφορετικό αυτήν τη φορά, γιατί θα βασιστεί σε ένα μεγάλο ποσοστό στα καινούργια μας κομμάτια. Σχεδόν όλο το setlist περιλαμβάνει κομμάτια από τα “Controlling crowds”. Θα παίξουμε πρώτα στην Πάτρα, μετά στην Αθήνα και κατόπιν στη Θεσσαλονίκη, χωρίς ρεπό. Και δεν θα έχουμε καθόλου χρόνο να δούμε τα αξιοθέατα, γιατί φεύγουμε κατευθείαν για να κάνουμε κάποια promos στη Γαλλία».

Έχετε ακούσει τελευταία ενδιαφέρουσες νέες μπάντες;
«Όχι πολλά πράγματα, γιατί δουλεύαμε στο στούντιο για καιρό. Τώρα που θα περνάμε ώρες στα αεροπλάνα και τα πούλμαν, θα επιστρατεύσουμε τα i-pod μας και σίγουρα έχουμε να ανακαλύψουμε πολλά. Κάνουμε ο ένας στον άλλο αυτό που ονομάζουμε “μουσικές ημερίδες”...».

Οι Archive έκλεισαν φέτος δεκαπέντε χρόνια δημιουργίας. Μπορείτε να τους φανταστείτε να συνεχίζουν για άλλα δεκαπέντε;
«Ναι, γιατί όχι; Προσπαθούμε πάντα να νιώθουμε φρέσκοι και να διατηρούμε το συναρπαστικό του όλου πράγματος. Και μάλιστα τώρα γράφουμε τραγούδια πέντε άτομα, οπότε δεν υπάρχει η πίεση που νιώθαμε στην αρχή. Οι Archive είναι πια μια μουσική κολεκτίβα και δεν ξέρουμε πόσοι μπορεί να συμμετέχουν στο επόμενο άλμπουμ μας. Ενδιαφέρον δεν είναι;».

Παρασκευή, 04 Σεπτεμβρίου 2009

Mιθριδάτης "Αιρετικά ερωτικός"

από το avopolis.gr

Εταιρία: Legend (6/2009)
Είδος: Hip hop
Κείμενο: Βύρων Κριτζάς
5/10

«Έμαθα τη μάνα σου να λέει χιπ χοπ», λέει ο Μιθριδάτης σε έναν στίχο του τραγουδιού “Μιθριδά Για Πάντα”. Εδώ που τα λέμε, μπορεί να έχει και δίκιο. Από το 1996 που το συγκρότημά του, τα Ημισκούμπρια, κυκλοφόρησαν το ευφυώς ονομαζόμενο ντεμπούτο τους 30 Χρόνια Επιτυχίες, βοήθησαν σημαντικά στη διάδοση της χιπ-χοπ μουσικής. Φυσικά, δεν ήταν λίγοι όσοι τους περιφρόνησαν ως συγκρότημα του χαβαλέ, αγνοώντας την εύστοχη κοινωνική σάτιρα και το ρυθμικό παλμό που περιείχαν ορισμένα τραγούδια τους. Οι δε σκληροπυρηνικοί ακροατές του είδους άρχισαν σιγά-σιγά να αποστασιοποιούνται από την όλη ιστορία, βλέποντας τη μουσική την οποία αγάπησαν να εξελίσσεται σε mainstream ποπ με χιπ χοπ άλλοθι. Κι αυτοί δίκιο είχαν. Τι έφταιγε; Μάλλον οι εποχές που άλλαζαν. Ακολούθησε μια πτώση της δημοτικότητας του γκρουπ, κυρίως επειδή από τις αρχές των zeros και μετά κάθε άλμπουμ τους ήταν αντικειμενικά χειρότερο από το προηγούμενο.

Τώρα λοιπόν ο Μιθριδάτης κυκλοφορεί τον πρώτο του προσωπικό δίσκο, δηλώνοντας Αιρετικά Ερωτικός. Όχι, δεν τσακώθηκε με τους άλλους: ο Πρύτανης έχει αναλάβει όλο το programming και έχει γράψει μουσικές, ενώ ο Μεντζέλος συμμετέχει επίσης σε ένα τραγούδι. Υπάρχει ραπάρισμα πάλι, αλλά κυρίως υπάρχει μια ποπ και μια r’n’b προσέγγιση που καθιστά φανερό το γεγονός ότι τα τραγούδια εδώ έχουν φτιαχτεί με στόχο να ακουστούν στα club και τα beach bar. Τα μπιτάκια και η όλη ηχητική παραγωγή είναι αρκετά υψηλού επιπέδου και παραπέμπουν σε δουλειές του εξωτερικού, χωρίς βέβαια να υπάρχουν στιγμές ιδιαίτερης ευφυΐας ή πρωτοτυπίας. Πάντως η μελωδικότητα των ρεφραίν σώζει την κατάσταση και μετά από δύο-τρεις ακροάσεις κολλά όλα τα τραγούδια στο μυαλό σου, θες δεν θες.

Στιχουργικά μπορεί να βρει κανείς αρκετές ενδιαφέρουσες στιγμές. Ο Μιθριδάτης, παρόλο που ραπάρει σε πρώτο πρόσωπο, δεν μιλάει για τον εαυτό του. Αντίθετα, μοιάζει να θέλει να δώσει το προφίλ του ελληναρά, του φαλλοκράτη κ.λ.π. που βλέπει τις γυναίκες πολύ επιφανειακά και μονόπλευρα. Στην πραγματικότητα κοροϊδεύει αυτό το στυλ ανθρώπου, έστω κι αν ένας μη οξυδερκής ακροατής πιθανόν να δυσκολευτεί να το αντιληφθεί. Όπως με τα Ημισκούμπρια έτσι και τώρα, οι σκαμπρόζικες ομοιοκαταληξίες δίνουν και παίρνουν. Και δεν λένε βλακείες, λένε πράγματα τα οποία αποτυπώνουν μια συγκεκριμένη ψυχοσύνθεση ενός τύπου ανθρώπου που όλοι λίγο-πολύ γνωρίζουμε. Στις συμπαθείς στιγμές συγκαταλέγεται το “Τι Τη Θες Την Ψηλή;” (με τη στιχουργική συνεισφορά του Σταμάτη Κραουνάκη) αλλά και το “Κάτι Έχει Πεθάνει Εντός Ψυγείου”, όπου καυτηριάζεται η σύγχρονη ελληνική μουσική πραγματικότητα.

Πάντως, στα περισσότερα σημεία, όταν ο Μιθριδάτης φεύγει από τον μισογυνισμό (υποτιθέμενο ή μη), ρίχνει στους στίχους του ένα άλλο φορτίο: συνεχίζει ένθερμα την παράδοση που θέλει τους ράπερς να γράφουν εγωιστικούς στίχους του στυλ «είμαι ο καλύτερος και όλοι οι άλλοι είστε ηλίθιοι». Αυτή η τάση υπάρχει χρόνια τώρα στο παγκόσμιο χιπ χοπ και, όσο αν κατανοώ την υφέρπουσα κοινωνιολογική σημειολογία, τη βρίσκω ως ένα από τα χειρότερα στοιχεία του – ειδικά όταν αναπαράγεται σε χώρες όπως τη δική μας, όπου το χιπ χοπ δεν έχει ανάλογες κοινωνικές ρίζες. Έτσι, ακόμα κι αν ο Μιθριδάτης κάνει χιούμορ όταν λέει «μια τρίχα από τους όρχεις μου και βγαίνουν ράπερς νέοι», δεν μπορείς παρά να αναρωτηθείς γιατί ένας έξυπνος κατά τα άλλα άνθρωπος αναλώνεται σε τέτοιου είδους ανούσιες προσεγγίσεις. Απάντηση δεν θα βρεις.

Το Αιρετικά Ερωτικός σίγουρα δεν είναι ένας αδιάφορος δίσκος. Είναι όμως ένας δίσκος επιρρεπής στις ευκολίες, τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά. Παρ’ όλ’ αυτά, αν ο στόχος του είναι να αφήσει δυο τραγούδια που θα ακούγονται στα κλαμπ μέχρι τα Χριστούγεννα και άλλα δύο τα οποία θα ανεβάσουν χαμόγελα στις φάτσες 12χρονων πιτσιρικάδων, τότε θα τον πετύχει και με το παραπάνω.

Παρασκευή, 07 Αυγούστου 2009

Συνέντευξη Αργύρης Ζήλος

από το avopolis.gr

Ο Αργύρης Ζήλος είναι μουσικοκριτικός – και πολύ σοβαρός μουσικοκριτικός, πιστεύω. Σκέφτηκα λοιπόν να του πάρω μια συνέντευξη, για τον απλούστατο λόγο ότι είχα πολλά να τον ρωτήσω. Κι εκείνος είχε πολλά ενδιαφέροντα να πει. Μου είπε και κάτι off-the-record που μου έμεινε: «Κάποια στιγμή είχα στο γραφείο μου ένα τεράστιο βιβλίο, που ήταν το Δίκαιο της Νομικής και μια στοίβα από δίσκους. Ε, προτίμησα το δεύτερο». Ευχαριστώ τον Χάρη Συμβουλίδη που συνέβαλε στη γνωριμία.

Ποια είναι η πρώτη σου μουσική μνήμη;

«Κάποιοι δίσκοι που είχαν έρθει σπίτι μας από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Ήταν η 9η του Μπετόβεν, το Πρώτο κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα του Τσαικόφσκι, το Ναμπούκο του Βέρντι σε 45 στροφές… Την εποχή εκείνη έτυχε να έχουμε στο σπίτι ένα πικάπ και κάποιους δίσκους. Οι περισσότεροι δεν είχαν. Μιλάμε τώρα για τέλη δεκαετίας του 1950-αρχές του 1960. Ο πατέρας μου δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με τη μουσική, αλλά αγόραζε ένα-δυο πραγματάκια, έτσι για να υπάρχουν, όπως για παράδειγμα το single της “Συννεφιασμένης Κυριακής”. Από την πίσω πλευρά είχε ένα οργανικό θεσσαλικό, το οποίο μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση. Θυμάμαι επίσης το “Νιάου Νιάου Βρε Γατούλα” της Αλίκης Βουγιουκλάκη και κάτι ιταλικά της Caterina Valente και της Katerina Ranieri... Τα άκουγα όλα αυτά με την ίδια ευχαρίστηση. Οκτώ-δέκα χρονών ήμουν».

Στην εφηβεία ήρθε το ροκ;

«Το επόμενο σκίρτημα ήρθε το 1963-1964. Ήταν η εποχή που ξεκινούσαν οι Beatles. Στην Ελλάδα υπήρχε μια πολύ αρνητική δημοσιογραφία γι’ αυτούς. Δηλαδή λέγανε «τα κωλόπαιδα, οι αλήτες με τα μακριά μαλλιά» κ.λ.π. Εγώ 10-13 χρονών ήμουνα, δεν είχα λόγο να διαφωνήσω. Κάποια στιγμή όμως άρχισαν να μου αρέσουν τα τραγούδια αυτά. Άκουσα το “Road Runner” των Animals, ένα μυστήριο κομμάτι που είχε ένα riff πολύ γρατζουνιστό και αυτό ήταν η έναρξη της σχέσης μου με το ροκ, το 1964. Με τους Beatles είχα μια σχέση αγάπη-μίσους. Υπήρχαν και οι Stones που πουλούσαν επανάσταση. Οι Beatles δεν πουλούσαν επανάσταση, ή έτσι νόμιζα. Κάποια στιγμή τα πράγματα ήρθαν στη θέση τους. Πότε; Τέλη δεκαετίας του 1960».

Πότε ξεκινάς να γράφεις για μουσική;

«Φθινόπωρο του 1974, στο περιοδικό Ήχος. Υπήρχε μια συσσωρευμένη μουσική γνώση, εμπειρία και αγάπη, αλλά και μια δισκογραφία που ήταν στο τσακ να κάνει το άνοιγμά της στη διεθνή μουσική. Ως τότε, μόνο αν ένας δίσκος πήγαινε πάρα πολύ καλά στο εξωτερικό, οι εταιρίες παίρνανε το ρίσκο και τον έφερναν κι εδώ. Από το 1974 και μετά υπήρχε μια μεγαλύτερη διάχυση, δοκιμάζανε περισσότερα πράγματα».

Ας πάμε στις δισκοκριτικές. Αντικειμενική δισκοκριτική υπάρχει;

«Όχι. Και δεν πρέπει να υπάρχει. Να το εξηγήσω. Η κριτική είναι μια σύνθετη υπόθεση, πολύ πιο σύνθετη από άλλες μορφές γραφής. Γιατί; Διότι εν αντιθέσει με το μυθιστόρημα, που προϋποθέτει τη δυνατότητα του συγγραφέα να συλλαμβάνει εικόνες και να τις διαμορφώνει σε μια επίφαση εν δυνάμει υπαρκτή, και σε αντίθεση με το δοκίμιο – το οποίο είναι δεσμευμένο στο να ερευνά δεδομένα και να τα συνδυάζει για να εξάγει μια εικόνα – η δισκοκριτική πρέπει να τα συνδυάζει και τα δύο. Να εμπεριέχει το ταμπεραμέντο της γραφής, που είναι απαραίτητο για να υπάρχει μια επικοινωνία με τον αναγνώστη, αλλά και τη δοκιμιακής καταγωγής εμπεριστατωμένη άποψη. Δεν μπορείς να γράφεις ό,τι θες. Έχεις μπροστά σου ένα καλλιτεχνικό έργο, το οποίο έχει μια ιστορία: αν μιλάς π.χ. για ένα γκρουπ όπως οι Jethro Tull. Κι αν γράφεις για έναν νέο καλλιτέχνη, μπορεί να μην έχει ιστορία, έχει όμως μια συγκεκριμένη θέση στο σήμερα, η οποία συνυπολογίζεται σε σχέση με ό,τι άλλο συμβαίνει τη συγκεκριμένη αυτή περίοδο. Αυτά ανάγονται σε μία δοκιμιακή εκτίμηση του πράγματος».

Και πού μπαίνει η υποκειμενικότητα;

«Υπάρχει και μια τρίτη παράμετρος, πέρα από το ταμπεραμέντο της γραφής και τη δοκιμιακή αποτύπωση: Tο αν αυτό που είδες ή αυτό που άκουσες σου άρεσε. Και εδώ πάμε σε ένα πολύ ευαίσθητο σημείο. Φεύγουμε από το αντικειμενικό και βουλιάζουμε μέχρι το λαιμό στο υποκειμενικό. Το «μου άρεσε-δεν μου άρεσε» είναι τελείως κτηνώδες. Αποκτά όμως ουσία από τη στιγμή που έχεις πείσει τον αναγνώστη σου ότι η άποψή σου διαμορφώνεται επειδή συνηγορούν κάποιες συνθήκες. Μπορεί κάποιος να διαφωνεί συχνά μαζί σου. Αλλά συνεχίζει να σε διαβάζει επειδή τον έχεις πείσει με τον τρόπο που γράφεις. Βέβαια για να συνεχίσει πρέπει να έχει ακολουθήσει κάποιες υποδείξεις σου και να μην τον έχεις κρεμάσει. Ειδάλλως κάποια στιγμή θα σου πει «παράτα με ρε φίλε, έχω χαλάσει τόσα λεφτά και δεν έχω δει φως». Και εκεί τελειώνει και η καριέρα σου, τουλάχιστον ως προς το συγκεκριμένο αναγνώστη».

Έχω ακούσει για εσάς να λένε «γράφει εξαιρετικά, αλλά δεν καταλαβαίνω αν είναι καλός ο δίσκος ή όχι». Το έχω ακούσει και από συναδέλφους και από καλλιτέχνες…

«Επίτρεψέ μου να διαφωνήσω καθέτως ως προς αυτό. Πρωτ’ απ’ όλα έχω βαθμολογία. Δεύτερον, υποθέτω πως απευθύνομαι σε ανθρώπους που γνωρίζουν ανάγνωση. Ας σκεφτούν όλοι όσοι στο είπανε λοιπόν, κατά πόσο θα ήθελαν να έρθει κάποιος να τους πει: «Πάρτο, είναι καλό ρε μαλάκα». Ή «μην το πάρεις, είναι σκάρτο». Αυτό θέλουνε; Εγώ λέω πέντε πράγματα, θεωρούνται δεδομένα άλλα δεκαπέντε, υπονοούνται άλλα τριάντα και η φαντασία δουλεύει. Ιδίως στις μικρές κριτικές, οι οποίες είναι δεσμευμένες να μην πουν πολλά. Για μένα η μουσικοκριτική είναι μία βάση επικοινωνίας η οποία αν πείσει ότι βασίζεται σε μια γνώση και κυρίως σε ένα γούστο εμπεδωμένο και όχι αυτάρεσκο, οφείλει να προαγάγει την ιδέα ότι η μουσική δεν είναι καταναλωτικό προϊόν».

Εσύ από πού ενημερώνεσαι για μουσική σήμερα;

«Αγοράζω και ακούω. Δεν πολυδιαβάζω πλέον. Όχι ότι σνομπάρω, αλλά διαβάζω άλλα πράγματα, γιατί θέλω να καλλιεργήσω εκ παραλλήλου ένα άλλο επίπεδο σκέψης. Δε θα πω φιλοσοφικό, είναι βαριά λέξη, μου ξεφεύγει το βάρος της. Αλλά θέλω να αναπτύξω μια σχέση με τον πολιτισμό η οποία να πηγαίνει πέρα από τη μουσική και να βοηθήσω έτσι την έκφραση και το λεξιλόγιό μου, τη διατύπωση. Ό,τι να ‘’ναι διαβάζω, αρκεί να έχει κάποιο ενδιαφέρον. Σίγουρα πάντως δεν έχω διαβάσει Πάολο Κοέλο. Και ούτε πρόκειται».

Δεν έχεις αναπτύξει κάποιο ένστικτο που σε βοηθάει να καταλάβεις αν ένας δίσκος είναι καλός πριν καν τον ακούσεις;

«Δεν ποντάρω στο ένστικτο. Μία βάση για να καταλάβεις αν ένα cd σε ενδιαφέρει ή όχι είναι το εξώφυλλο. Ε λοιπόν σε διαβεβαιώνω ότι σε πολλές περιπτώσεις είναι παγίδα. Βλέπεις και λες «τι μαλάκας είναι ετούτος;», το βάζεις να το ακούσεις και παθαίνεις πλάκα. Κι έπειτα η ECM ήταν μια εταιρία που επέβαλε την αφαίρεση όσον αφορά την απεικόνιση στα εξώφυλλα. Εκεί παραλύεις εντελώς, έχεις μια περιγραφή έμμεση του περιεχομένου που μπορεί να είναι οτιδήποτε. Η γραφιστική τέχνη, είτε εμπνευσμένη είτε ανέμπνευστη, έχει χίλιους δυο τρόπους να σε παραπλανήσει».

Γιατί δεν άνθισε ποτέ η μουσική αρθρογραφία στην Ελλάδα;

«Ο κόσμος στην Ελλάδα δεν θεωρεί τη μουσική μια σοβαρή ιστορία. Οι περισσότεροι τη βλέπουν σαν έναν τρόπο να γεμίσεις τις ελεύθερες ώρες σου. Να χορέψεις, να γλεντήσεις στον γάμο κάποιου φίλου, ή να πας σε ένα κλαμπ να γίνεις ντέφι και στην καλύτερη περίπτωση να βγάλεις καμιά γκόμενα. Η μουσική έρχεται σαν τσόντα σε όλα αυτά, σαν βοήθημα, ποτέ δεν είναι στο επίκεντρο, ποτέ δεν είναι αυταξία. Πόσο μάλλον η κριτική προς τη μουσική. Αυτό ανάγεται σε μία γενικότερη πολιτισμική επιλογή ή μάλλον μη επιλογή, η οποία είναι και υπεύθυνη για την καθυστέρηση της χώρας αυτής όσον αφορά τη μουσική παραγωγή. Τοποθετείται στα μέσα του 19ου αιώνα και συνεχίζει απτόητη μέχρι σήμερα».

Αλήθεια πότε ξεκίνησαν να γράφονται μουσικοκριτικές;

«Όταν η Δύση αποφάσισε ότι πρέπει να δημιουργηθούν νέοι τρόποι επικοινωνίας των κοινοτήτων έξω από τις εκκλησίες. Τότε αξιοποιήθηκαν οι συναυλιακές αίθουσες και τα θέατρα. Αυτά τα θεάματα βέβαια ήταν προνόμιο της αριστοκρατίας γιατί μπορούσε και τα πλήρωνε. Μετά τη Γαλλική Επανάσταση του 1789 η μουσική εμπειρία πέρασε και στο λαό σαν μία κοινοτική εμπειρία κι έτσι δημιουργήθηκαν οι μουσικοκριτικές. Γιατί πια τα θεάματα απευθυνόταν σε απλούς ανθρώπους, οι οποίοι δεν ήταν δεδομένα γνώστες. Οι κριτικές λοιπόν ήταν για αυτούς μια μορφή ενημέρωσης και προστασίας. Στην Ελλάδα αυτές οι προτάσεις θεωρήθηκαν ξενόφερτες. Ας είναι καλά διάφοροι διανοούμενοι και διάφοροι Ελληναράδες, που έπεισαν τον κόσμο πως οτιδήποτε ήρθε από τους Βαυαρούς και έπειτα δεν έχει καμία σχέση με αυτό που είμαστε εμείς. Βέβαια το τι ακριβώς είμαστε εμείς έχει μείνει αδιευκρίνιστο».

Γνωρίζω πως έχεις σταματήσει να πηγαίνεις σε συναυλίες. Γιατί αυτό; Είναι θέμα ηλικίας;

«Για πολλούς λόγους. Μπορεί ένας από αυτούς να είναι η ηλικία. Αλλά ο βασικός είναι ότι ελάχιστοι πια πάνε σε μια συναυλία για να ακούσουν μουσική... Σκας λεφτά. Γιατί τα σκας; Για να ακούς τους άλλους να μιλάνε; Οι περισσότεροι πάνε για να τους δούνε οι άλλοι. Είχα πάει στο Bios μια φορά και σηκώθηκα κι έφυγα στη μέση της συναυλίας. Γινόταν χαμός από κάτω, δεν άκουγε κανένας».

Αυτό που λένε ότι όποιος ακούει όλη μέρα μουσική μπορεί να έχει προβλήματα ακοής ισχύει;

«Ξαναπές το γιατί δεν σε άκουσα (γέλια!). Εξαρτάται από την ένταση. Μία ώρα τη μέρα να ακούς, αν ακούς στην τσίτα μπορεί να την πάθεις τη ζημιά. Θα αντιδράσει ο οργανισμός σου. Εγώ δεν έχω πρόβλημα, το ελέγχω».

Ένας άνθρωπος που ακούει δεκαπέντε ώρες την ημέρα μουσική όπως εσύ, δεν είναι επικίνδυνο να χάσει την απόλαυσή της και την ουσία της;

«Θα σου πω. Εγώ τη μουσική δεν τη χρησιμοποιώ για απόλαυση. Τη χρησιμοποιώ για να ζήσω. Η μουσική είναι το περιβάλλον μου. Δεν κάνω ταξίδια… Δεν έχω αυτοκίνητο... Έχω όμως συνέχεια μπροστά μου ένα τοπίο το οποίο αλλάζει κάθε στιγμή. Έχω έναν ορίζοντα μέσα στον οποίο ζω και είναι ο ορίζοντας της μουσικής. Δεν είναι θέμα απόλαυσης, είναι θέμα αναπνοής».

Ποιο τραγούδι θα ήθελες να παιχτεί στην κηδεία σου;

«Καταρχάς δεν σκοπεύω να πεθάνω (γέλια!). Δεύτερον, σίγουρα δεν θα κάνω κηδεία. Αλλά αν με ρωτάς πιο είναι το πιο αγαπημένο μου τραγούδι, θα σου πω το “Strawberry Fields Forever” των Beatles. Χωρίς συζήτηση, δεν το σκέφτομαι καν».