Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

Συνέντευξη Αλκίνοος Ιωαννίδης


Η συνέντευξη αυτή πρωτοδημοσιεύτηκε στο FAQ48 στις 26/03/2009 με κάποιες μικροαλλαγές.


ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑ


Γιατί σου πήρε τόσα χρόνια να βγάλεις νέο άλμπουμ και πότε ένιωσες ότι ήρθε η κατάλληλη ώρα;
«Η κατάλληλη ώρα έρχεται όταν έχεις μαζέψει ένα υλικό που είναι σύμφωνο με το τι είσαι τη δεδομένη στιγμή. Που μπορεί να εκφράσει μέσα από τους ήχους, τους στίχους και τις σιωπές του αυτό που είσαι τώρα, με τα καλά και τα στραβά σου. Που σου επιτρέπει να μοιραστείς κάτι αληθινό και όχι αυτό που θα ήθελες να είσαι για τους άλλους. Σαν μια στάση στην ασταμάτητη πορεία, για να δεις που βρίσκεσαι, τι έκανες, τι μάζεψες, να πάρεις μιαν ανάσα και να συνεχίσεις. Η ζωή μου τα τελευταία χρόνια υπήρξε γεμάτη πληροφορίες, εντάσεις, μετακομίσεις, γεγονότα, συναισθήματα. Μου ήταν αδύνατον να σταματήσω και να τα καταγράψω. Απλά τα ζούσα και τα σημείωνα πρόχειρα. Όταν όλο αυτό πήρε σχήμα, ησύχασε μέσα μου και μπορούσε να βγει χωρίς να προσπαθεί να είναι κάτι περισότερο από αυτό που είναι, το δισκογράφησα. Δεν είμαι «μεγάλος δημιουργός». Δεν αισθάνομαι την υποχρέωση να παράγω αριστουργήματα. Μόνο μικρές, ειλικρινείς δόσεις ζωής. Κι αυτές, ακόμα κι όταν τις βρίσκω συχνά, δεν μπορώ πάντα να τις καταγράψω».


Υπάρχει κάποιος κύριος θεματικός άξονας στη «Νεροποντή», είτε μουσικά είτε στιχουργικά;
«Υπάρχει μια συγκρατημένη ένταση, μια εσωτερική φασαρία που υπονοείται κάτω από ένα περιβάλλον φαινομενικά ήσυχο και ομαλό. Πολλά διαφορετικά στοιχεία, ηχητικά και στιχουργικά, που προστίθενται σαν σε κολλάζ στην επιφάνεια του υλικού, χωρίς να το κάνουν να φωνάζει. Σε μια εποχή όπου όλα φωνάζουν, από τις διαφημίσεις ως τις ειδήσεις, ήθελα να βγει ένα υλικό που να στέκει ακίνητο, εντάσσοντας μέσα του τα εκατομμύρια των πληροφοριών που δεχόμαστε στη σημερινή ζωή. Με λίγα λόγια, ο θεματικός άξονας είναι η ίδια η ζωή. Η γέννηση, η πορεία και το τέλος, όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά».


Τι είναι αυτό που σε έκανε να σπουδάσεις κλασσική μουσική στην Αγία Πετρούπολη αυτό το διάστημα, αντί να βιαστείς να βγάλεις ένα δίσκο ή να συνεχίσεις τις παραστάσεις;
«Δεν σπούδασα κλασσική μουσική. Έκανα απλά κάποια μαθήματα για ένα μικρό διάστημα, που εύχομαι να συνεχιστούν. Αγαπώ την κλασσική μουσική από παιδί, ειδικά αυτή του 20ου αιώνα και την προκλασσική. Ήθελα να κάνω κάτι ελάχιστο, πέρα απ’ το ωδείο και την προσωπική μου μελέτη, για να την καταλάβω καλύτερα. Όχι για να την εντάξω στην τραγουδοποιία. Εξάλλου, ο ήχος της χορωδίας ή της ορχήστρας στον τελευταίο δίσκο, μόνο σαν αναφορά σε κάτι που αγαπώ υπάρχει και όχι σαν έργο ολοκληρωμένο».


Πως αισθάνεσαι όταν παρουσιάζεις ένα νέο τραγούδι στο κοινό, όπως τώρα για παράδειγμα στο Γυάλινο; Δε σε φοβίζει το γεγονός ότι μπορεί να μην αρέσει στον κόσμο;
«Σίγουρα όλοι θέλουμε η δουλειά μας να γίνεται αποδεκτή. Αυτό όμως δεν είναι αυτοσκοπός. Στις ζωντανές εμφανίσεις είναι πιο εύκολο να «περάσει» ένα νέο τραγούδι, απ’ ότι σ’ ένα δίσκο. Υπάρχει δεδομένη ενέργεια στα live που βοηθά τα καινούργια τραγούδια να ενταχθούν σ’ ένα πρόγραμα, περιτριγυρισμένα όπως είναι από άλλα παλαιότερα, που έχουν προλάβει να συμβιώσουν με τους ακροατές και να αγαπηθούν. Εκεί λοιπόν, αισθάνομαι μεγαλύτερη ασφάλεια. Στο δίσκο είναι πιο δύσκολα τα πράγματα. Το υλικό εμφανίζεται σαν ένας ξένος που διεκδικεί θέση σε μια προηγούμενη δισκογραφία. Χρειάζεται χρόνος για να αγαπηθεί και να συν-υπάρξει».


Τι το διαφορετικό θα έχουν αυτές οι παραστάσεις, πέρα από την παρουσίαση του νέου cd;
«Έχουν κατ’ αρχήν τρεις σπουδαίους μουσικούς, το Σταύρο Λάντσια στο ακουστικό και το ηλεκτρικό πιάνο, το Rhodes, τα συνθεσάιζερ, τη μελόντικα και τη μαρίμπα, το Γιώργο Καλούδη στο ηλεκτρικό και το ακουστικό τσέλο και την κρητική λύρα και το Μιχάλη Καπηλίδη στα τύμπανα. Αρκετές νέες ενορχηστρώσεις, με μια ελευθερία, μια συγκέντρωση και μια διάλυση, καθώς και πολλή ενέργεια. Το σκηνικό του πατέρα μου Άντη Ιωαννίδη, καθώς και μια ομάδα ηχοληπτών και φωτιστών που κάνει με πάθος τη δουλειά της, πράγμα καθόλου αυτονόητο. Και πάνω απ’ όλα, την προσμονή να συναντηθούμε ξανά με τα τραγούδια και όσους ανθρώπους έρθουν να μας δουν, κάτι που μου έχει λείψει εδώ και καιρό».


Ποιες νέες μπάντες έχεις ξεχωρίσει από την Ελλάδα και το εξωτερικό;
«Τα τελευταία χρόνια άκουγα μόνο ορχηστρική μουσική. Και όταν άρχισα να ασχολούμαι πιο εντατικά με το δίσκο, σταμάτησα να ακούω οτιδήποτε. Ό,τι και να σας πω ότι ξεχώρισα, σε μια εποχή που τρέχει θα σας φανεί παλιό».


Είχα διαβάσει σε μια παλιότερη συνέντευξη ότι το πιο πολύτιμο πράγμα στη ζωή σου είναι οι δίσκοι σου. Έχει αλλάξει αυτό τον τελευταίο καιρό;
«Είπα τέτοιο πράμα; Γι’ αυτό δεν αντέχω τον συνεντευξιακό μου εαυτό. Λέω υπερβολές που μετά μου φαίνονται τόσο ανόητες! Η μουσική σίγουρα είναι βασικό στοιχείο της ύπαρξής μου, αλλά όχι βέβαια μέσα από τους δίσκους μου αποκλειστικά. Η λειτουργία μου του ακροατή, αυτή που μου έχει λείψει τελευταία, ίσως είναι σημαντικότερη για την ύπαρξή μου από αυτή του «δημιουργού». Ζούμε σε μια χώρα με μεγάλη δισκογραφική παραγωγή, που, αν και το μεγαλύτερο μέρος της δεν με αφορά, έχουμε την τύχη να βρίσκουμε πάντα πράγματα να θαυμάσουμε. Αν συνυπολογίσουμε και τη διεθνή παραγωγή, πάντα θα βρεθεί κάτι που να αξίζει να ακούσεις. Τώρα που τέλειωσε ο δίσκος, θέλω πάλι να ακούσω».

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2009

Συνέντευξη Δημήτρης Πουλικάκος


Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύτηκε στο avopolis.gr στις 18/03/09.

Δημήτρης Πουλικάκος: «Ακόμα κι όταν έγινα πενήντα χρονών, η μάνα μου με ρωτούσε “Δημήτρη, τι αποφάσισες;”»

Toν περίμενα σε καφετέρια στην Πλατεία Βικτωρίας. Πριν μπει μέσα, τον έβλεπα από το τζάμι να πιάνει κουβέντα με έναν τύπο στην πλατεία, να ψαχουλεύει με περιέργεια τα περιοδικά του περιπτέρου κι έπειτα να πιάνει κουβέντα με τον περιπτερά. Ύστερα τον πήρα τηλέφωνο και του είπα να μπει, για να κουβεντιάσουμε κι εμείς. Δώσαμε ξανά ραντεβού στο Rodeo, όπου θα παίξει αυτό το Παρασκευοσάββατο μαζί με τους Socrates.
ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑ


Οι γονείς σας ήταν και οι δύο γιατροί. Εσείς καλός μαθητής;
«Όχι. Ίσα-ίσα κατάφερνα να περνάω χωρίς περιπέτειες, χωρίς να μένω μεταξιταστέος και τέτοια. Κάποια στιγμή έδωσα στην Πάντειο, περισσότερο για να ησυχάσει η μάνα μου, που μου τα ‘πρηζε. Ακόμα και όταν έγινα πενήντα χρονών, όταν πηγαίναμε καμιά φορά και τρώγαμε μαζί, μου έλεγε “Δημήτρη, τι αποφάσισες;” Δηλαδή ήθελε να δει τι είχα αποφασίσει να κάνω στη ζωή μου, 50 χρονώ άνθρωπος να πούμε».


Στο Λονδίνο πώς πήγατε;
«Μόλις απολύθηκα από φαντάρος σηκώθηκα κι έφυγα. Από το ’64 μέχρι το ’72, οκτώ χρόνια δηλαδή, ήμουνα μισό εδώ και μισό στην Αγγλία. Εκεί έκανα δουλειές του ποδαριού. Είχα ας πούμε γνωρίσει έναν της ιρλανδικής μαφίας που είχε ένα σπριπτιζάδικο στο Σόχο. Και μετά διάφορα άλλα... Το ’67 είχα πάει στα Μάταλα στην Κρήτη. Έμεινα εκεί στις σπηλιές για τρεις-τέσσερεις μήνες. Και με το που έγινε το πραξικόπημα, το επόμενο βράδυ, με πιάσανε, με μια φίλη μου αμερικάνα. Τους φάνηκα ύποπτος, γιατί είχα κόψει ένα φραγκόσυκο στη μέση (έχεις κόψει ποτέ φραγκόσυκο;), το οποίο είχε ένα έντονο μωβ χρώμα, “κηδειί” να πούμε και είχα γράψει κάτι με αυτό πάνω στη σχιστή πέτρα. Δουλειά δεν είχα τότε, μόλις είχα έρθει και από την Αγγλία…»


Στους MGC πως μπήκατε;
«Μετά τα Μάταλα, έπαιζε ήδη ο Πολύτιμος στους MGC και ήταν να πάει ο μπασίστας τους φαντάρος. Οπότε μου λέει “δεν κάθεσαι να μάθεις τα τραγούδια στο μπάσο να παίζουμε μαζί;”. Ε και έτσι ξεκίνησα… Μετά ήταν να πάει ο τραγουδιστής μας φαντάρος και αφού δοκιμάσαμε δυο-τρεις, είπαμε να μπω εγώ. Ήξερα και την αγγλική γλώσσα καλά, έχοντας ζήσει στο Λονδίνο».


Πως ήταν να παίζει κανείς σε ελληνικό ροκ συγκροτήματα τη δεκαετία του ’70; Πως τα βγάζατε πέρα;
«Ε, δύσκολα, όπως είναι και σήμερα δηλαδή, γιατί από το ροκ εντ ρολ στην Ελλάδα δε νομίζω να ζει κανένας. Έκανα παράλληλα κινηματογράφο και αργότερα και τηλεόραση...»


Θα πάμε μετά σε αυτά. Ο πρώτος άνθρωπος που έπαιξε ροκ στην Ελλάδα είναι ο Σαββόπουλος με το «Περιβόλι του τρελού»;
«Δε νομίζω. Ο Σαββόπουλος έπαιξε αργότερα ροκ, στη δεκαετία του ’70. Δεν ξέρω με λεπτομέρειες τη δισκογραφία της εποχής. Πάντως το “Περιβόλι του τρελού” δεν είναι ροκ, περισσότερο προς το νέο κύμα θα έλεγα ότι βαδίζει».


Ποια είναι η γνώμη σας για το Σαββόπουλο;
«(Σουφρώνει τα χείλη και σκέφτεται) Όχι η καλύτερη. Εντάξει, το έργο του είναι αξιόλογο, έχει κάποια κομμάτια που μου αρέσουνε. Όπως και οι Beatles ας πούμε, γενικά δε μ’ αρέσουνε, άλλα κάποια τραγούδια τους μ’ αρέσουνε. Άσχετα με το ότι σαν άτομα…»


Το άλμπουμ «Μεταφοραί Εκδρομαί ο Μήτσος» (1976) θεωρείται κλασσικό. Πότε και πως γράψατε τα τραγούδια αυτά;
«Άρχισαν να γράφονται πολύ νωρίτερα, από το ’65-’66. Ύστερα, όταν τα ολοκλήρωσα, μου πήρε τέσσερα-πέντε χρόνια μου πήρε να το βγάλω, άλλαξα τρεις εταιρίες. Κοίτα, έγραφα από μικρός διάφορα. Παλιά έβγαζα και ένα περιοδικό μαζί με κάτι άλλους φίλους μου. Ένα λογοτεχνικό περιοδικό, μεταξύ υπερρεαλισμού και μπίτνικ, ας πούμε. Τότε είχα πρωτομεταφράσει ένα ποίημα του Άλεν Γκίνσμπεργκ, ο Παναγιώτης ο Κουτρουμπούσης είχε μεταφράσει κάτι κομμάτια από το Μπάροουζ… Αλλά και δικά μας γράφαμε. Από μικρός έγραφα λοιπόν, αλλά τότε ήταν που “εκδοθήκαμεν” κιόλας. “Εξετέθειμεν” ας πούμε».


Με το ραδιόφωνο πως μπλεχτήκατε;
«Ψιλοτυχαία, όπως και με τα συγκροτήματα. Από τη δεκαετία του ’70 κι αυτό. Έχω κάνει εκπομπές σε πολλά… Στο Δεύτερο Πρόγραμμα, στο Τρίτο επί Χατζιδάκι, στο Flash, στο 902…»


Κατά τη δεκαετία του ’90, πολλοί από τους παλιούς ροκάδες μπήκαν στα σήριαλ, τα τηλεπαιχνίδια και τις διαφημίσεις. Ήταν ο μόνος τρόπος να επιζήσετε αυτός;
«Ε, λίγο πολύ. Από το ροκ εντ ρολ πώς να ζήσεις; Εγώ είχα την τύχη να είμαι και ηθοποιός συγχρόνως. Έκανα και διαφημιστικά αργότερα, αλλά και jingles, μουσική για διαφημίσεις δηλαδή. Μια εποχή μάλιστα ήμουν και διευθυντής δημιουργικού στη Spot Thompson. Eίχα φτάσει τότε να δουλεύω δεκαοκτώ ώρες το εικοσιτετράωρο μόνο για την εταιρία, ας πούμε. Κοίταξε, στη μουσική κάνεις αυτό που γουστάρεις, ιδίως αν είσαι και τραγουδιστής. Στο σινεμά και στην τηλεόραση κάνεις κάτι «κατά παραγγελία». Ε, στα διαφημιστικά τώρα είναι αλλιώς, αλλά έχει και πλάκα. Δηλαδή αν δεν το γούσταρα δεν θα το ‘κανα, δεν υπήρχε περίπτωση. Ούτε καν για βιοποριστικούς καθαρά λόγους. Πρέπει να βρίσκω κάποιο ενδιαφέρον για να κάνω κάτι».


Στις πορείες του Δεκέμβρη έμαθα πως κατεβήκατε κι εσείς…
«Από δεκατριών χρονών κατεβαίνω. Μαθητές τότε, κατεβαίναμε για την Κύπρο. Όλο και κάτι καταφέραμε με τις πορείες αυτές, του Δεκέμβρη εννοώ. Αν δε γινόντουσαν ποτέ πορείες ή συλλαλητήρια ή διαδηλώσεις, σε τι κατάσταση θα βρισκόμασταν; Βέβαια συμβαίνει και το αντίθετο, δηλαδή οργανώνεται και το σύστημα περισσότερο με τον καιρό. Αλλά δεν μπορείς να κάθεσαι και να τα ανέχεσαι όλα αδιαμαρτύρητα».


Σήμερα, στα 65 σας, πως νιώθετε όταν τραγουδάτε στα club; Όπως νιώθατε πριν από τριάντα χρόνια;
«Σχεδόν… Το κάνω επειδή γουστάρω. Αλλιώς τι, θα καθόμουνα τώρα 66 χρονώ άνθρωπος να κάνω κάτι που δε μου αρέσει; Ακόμα ακούω μουσική, κάθε τόσο πάω και ψαχουλεύω. Ακούω και φολκλόρ και κλασσική και ρεμπέτικα και ροκ… Καινούρια και παλιά. Βγαίνουνε ωραία πράγματα ακόμα, αλλά αυτά φαίνονται με το χρόνο. Δε μπορείς να πεις με τη μία, πρέπει να αφήσει κάτι το αποτύπωμά του και να το κρίνεις αργότερα. Παίζει μεγάλο ρόλο αυτό».


Σήμερα θα θέλατε να είστε 20 χρονών;
«Όχι. Με τίποτα. Διότι το μέλλον προβλέπεται ζοφερό. Παρόλο που από τη φύση μου είμαι αισιόδοξο άτομο, στο ανθρώπινο είδος έτσι όπως το ξέρουμε δε δίνω παραπάνω από τριάντα-πενήντα χρόνια ζωής».


Δηλαδή παιδιά να μην κάνω;
«Καλό θα ήταν να μην κάνεις. Γενικά δε δίνω συμβουλές, το θεωρώ βλακώδες, αλλά θα σου ‘λεγα να μην κάνεις παιδιά».


Σεξ;
«Σεξ ναι».

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2009

Συνέντευξη Νικήτας Κλιντ



ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑ

Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύτηκε με κάποιες μικροαλλαγές στο τεύχος 46 του FAQ.

Γιατί αποφάσισες να κάνεις σόλο άλμπουμ;.
«Ο λόγος που το ξεκίνησα ήταν για να μη κάθομαι με σταυρωμένα χέρια. Eίμαι πια 33 χρονών, τα είδα όλα με μια ακόμη σχέση που καταστράφηκε, χώνεψα ότι δεν πρόκειται να βγάλω λεφτά από τη μουσική, ξενέρωσα με την κατάσταση στην Ελλάδα, δέθηκα με τα παιδιά από τις Ρόδες και 'ντάξει. Η μουσική είναι τα παγκόσμια θρησκευτικά μαθηματικά που μας κρατάνε. Γαμώ και το Θεό και το Σατανά. Ο κάθε άνθρωπος, η ζωή του και οι επιλογές του είναι ένα ξεχωριστό έργο τέχνης. Όλα είναι μέσα στο πρόγραμμα όπως μας δίδαξε και το Matrix – το πρώτο γιατί τ' άλλα 2 είναι μούφα».

Ποια ήταν η διαδικασία δημιουργίας του άλμπουμ αυτού; Φτιάχτηκε εξ ολοκλήρου στον υπολογιστή;
«Λίγο παραπάνω από ένας χρόνος χρειάστηκε για να τελειώσει η δουλειά. Βρήκα ένα ωραίο στούντιο, καινούριο, απείραχτο κι αμόλυντο, το Playhouse στο Μεταξουργείο και πήγαινα κάποιες φορές τη βδομάδα κι έπαιζα με διάφορα όργανα – φυσικά, ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά. Έφερνα και κάνα φίλο και τζαμάραμε. Από κάτω δούλευε σε μια αποθήκη ένας Ινδός ο Μαλκίτ Τσαντ που έπαιξε τάμπλα σ'ένα κομμάτι. Ο τρόπος που φτιάχτηκε είναι ανάμικτος σαν παγωτό από μηχάνημα – ποιητικά μιλώντας. Ακόμα και τα ηλεκτρονικά όργανα τα έπαιξα ζωντανά. Οι λούπες είναι με το χέρι στοιχισμένες χωρίς μετρονόμο. Ο υπολογιστής μίλησε περισσότερο στις μίξεις. Όλα γιναν με τα φτηνότερα τεχνολογικά μέσα, εξού και ο τίτλος και με μια ντιτζείστικη αντίληψη. Για παράδειγμα πολλά κομμάτια τα μίξαρα σπίτι μου με το διαφημιστικό Cubase που είχε μόνο τα βασικά plugins. Βασίστηκα ακόμα περισσότερο στο ένστικτο απ' ότι σε προηγούμενες δουλειές. Το καλό με το σόλο καριέρα είναι ότι δεν έχεις κανέναν να σου τα πρήζει. Το κακό είναι ότι δεν έχεις την ενέργεια μιας μπάντας».

Θεωρείς ότι το Silent Disco και το Cheap Science κινούνται προς μια εντελώς πρωτοποριακή μουσική κατεύθυνση ή ενώνουν διαφορετικά μουσικά είδη του παρελθόντος;
«Δε νομίζω ότι το θέμα είναι η πρωτοπορία. Ό,τι βγει βγήκε, έτσι κι αλλιώς ο καθένας μέσα στη διαφορετικότητά του πρωτοτυπεί σχεδόν πάντα και χωρίς να το θέλει. Σίγουρα πιο σημαντικό είναι το παιχνίδι με διάφορα και καλά είδη μουσικής και στις δυο δουλείες – είδη που ίσως έχουν προσπεραστεί ή παρερμηνευτεί στην Ελλάδα. Τώρα όμως που η Αθήνα ειδικά έχει αποκτήσει έναν πιο πολυεθνιικό χαρακτήρα, όλα φαίνεται να κολλάνε πιο εύκολα. Το Cheap Science: Enemy πάντως είναι από τη μάνα του παράδοξο και αντιφατικό».

Είσαι ο μόνος στιχουργός (από αυτούς που ξέρω) που χρησιμοποιεί στο ίδιο τραγούδι και ελληνικούς και αγγλικούς στίχους. Πως προκύπτει αυτό, σου βγαίνει αβίαστα;
«Βγαίνει σχετικά αβίαστα αν και αποτελεί την ύψιστη γλωσσική βία αυτό το πάντρεμα. Δεδομένου όμως ότι είμαι δίγλωσσος από γεννησιμιού μου, στ'αρχίδια μου κιόλας αυτή η ιεροσυλία».

Τι άκουσες τελευταία που σου έκανε εντύπωση;
«Υποκλίνομαι στου Γάλλους μετασταυροφόρους Justice που σταματάνε όμως στο αρχικό μιξ του “Invaders must die” των Prodigy (τα υπόλοιπα κομμάτια δε λένε και τόσο), ενώ το “Let's make out” των πιτσιρικάδων Does it offend you? Yeah! είναι το μέλλον. Επίσης το 3 και το 4 απο τη Santagold από το Brooklyn τα σπάει. Ό,τι έχω ακούσει από τον καινούριο Ενδελέχεια μ'αρέσει, έχει ένα δικό του ήχο – πως ήταν οι “Χάρτινες Σαίτες”. Άπειρες άγνωστες ή όχι και τόσο άγνωστες ελληνικές μπάντες παίζουν δυνατά κι ελεύθερα».

Ετοιμάζεις νέο άλμπουμ με τις Ρόδες;
«Ετοιμάζουμε είναι η σωστή λέξη. Και θα είναι όλος ζωντανά γραμμένος. Ευτυχώς ο ντράμερ μας άνοιξε δικό του στούντιο στα Λιόσια, το Jam2 και κάνουμε δουλειά. Όλα συνομωτούν εναντίον μας αλλά ελπίζω κάποτε να το τελειώσουμε, πού θα πάει».

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2009

Καταξίωση


Καλησπέρα!
Ήθελα να σας πω ότι εχθές το βράδυ, σε ανύποπτο χρόνο, καταξιώθηκα.
Ευχαριστώ.

Παράξενα κι ατόφια




Ο Διονύσης Σαββόπουλος εμφανίστηκε πρόσφατα στο club Quasimodo του Βερολίνου, ενώ μέσα στο Χειμώνα έπαιξε σε δυο-τρεις μουσικές σκηνές της ελληνικής επαρχίας. Στο νέο συγκρότημά που τον συνοδεύει, επικεφαλής είναι ο Ορέστης Πλακίδης, που εδώ και κάμποσα χρόνια παίζει πλήκτρα με το Τζίμη Πανούση. Όπως όλα δείχνουν από τη νέα σεζόν θα εμφανιστούν και σε κάποιο μαγαζί της Αθήνας. Ο τίτλος της παράστασης είναι "Παράξενα κι ατόφια". Το πρόγραμμα είναι βασισμένο σε τραγούδια από το "Φορτηγό" και το "Περιβόλι του τρελού", παρουσιάζοντας μια ηλεκτρονική διάσταση στις ενορχηστρώσεις. Περιμένουμε ανυπόμονα.

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2009

Animal Collective - Merriweather Post Pavilion


Η κριτική αυτή αναρτήθηκε στο avopolis.gr σήμερα 06/03/09.

Animal Collective Merriweather Post Pavilion
Label: Domino / EMI (1/2009)
Είδος: Pop, Rock
Κείμενο: Βύρων Κριτζάς

Οι Animal Collective, μολονότι ξεκίνησαν τη δράση τους στην αρχή της τρέχουσας δεκαετίας, έχουν προλάβει κιόλας να κυκλοφορήσουν οκτώ στούντιο άλμπουμ και μάλιστα πολύ ενδιαφέροντα. Μόνο που μέχρι τώρα έδιναν την εντύπωση πως τα κομμάτια τους δεν πήγαζαν από στιγμές έμπνευσης, αλλά από μακροσκελείς στουντιακές ακροβασίες. Το νέο τους πόνημα, όμως, μολονότι εξίσου ασυμβίβαστο, μοιάζει να είναι πιο οργανωμένο, πιο άρτια δομημένο και κυρίως, αληθινά εμπνευσμένο.


Τα πάντα γύρω από το Merriweather Post Pavilion έχουν μια ιδιορρυθμία: πρωτ’ απ’ όλα ο αλλόκοτος τίτλος, που προέρχεται από ομώνυμο συναυλιακό χώρο της Κολομβίας. Δεύτερον, το εξώφυλλο (εδώ, θα χρειαστεί να γκουγκλάρετε τον τίτλο, για να βρείτε μεγενθυμένη την εικόνα και να αντιληφθείτε πως είναι λίγο πιο μπερδεμένη απ’ ό,τι δείχνει). Τρίτον και κυριότερο, τα τραγούδια. Έχουν σαν βάση τους την pop, αλλά δεν είναι χορευτικά. Διαθέτουν μια rock δυναμική, χρησιμοποιώντας όμως ελάχιστη κιθάρα, καλά κρυμμένη πίσω από την παράνοια των συνθεσάιζερ και των χορωδιών (τραγουδούν και οι 4 του group στο μεγαλύτερο μέρος του δίσκου!). Ακόμα, οι επιρροές του group, μολονότι αναπόφευκτες, είναι εξαιρετικά δυσδιάκριτες, πράγμα που στις μέρες μας αποτελεί επίτευγμα.


Τα κομμάτια εδώ διακατέχονται από μία πρόσθετη, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιδιότητα: Ανατρέπουν πλήρως τη γνωστή διαδοχή «κουπλέ/ρεφραίν». Ακόμα κι αν έχουν κάποια κορύφωση, αυτή μπορεί να έρθει σε οποιοδήποτε σημείο. Για παράδειγμα, το εναρκτήριο “In The Flowers” ξεσπά μετά τα πρώτα δυόμισι λεπτά και επιστρέφει στην εισαγωγή λίγο πριν το τέλος. Το “My Girls” περιέχει στην ουσία δύο εναλλασσόμενα μέρη, χωρίς κανένα να παίζει το ρόλο του ρεφραίν. Το “Also Frightened” – πιθανόν το σπουδαιότερο σημείο του δίσκου – κορυφώνεται για λίγα δευτερόλεπτα κάπου στη μέση, χωρίς να γυρίζει ξανά εκεί. Για να συντομεύουμε, οι Animal Collective καταφέρνουν να φτιάξουν μουσικές που ακολουθούν ένα δύσβατο δρόμο: ενώ δεν βασίζονται στην επανάληψη, διατηρούν μια άψογη και πρωτότυπη δομή. Μπορεί σε ορισμένα σημεία αυτό το μουσικό χάος να είναι ζαλιστικό και επώδυνο. Αυτό όμως δεν στερεί από τον δίσκο την αίγλη της καλλιτεχνικής αρτιότητας. Άλλωστε, ποιος είπε ότι τα έργα των περίφημων κλασικών συνθετών είναι πάντα εύπεπτα και ευχάριστα στην ακρόαση;


Στο Merriweather Post Pavilion οι χρόνιοι πειραματισμοί των Animal Collective επιτέλους καρποφορούν, γιατί συναντούν στον δρόμο εθιστικές και πολυεπίπεδες μελωδίες, μολονότι χρειάζονται πολλές ακροάσεις πριν τα τραγούδια αποτυπωθούν στη μνήμη. Το άλμπουμ αυτό αποτελεί μια κορύφωση για τη μπάντα. Μα πέρα από αυτό, είναι κατά τη γνώμη μου η σημαντικότερη μέχρι σήμερα κατάθεση της νέας ψυχεδέλειας. Είναι ένα καλλιτεχνικό εγχείρημα που επαναπροσδιορίζει το τι είναι τραγούδι, βγάζοντας γλώσσα σε όσους πίστεψαν πως υπάρχουν όρια στη δημιουργία του.

Συνέντευξη Σωκράτης Μάλαμας


Φωτογραφία με το Σωκράτη Μάλαμα στο καμαρίνι του Ζυγού όπου έγινε η συνέντευξη. Ανάμεσά μας, ο φίλος Χρήστος Γιαλαμάς.



Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύτηκε στο τεύχος 44 του FAQ, το Φεβρουάριο του 2009.

ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑ

Οι παραστάσεις σας όλα αυτά τα χρόνια δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερες αλλαγές κι όμως ο κόσμος σάς ακολουθεί. Πού οφείλεται αυτό;
«Δεν έχω ιδέα… Εμείς αισθανόμαστε κάθε φορά ότι παίζουμε κάτι καινούργιο, παρότι επαναλαμβάνουμε πολλά τραγούδια. Βέβαια, κάθε εξάμηνο αλλάζουμε κάποια πράγματα με τους μουσικούς. Νομίζω όμως πως ο κόσμος δεν μας έχει χορτάσει, επειδή δεν βομβαρδίσαμε με τα τραγούδια μας τα μεγάλα μέσα, όπως η τηλεόραση ή το ραδιόφωνο. Έτσι λοιπόν, ορισμένα από τα τραγούδια αυτά ο κόσμος τα ανακαλύπτει εν καιρώ. Πολλοί από αυτούς που έρχονται ανακάλυψαν ορισμένα τραγούδια μόλις πρόσφατα. Ίσως κι αυτός να είναι ένας λόγος. Άλλο λόγο δεν ξέρω».
Πώς φτιάχνετε τη λίστα των τραγουδιών; Βάζετε και ορισμένα που με την πάροδο των χρόνων τα έχετε βαρεθεί;
«Πάντα βάζω αυτά που θέλει ο κόσμος. Από τότε που ξεκίνησα να δουλεύω στα μαγαζιά αυτό κάνω. Τώρα αν καμιά φορά μου τη δώσει και βαρεθώ, το “Τσιγάρο ατέλειωτο”, ας πούμε, δεν το παίζω. Έλα όμως που τις περισσότερες φορές το παίζω όχι μόνο επειδή το θέλει ο κόσμος, αλλά επειδή το γουστάρω κι εγώ».
Στη μέχρι τώρα πορεία σας ήρθε ποτέ καμιά στιγμή που είπατε «θα προτιμούσα μια ζωή πιο ήσυχη, με ωράριο 9-5»;
«Άκυρο, άκυρο! Όχι, ποτέ. Δεν ήθελα ποτέ να μπω σε ένα επάγγελμα το οποίο θα είχε έναν απόλυτο, παγιωμένο προγραμματισμό και θα με πήγαινε από οκτάωρο σε οκτάωρο. Δεν το ήθελα αυτό ούτε στα πιο φρικαλέα μου όνειρα. Το ότι δεν μου συνέβη με κάνει να νιώθω πάρα πολύ τυχερός άνθρωπος. Παράτησα και τη σχολή μου… Με παράτησε δηλαδή στην ουσία, γιατί δεν γινόταν αυτό, αυτή η ρουτίνα του να κάνω κάτι επειδή πρέπει. Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που θέλουν μια τακτοποίηση στον εργασιακό τους χώρο και χρόνο. Ε, δεν είμαι απ’ αυτούς».
Ποιο από τα CD σας θεωρείτε πως είναι η σπουδαιότερη δουλειά που έχετε κάνει;
«Μου λένε διάφοροι για τον “Λαβύρινθο”. Δεν μπορώ να καταλάβω ακριβώς για ποιον λόγο. Ίσως επειδή είναι μια ενιαία δουλειά, η θεματολογία του δηλαδή είναι ένα πράγμα και αυτό ίσως του προσδίδει την αίγλη μιας ολοκληρωμένης δουλειάς. Βγήκε εν μέσω μιας εποχής, εκεί στα μέσα του ’90, όπου κυκλοφορούσαν πράγματα πολύ φαιδρά στην πιάτσα. Είχε ξετιναχτεί τελείως η ποπ-λαϊκή κουλτούρα και είχε κατακλύσει τα πάντα. O “Λαβύρινθος” ίσως αποτέλεσε τότε μια εναλλακτική πρόταση σε όλη αυτή την κατάσταση. Αυτό του προσέδωσε μια ιδιαιτερότητα και μια μοναδικότητα. Θεωρώ εξίσου σημαντική δουλειά το “Ένα”, που είναι φτιαγμένο με δύο κιθάρες κι ένα μπάσο. Πολλές φορές περνάω καλά και όταν ακούω τον “Κύκλο”, που είναι πιο λαϊκός, πιο κρασο-κατανυκτικός δίσκος».
Γιατί ναυάγησαν τα σχέδια για κοινή περιοδεία με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου;
«Δεν είχε οργανωθεί κάτι, απλά το συζητούσαμε. Οι σκέψεις και τα σχέδια δεν είναι εφαρμόσιμα ανά πάσα στιγμή και τελικά δεν θα γίνει φέτος. Θα βγει μόνος του ο Θανάσης και μάλλον μόνος μου κι εγώ. Σκεφτόμαστε επίσης να κάνουμε μαζί έναν λαϊκό δίσκο. Δεν είναι εύκολο όμως κι αυτό, διότι έχουν παίξει τόσο πολύ τα ποπ στοιχεία, το χιπ χοπ που έχει μπει μέσα στο λαϊκό... Δεν μπορείς να βρεις άκρη. Δεν είσαι σίγουρος καν αν αυτό το οποίο παράγεις έχει βάσεις πάνω στο λαϊκό τραγούδι. Έχεις χαθεί κι εσύ ο ίδιος. Μακάρι να κάνουμε κάποια στιγμή με τον Θανάση μια δουλειά που να πατάει και με τα τέσσερα πόδια στο ελληνικό τραγούδι. Επίσης, ετοιμάζω και έναν δικό μου δίσκο σιγά σιγά, με μια παλιά τραγουδίστρια. Δεν θέλω όμως να αποκαλύψω πολλά, γιατί πάντα κάτι στραβώνει και μετά βγαίνω αναξιόπιστος…». (γέλια)

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2009

Τι είδα την Καθαρά Δευτέρα


Την Καθαρά Δευτέρα που μας πέρασε δεν πήγα πουθενά, έκατσα σπίτι.
Κοιτάζοντας απέναντι από το μπαλκόνι μου προς ένα χαμηλότερο ορόφο, είδα τρία φιλικά ζευγάρια σε ένα πολύ στενό μπαλκόνι, στενότερο από το δικό μου που μένω μόνος. Κάθονταν γύρω από τραπέζι ατομικό. Δε μιλούσαν ελληνικά. Πρέπει να ήταν Ρουμάνοι, ή Αλβανοί ή κάτι τέτοιο.
Σε μια οποιαδήποτε άλλη Δευτέρα μιας οποιαδήποτε άλλης εβδομάδας, οι άνθρωποι αυτοί θα βρίσκονταν στη δουλειά τους. Μια δουλειά που σίγουρα δεν θα ήταν καριέρα, απλά θα τους εξασφάλιζε τα προς το ζην.
Εκείνο το δευτεριάτικο πρωινό όμως, καθόντουσαν έξω στο μπαλκόνι, διεκδικόντας μια αξιοπρέπεια, έστω και στριμωγμένη, που κανένα αφεντικό δεν μπορούσε να τους στερήσει.