Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

Συνέντευξη Get Well Soon


οπως δημοσιεύτηκε στο avopolis.gr το Φεβρουάριο του 2010



Ο άνθρωπος πίσω από το όνομα Get Well Soon, ο Γερμανός Konstantin Gropper, έχει γίνει εδώ και καιρό αντικείμενο συζήτησης σ’ αυτούς που δεν παίρνουν έτοιμες μερίδες από τα μεγάλα ξένα περιοδικά και έχει πολλούς λόγους να είναι χαρούμενος. Το ίδιο κι εμείς, που του μιλήσαμε με αφορμή όχι κάποια επικείμενη συναυλία στα μέρη μας (όπως συνηθίζεται), αλλά λόγω του εξαιρετικού δεύτερου άλμπουμ του Vexations, το οποίο μόλις κυκλοφόρησε…

Πότε αποφάσισες ότι θέλεις να γίνεις μουσικός;
Νομίζω πως το ήθελα πάντα. Το πρόβλημα έγκειται στ’ ότι η απόφαση δεν είναι στο χέρι σου. Το να γίνεις επαγγελματίας μουσικός είναι πάνω απ’ όλα θέμα τύχης. Και εγώ αυτή τη στιγμή είμαι τυχερός!

Ποιοι τραγουδοποιοί σε επηρέασαν όταν άρχισες να γράφεις;
Όταν ξεκίνησα στα 1990s, το grunge και το εναλλακτικό rock με επηρέασαν περισσότερο. Οπότε θα επέλεγα ως σημεία αναφοράς μπάντες όπως οι Sonic Youth, οι Smashing Pumpkins και οι Nirvana.

Τα media συχνά αγνοούν όσους δεν έρχονται από την Αμερική ή τη Βρετανία. Ήταν δύσκολο το ταξίδι για σένα μέχρι τώρα;
Όχι ιδιαίτερα, για να πω την αλήθεια. Όπως ίσως θα γνωρίζεις, η γερμανική σκηνή δεν έχει την καλύτερη φήμη στις υπόλοιπες χώρες. Αλλά ποτέ δεν αντιμετωπίσαμε προκαταλήψεις ή κάτι τέτοιο. Νομίζω πως το θέμα είναι να προσπαθήσεις. Αν τους αρέσει η μουσική μου, δεν θα τους νοιάξει από πού είμαι. Ελπίζω δηλαδή…

Το Vexations είναι κατά μία έννοια concept album;
Υπήρχε κάποια κεντρική ιδέα πίσω από τα τραγούδια του Vexations. Μάζεψα πολύ υλικό από άλλους συγγραφείς και έφτιαξα ένα συνονθύλευμα από ατάκες. Αυτή ήταν η ιδέα.

Πόσο καιρό δούλευες για το άλμπουμ;
Περίπου τρεις μήνες.

Και σε τι διαφέρει από το Rest Now, Weary Head του 2008;
Ακριβώς σε αυτό: πήρε πολύ λιγότερο χρόνο για να ολοκληρωθεί! Αλλά νομίζω πως ένας από τους κανόνες των ντεμπούτων είναι ότι ωριμάζουν περισσότερο από τα άλμπουμ που θα τα διαδεχτούν. Αλλά υπάρχει και μία ακόμα διαφορά: τo Rest Now Weary Head ήταν αποκλειστικά home recording. Ενώ τώρα, όταν τελείωσαν οι σπιτικές ηχογραφήσεις, αντικατέστησα ότι είχε προγραμματιστεί και σαμπλαριστεί με αληθινά όργανα και μουσικούς στο στούντιο. Ένα κουαρτέτο εγχόρδων, ένα κουαρτέτο πνευστών και αληθινά ντραμς.

Διάβαζα κάπου ότι έχεις κάνει κλασικές μουσικές σπουδές. Σε βοήθησαν;
Δεν έχω κάνει ακριβώς κλασικές σπουδές, αλλά σ’ ευχαριστώ. Το να μπορείς να διαβάσεις νότες είναι σίγουρα καλό, αλλά, για να είμαι ειλικρινής, δεν το θεωρώ στ’ αλήθεια απαραίτητο. Σ’ αυτό το άλμπουμ πάντως δυσκολεύτηκα, γιατί έπρεπε να γράψω τις παρτιτούρες για τα έγχορδα και τα πνευστά.

Τα τραγούδια σου είναι μελαγχολικά, αλλά έχουν και μια υποβόσκουσα ελπίδα. Ακόμα και το όνομα Get Well Soon αναδύει μια ελπίδα. Είσαι αισιόδοξος χαρακτήρας;
Βασικά όχι. Αλλά η μουσική είναι ένα είδος θεραπείας για μένα. Τώρα το «get well soon» είναι μια ευχή που απευθύνεται και σε μένα και στον ακροατή. Εμένα με κάνει να νιώθω καλύτερα, ελπίζω και τους άλλους!

Λένε πως ζωντανά τα νέα σου τραγούδια ακούγονται ακόμα καλύτερα. Θα έρθετε από Ελλάδα φέτος;
Θέλω πολύ... Ελπίζω να μπορέσουμε.

Ονειρεύεσαι ποτέ να γίνεις σούπερ σταρ ή το φοβάσαι;
Το να γίνω σούπερ σταρ θα σήμαινε να βρίσκομαι στο φως της δημοσιότητας συνεχώς, ακόμα και για την προσωπική μου ζωή. Αυτό με τρομάζει. Μου αρέσει η ιδέα του διαχωρισμού ενός δημιουργού από το έργο του. Αυτό που συμβαίνει, αυτή η συνέντευξη ας πούμε, είναι για τη μουσική και όχι για μένα. Και η δόξα σίγουρα δεν αποτελεί κινητήριο δύναμη. Αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2010

Συνέντευξη Richard Hawley

όπως δημοσιεύτηκε στο avopolis.gr το Φεβρουάριο του 2010.

Είναι παιδί της νύχτας, κολλητός του Jarvis Cocker και υποστηρικτής πολλών νέων ροκ γκρουπ, ανεξάρτητα από τις πωλήσεις των δίσκων τους. Είναι επίσης ένας από τους καλύτερους crooner της εποχής μας. Αν και όχι ιδιαίτερα ομιλητικός στο τηλέφωνο, με το νέο του cd, το Truelove’s Gutter, μας έχει δώσει ήδη αρκετούς λόγους να τον δούμε ζωντανά το Σάββατο 20 Φεβρουαρίου στο Fuzz. Εμάς τους Αθηναίους εννοώ, αφού οι Θεσσαλονικείς θα τον δουν μια μέρα νωρίτερα, στο Radio City…


Σας αρέσει να δίνετε συνεντεύξεις;
«Εξαρτάται... Θα δούμε!»

Είχατε πει πως δεν θέλατε να κυκλοφορήσετε κανένα single από το πρόσφατο άλμπουμ σας Truelove’s Gutter. Θέλετε όποιος το ακούσει να το ακούσει ολόκληρο;
«Ακριβώς, το άλμπουμ είναι φτιαγμένο για να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα. Αυτό δεν μπορεί να γίνει σωστά με ένα μόνο τραγούδι. Τελικά η εταιρία κυκλοφόρησε χωριστά σαν σίνγκλ στο ίντερνετ το “Open up the door” και το “For your lover, give some time”. Αλλά έτσι κι αλλιώς, δεν είναι το είδος των τραγουδιών που παίζονται στο ραδιόφωνο».

Ποιο είναι το αγαπημένο σας από το δίσκο;
«Το “For your lover, give some time”. Εκεί μέσα βρίσκονται οι καλύτεροι στίχοι που έχω γράψει ποτέ. Είναι πολύ ειλικρινές».

Πολλά γράφτηκαν για το glass harmonica, που χαρίζει στα τραγούδια έναν ξεχωριστό ήχο. Ήταν δική σας ιδεά να χρησιμοποιηθεί αυτό το όργανο;
«Ναι. Πάντα ενδιαφερόμουν για άλλα όργανα, πέρα από δύο κιθάρες, μπάσσο και ντραμς. Κατά καιρούς έρχομαι σε επαφή με διάφορα όργανα και ψάχνω τη σωστή στιγμή για να τα χρησιμοποιήσω. Το αστείο με αυτή την υπόθεση είναι ότι το glass harmonica υπάρχει εδώ και περίπου 250 χρόνια και πολλοί νόμιζαν πως είναι ένα καινούριο συνθεσάιζερ ή κάτι τέτοιο. Τι να πεις...»

Ο δίσκος δεν παρουσιάζει έντονες εναλλαγές μεταξύ των τραγουδιών. Αυτό έγινε συνειδητά;
«Ήθελα να φτιάξω ένα άλμπουμ που να το βάζεις και να δημιουργεί μια συγκεκριμένη διάθεση, να σε ηρεμεί. Αυτό δεν μπορείς να το πετύχεις αν κάνεις πολλές αλλαγές στους ρυθμούς. Αν πεταγόταν ξαφνικά ένα τρίλεπτο ποπ τραγουδάκι, θα τα χαλούσε όλα»

Η διάθεση που δημιουργεί ταιριάζει πολύ στη νύχτα. Ακόμα και εσείς προσωπικά φαίνεται πως είστε τύπος της νύχτας...
«Σίγουρα... Της νύχτας και των πρώτων πρωινών ωρών... Νομίζω πως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι είμαι πολλά χρόνια μουσικός. Με τον καιρό συνηθίζεις σε ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Πάντως λατρεύω και τον ήλιο...»

Πρωτοβγήκατε για περιοδεία στα 14. Σας άρσε από τότε αυτή η ζωή;
«Εννοείται... Ήταν διακοπές καλοκαιριού και βγήκα στο δρόμο με τη μπάντα του θείου μου, για ένα ευρωπαικό tour. Πέρασα τέλεια, ήταν πολύ καλύτερο από το σχολείο. Και μέχρι σήμερα δεν έχει αλλάξει πολύ για μένα η όλη διαδικασία. Αγαπάω πολύ το Σέφιλντ και την Αγγλία, αλλά μου αρέσει και να ταξιδεύω».

Δεν είναι δυσκολότερο να κάνεις σχέσεις ή φίλους όταν ταξιδεύεις συχνά;
«Όχι. Ίσα-ίσα, κάνεις περισσότερες σχέσεις (γέλια). Μπορεί να νιώσεις μεγάλη μοναξιά κάποιες στιγμές, αλλά είναι και πολύ ενδιαφέρον. Εγώ έχω και πολύ καλούς ανθρώπους δίπλα μου».

Με πόσους μουσικούς θα έρθετε στην Αθήνα;
«Ή με πέντε ή με έξι. Νομίζω πως θα περάσουμε τέλεια...»

Έχετε συνεργαστεί με τους Pulp, τους Arctic Monkeys, τη Nancy Sinatra, τους Elbow κ.α... Τι είναι αυτό που σας κάνει τόσο ανοιχτό στις συνεργασίες;
«Μου αρέσει να δουλεύω με άλλους και με ενδιαφέρει να ακούω τις ιδέες τους. Σε κρατάει φρέσκο, σε ξυπνάει. Δε σε αφήνει να βαρεθείς. Προσπαθώ λοιπόν να είμαι ανοιχτόμυαλος».

Τα τελευταία δυο-τρία χρόνια, ελάχιστα βρετανικά ροκ γκρουπ έχουν σημειώσει επιτυχία. Εσείς έχετε ανακαλύψει κάτι καλό;
«Το θέμα είναι το εξής: Ενδιαφέρουσες μπάντες υπάρχουν, απλά μπορεί να μην έχουν μεγάλη επιτυχία. Εμένα δεν με νοιάζει αν πουλάνε οι δίσκοι τους ή όχι. Με νοιάζει η ποιότητα της μουσικής τους. Είναι λάθος να τα μπερδεύουμε αυτά. Υπάρχει μια τρομερή μπάντα από το Μπράιτον που λέγεται The Maccabees. Τους έχεις ακούσει; Είναι φανταστικοί, τους ακούω συνέχεια. Επίσης μου αρέσουν οι Smoke Fairies. Δεν με νοιάζει αν πουλάνε οι δίσκοι τους ή όχι. Με νοιάζει η ποιότητα της μουσικής τους".

Και κάτι τελευταίο: Αληθεύει ότι το ’91 ο Morrissey σας απέρρψε για κιθαρίστα επειδή παίξατε το “One night” του Elvis;
«Αλήθεια είναι. Ήταν ο βασικός λόγος που δεν πήρα τη δουλειά, γιατί κατά τα άλλα ήμουν νομίζω αρκετά καλός (γέλια)».