Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

Cheap Science: Enemy


H δισκοκριτική αυτή δημοσιεύτηκε στο avopolis στις 26/04/09

Cheap Science: Enemy

Cheap Science - Enemy

****


Εταιρία: Archangel (03/2009)

Είδος: Pop, Rock

Κείμενο: Βύρων Κριτζάς


To συγκρότημά του, οι Ρόδες, παρά την αστάθεια στις ζωντανές εμφανίσεις, έχει ήδη στην πλάτη του δύο αξιόλογους δίσκους και οδεύει προς τον τρίτο. Στο μεσοδιάστημα, ο Νικήτας Κλιντ πέρασε όλο το 2008 δουλεύοντας πάνω σε ένα σόλο project, το οποίο αρχικά ανέβασε στο blog του, το cheapscience.pblogs.gr και κατόπιν κυκλοφόρησε σε cd. Μπορεί το Cheap Science: Enemy να μοιάζει φτιαγμένο εξ’ ολοκλήρου με ψηφιακά μέσα «φτηνής επιστήμης», όμως ο Κλιντ το δημιούργησε παίζοντας φυσικά όργανα, κλεισμένος σε ένα καινούριο στούντιο στο Μεταξουργείο. Όπως και στο Silent Disco, oι στίχοι και οι τίτλοι είναι πότε ελληνικοί και πότε αγγλικοί. Κι αν αυτό σας φαίνεται πως εκφράζει μια ιδιορρυθμία, περιμένετε να ακούσετε τη μουσική…

Είναι κλισέ η φράση, αλλά πράγματι το άλμπουμ αυτό δεν μπορεί να καταταχθεί σε κάποιο συγκεκριμένο είδος. Κυρίως προς το ροκ βαδίζει, αλλά με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, με μια DIY λογική και με πολύχρωμα ηχοχρώματα. Τα highlights είναι πολλά και δεν εξαντλούνται στο πρώτο μισό, όπως συμβαίνει σε πολλά ελληνικά cd. Στο “Pancakes” ακούγεται η χαρακτηριστική μπασογραμμή του «Δε χωράς πουθενά» μαζί με κάτι ωραία ρυθμικά παιχνίδια προς το τέλος. Στην εισαγωγή του “Childs Play” έχουμε ταυτόχρονα ήχους από βιολιά, μπουζούκι και κιθάρα και ακολουθεί ραπάρισμα με μπιτ. Ακόμα, το εθιστικό “Making my name” είναι ένα χορευτικό διαμαντάκι με γκρουπίστικο ήχο, εκρηκτικό και παιχνιδιάρικο, σοφά τοποθετημένο στην αρχή του άλμπουμ. Βέβαια οι ποικιλίες σε φευγάτους ηλεκτρονικούς ήχους και το διαρκές φλερτ με ακροβασίες επί της κονσόλας, προκαλούν κάποια στιγμή ένα μπούκωμα. Σα να μην τον άφηναν τον Κλιντ οι υπόλοιποι από τις Ρόδες να κάνει ό,τι γουστάρει και να έβγαλε εδώ το άχτι του. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η αξία των εμπνεύσεών του είναι φανερή, ακόμα και μέσα από το φωσφορίζον τζάμι της υπερβολής.

Όταν επιχειρεί να ντύσει τα κομμάτια με στίχους που ξεφεύγουν από επαναλαμβανόμενες φρασούλες, τα αποτελέσματα είναι εξίσου ενδιαφέροντα. Γιατί ο Κλιντ διαθέτει έναν εντελώς δικό του τρόπο έκφρασης, πιθανόν επειδή είναι δίγλωσσος από γεννησιμιού του, αλλά σίγουρα και λόγω του ότι είναι άνθρωπος ευφυής και ανήσυχος. Ξέρει να οργίζεται με στυλ. Ξέρει επίσης να εκφράζει τον έρωτά του με μια ρομαντική απλότητα. «33 χρόνια τώρα περπατάω στη γη κι η πιο παράξενη κοπέλα που ‘χω δει είσαι ‘σύ». Τι απλή και γλυκιά φράση… Πότε-πότε τα παίρνει κιόλας, όπως πάντα: «Η αστυνομία δεν είναι ο πιο σημαντικός εχθρός κι όμως γαμιέται». Από παντού όμως αναδύεται μια ωριμότητα, που συμβαδίζει ακόμα και με τίτλους όπως «Το μουνί είναι trendy».

Συμπερασματικά, το σόλο project του Νικήτα Κλιντ μπορεί να μην αναφέρει πουθενά το όνομά του, εκφράζει όμως σε κάθε του νότα και στίχο το χάος που βασιλεύει μέσα του. Θα μπορούσε να είναι πιο άρτια δομημένο και πιο καλά φιλτραρισμένο. Μα ίσως να είναι αυτή ακριβώς η αίσθηση του «ό,τι να ‘ναι» και του «χύμα στο κύμα», που κάνει τους παλμούς του να χτυπούν σε απόλυτο συγχρονισμό με αυτούς της σημερινής εποχής.

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2009

Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

Συνέντευξη Κωνσταντίνος Τζούμας για το βιβλίο "Complete Unknown"



Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύτηκε στο FAQ51

Αυτό το δεύτερο βιβλίο, από τα τρία που θα κυκλοφορήσουν συνολικά, αναφέρεται στα χρόνια που πέρασα ως ηθοποιός στην Αμερική τη δεκαετία του ’70. Ο τίτλος παραπέμπει στον στίχο του γνωστού τραγουδιού του Μπομπ Ντίλαν «Like a rolling stone». Το ονόμασα «Complete unknown» γιατί αυτό ήμουν για τους Nεοϋορκέζους: Ένας εντελώς άγνωστος εν μέσω διασημοτήτων.


Μετά τα πενήντα, οι άνθρωποι πλέον επιζούν με φαρμακευτική αγωγή. Άσε που ήδη από τα σαράντα κάθονται πλέον στις κερκίδες και απολαμβάνουν το θέμα. Η αρένα δεν είναι πια για ανθρώπους σαν κι εμένα. Δεν είμαι ούτε τόσο ελκυστικός για να γοητεύσω ούτε τόσο δυνατός για να ερωτευτώ. Τώρα είμαι παρατηρητής.


Εξού και μου γεννήθηκε η επιθυμία να γράψω. Όχι μόνο για τη δική μου ζωή αλλά και για τη ζωή των ανθρώπων που βρίσκονταν γύρω μου. Άλλωστε ήμουν πολύ περήφανος για τις παρέες μου. Οι άνθρωποι που γνώριζα μου πρότειναν κάθε φορά να ζήσω μια άλλη ζωή, γιατί είμαι τύπος που δεν παίρνει πρωτοβουλίες. Υπάρχει πάντα δίπλα μου μια δράση κι εγώ αντιδρώ. Μου άρεσαν όλα αυτά τα ταξίδια, τα σταυροδρόμια, τα διλήμματα, τα υπαρξιακά αδιέξοδα. Ωραία ήταν. Φυσικά δεν έβγαλα κανένα συμπέρασμα. Η ζωή πάντα ξεγλιστράει. Κι ύστερα φοβόμουν μην τα ξεχάσω όλα αυτά. Όταν λοιπόν μου τελείωσαν οι κραιπάλες, είπα να τα γράψω όλα σε ένα χαρτί.


Στην Ελλάδα δεν έχω διαβάσει ούτε μία βιογραφία γραμμένη με ειλικρίνεια. Εμένα αυτό ήταν το στοίχημά μου. Όλα όσα γράφω μέσα αναφέρονται σε αληθινά περιστατικά. Τα θυμάμαι πολύ καλά γιατί έχω ασκημένη τη μνήμη μου· ηθοποιός είμαι. Ήθελα να φανεί ότι υπάρχει και ένας άλλος τρόπος ζωής, πέρα από αυτόν που προτείνει η τηλεόραση, τα κόμματα κ.ά. Εκείνη την εποχή ας πούμε, όποιος ήταν ηθοποιός, αν ήταν κορίτσι ήταν πουτάνα και αν ήταν αγόρι ήταν αδερφή. Εγώ λοιπόν έγινα ηθοποιός γιατί ήθελα να πάω κόντρα σ’ αυτά τα στερεότυπα. Δηλαδή, ντε και καλά πρέπει να είσαι ελαφρών ηθών για να είσαι καλλιτέχνης; Πού ακούστηκε αυτό το πράγμα;


Η εποχή εκείνη στην οποία αναφέρεται το βιβλίο θεωρείται εποχή αθωότητας, ενώ είναι εποχή εξαπάτησης. Σε εξαπατούσε το σύστημα, οι γονείς, η εκκλησία και τους εξαπατούσες κι εσύ με τη σειρά σου για να επιβιώσεις. Μετά έβαζες στο μυαλό σου έναν παράδεισο πολύ μακρινό. Γινόσουν ξενομανής γιατί αισθανόσουν μια ασφυξία. Κάπως έτσι έφυγα κι εγώ για τη Νέα Υόρκη. Πίστευα ότι ήταν η μητρόπολη των τεχνών και όντως ήταν. Χοροθέατρο δεν υπήρχε στην Ελλάδα ως έννοια όταν έφυγα εγώ το ’71. Επίσης, στη Νέα Υόρκη, ό,τι κι αν έκαναν οι καλλιτέχνες δεν το έκαναν ποτέ θέμα. Το παρουσίαζαν σαν ένα παιδικό παιχνίδι, ενώ από πίσω κρύβονταν ώρες δουλειάς και ψαξίματος. Δεν υπήρχε αυτό το πομπώδες και το ψεύτικο που υπάρχει εδώ, «ο στοχασμός πάνω στη σκόνη του χρόνου» και άλλα τέτοια βαρύγδουπα, απίστευτα πράγματα.


Κάποια στιγμή είπα, εντάξει, δεν θα περάσω και όλη μου τη ζωή εδώ. Επέστρεψα στην Ελλάδα μετά από τέσσερα πέντε χρόνια, ελπίζοντας πως τα πράγματα θα έχουν αλλάξει. Έπεσα έξω φυσικά. Κι έτσι μου ο προέκυψε ο «Πανωλεθρίαμβος», που είναι και ο τίτλος του επόμενου βιβλίου. Αναμείνατε…

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

Συνέντευξη Μάνος Ελευθερίου


Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο FAQ 40


ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑ

Το πηγάδι στο οποίο παγιδεύεται ο ήρωας του βιβλίου σας είναι συμβολικό;
«Έχει συμβολικές προεκτάσεις, εάν θες να τις δώσεις. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος γλιστράει και πέφτει σε ένα πραγματικό πηγάδι. Από εκεί και πέρα, είναι γεγονός ότι πάρα πολλοί από εμάς σε κάποια φάση της ζωής μας πέφτουμε σε μια παγίδα που μας έχουν στήσει. Το γεγονός ότι το πηγάδι συμβολίζει τον αποκλεισμό, την έλλειψη επικοινωνίας και την αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου το σκέφτηκα μετά τα μισά του βιβλίου, όταν άρχισα να παίρνω είδηση τι είναι αυτό που έγραψα».

Τι μπορεί να μας ρίξει στο πηγάδι και πώς μπορούμε να βγούμε και πάλι έξω;
«Πολλοί από εμάς κάποια στιγμή βρέθηκαν παγιδευμένοι σε ένα πηγάδι. Ορισμένοι δεν ήθελαν να βγουν λόγω ιδεολογίας. Μερικοί υπέγραψαν ότι θέλουν να βγουν και να μείνουν ήσυχοι. Υπήρξαν και οι σαλταδόροι, που πήδηξαν πρώτοι έξω και ζητούσαν κόμιστρα για να σώσουν τους υπόλοιπους. Η παγίδα που στήθηκε στον Ηλ, τον ήρωα του βιβλίου μου, είναι η παγίδα που μας περιμένει όλους, ο λάκκος των λεόντων, στον οποίο πέφτουμε χωρίς να το καταλάβουμε ή μας ρίχνουν οι εχθροί μας. Αυτό που μπορεί να μας βγάλει είναι η βοήθεια εκείνων που μας αγαπάνε».

Διαβάζοντας κανείς τις απόψεις ή τις εμπειρίες του ήρωα αυτού, έχει την εντύπωση ότι μιλάτε για τον εαυτό σας…
«Πράγματι, σε πολλά σημεία του βιβλίου αυτοβιογραφούμαι. Έχω βάλει πραγματικά ονόματα και αληθινές καταστάσεις. Υπάρχουν πολλές αναφορές στην παιδική μου ηλικία, εικόνες με ένα ποδήλατο ή μια ραπτομηχανή που έχουν χαραχτεί έντονα στη μνήμη μου».

Τα βιβλία σας είναι εμπορικά, αλλά ταυτόχρονα δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των «εύκολων» βιβλίων. Πώς επιτυγχάνεται αυτό;
«Δεν έχω καταλάβει πώς ένα βιβλίο γίνεται επιτυχία. Οφείλεται σ’ αυτόν που το διαβάζει και το διαδίδει. Εγώ όταν διαβάσω ένα βιβλίο που μου αρέσει, το συζητώ με φίλους και τους αναγκάζω να το αγοράσουν. Είναι αυτό που λέμε “από στόμα σε στόμα”. Υπάρχουν βιβλία που τα διαβάζουν μέσα στα κομμωτήρια. Το διαβάζει η κοπέλα την ώρα που χτενίζεται. Αυτό το βιβλίο θα το αγοράσει και η διπλανή της. Για την κομμώτρια δεν ξέρω, αυτή ίσως να μη διαβάζει και τίποτα… Πάντως, δεν συμφωνώ με τον όρο “παραλογοτεχνία”. Όπως λέει και ο Θανάσης Νιάρχος, ακόμα και ο καλύτερος συγγραφέας από μας είναι παραλογοτέχνης μπροστά στον Τόμας Μαν και τον Ντοστογιέφσκι. (γέλια) Οπότε… μόκο!».

Πώς νιώθετε όταν ακούτε τους νέους ανθρώπους να τραγουδούν τα «Παραπονεμένα λόγια» σε κάθε συναυλία διαμαρτυρίας; Μόνο χαρά ή και προβληματισμό που σήμερα δεν γράφονται τέτοια τραγούδια;
«Οι στίχοι που έγραψα γι’ αυτό το τραγούδι ας πούμε πως είναι καλοί. Η μουσική του Μαρκόπουλου είναι εξαιρετική και ο Νταλάρας που το ερμήνευσε βρισκόταν τότε στην καλύτερή του φάση. Και σήμερα γράφονται σπουδαία τραγούδια. Είναι όμως τέτοια η πλημμύρα, που δύσκολα μπορεί κάποιος να βγει στην επιφάνεια και να ξεχωρίσει από τους υπόλοιπους».

Τι περιλαμβάνει σήμερα η καθημερινότητά σας στην Αθήνα;
«Πολύ άγχος, πολλή κούραση και πάρα πολλή στεναχώρια με όλα τα δυσώδη που συμβαίνουν στην ανθρωπότητα, όλα αυτά τα άθλια πράγματα που μαθαίνουμε καθημερινά. Πάντως, στην Αθήνα μένω 55 χρόνια και παρόλο που με στενοχωρεί, την αγαπώ ιδιαίτερα και τη θεωρώ πια πατρίδα μου, μολονότι γεννήθηκα στη Σύρο. Οτιδήποτε συμβαίνει στην πόλη αυτή το χαίρομαι με όλη μου την καρδιά. Ένα πεζοδρόμιο βλέπω να χτίζεται και το χαίρομαι σαν να το έφτιαξα εγώ...».

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

Λένα Πλάτωνος

Λένα Πλάτωνος - "Μάρκος", από το δίσκο "Γκάλοπ"(1985)

Μιλάμε για το Μάρκο, ποτέ δε δάγκωσε κανέναν τα μάτια του, τα μάτια του - αγαπούσαν αλλά φοβισμένα οι ιδιοκτήτες του τον είχαν το μισό καιρό δεμένο, το μισό καιρό λυτό, ούτε κι αυτοί ήξεραν από το Μάρκο τι ζητούσαν, του 'ριχναν ξεροκόμματα για φαγητό - έγινε κλέφτης τις νύχτες έσκιζε σακούλες σκουπιδιών. Μια μέρα θα τον στέλνανε στο άσυλο μετά κλαίγανε, άλλαξαν γνώμη, ξανά ο Μάρκος δεμένος - λυτός, συχνά του έδινα και γω κάτι, σκέφτηκα να τους τον πάρω αλλά δεν ήμουν σίγουρηαν θα μπορούσα υπεύθυνα να τον αναλάβω. Μια φορά τον είχα ανάγκη, πήγαμε μεγάλη βόλτα, μιλήσαμε τη γλώσσα των σκυλιών, τα μάτια, μιλάμε για τα μάτια του Μάρκου, τα μάτια του Μάρκου.
Τα χέρια που τον δηλητηρίασαν να πάθουν καρκίνο, είπαν οι ιδιοκτήτες του, μιλάμε για τα μάτια του Μάρκου, το πρωί εκείνο και σκοτωμένα ακόμα αγαπούσαν - αλλά φοβισμένα. Γιατί, γιατί,σήμερα που ο ήλιος με κινήσεις θεού - ηδονιστή -τα φύλλα των δέντρων γυαλίζει απάνω στα παγκάκια γιατί, γιατί ο Μάρκος να λείπει, γιατί να μην ζει, μιλάμε για ψέματα - οι ιδιοκτήτες του μπορούνε να κλαίνε εύκολα, τα ίδια δάκρυα τα καλοκαίρια στα αναψυκτικά τους πιπιλάνε, στα αναψυκτικά μας τα βουτάνε αντί για παγάκια, τα ίδια δάκρυα κάνουν αντιπαθητικά τα καλοκαίριατα, τα δάκρυα των ιδιοκτητών που δεν ξέρουν τι ζητάνε, το ρόλο τους καλά τον παίζουν κι έτσι μας μπερδεύουν κι έτσι μας πολεμάνε - το ρόλο τους καλά τον παίζουνκι έτσι μας μπερδεύουν κι έτσι μας πολεμάνε.

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009

Συνέντευξη Παύλος Παυλίδης


Συνέντευξη Παύλος Παυλίδης


ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑ


Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύτηκε στο FAQ 49.



Γιατί επιλέξατε τη Σύρο και το Θέατρο Απόλλων για το περσινό live άλμπουμ;
«Δεν την επέλεξα εγώ. Ήθελα απλώς να κάνουμε έναν live δίσκο και η ιδέα να πάμε στη Σύρο ήρθε από την εταιρεία Archangel, θεωρώντας ότι το μέρος θα έχει και κινηματογραφικό ενδιαφέρον. Γιατί το βιντεοσκοπήσαμε κιόλας. Όλη η συναυλία, μαζί με ένα ντοκιμαντέρ, θα κυκλοφορήσει τον Μάιο σε DVD. Αυτή είναι για μένα μια σημαντική κυκλοφορία· είναι η περίληψη μιας ολόκληρης εικοσαετίας. Θα περιλαμβάνει σαν δώρο ένα CD με τα demo των τραγουδιών που έγραψα για τους προσωπικούς μου δίσκους και δεν ταίριαζαν να μπουν στη μορφή αυτή, γιατί διέκοπταν τη ροή που υπάρχει όταν ακούς μια μπάντα να παίζει. Έχει ακόμα πολλά έξτρα, συνεντεύξεις ανθρώπων που αγαπώ και ένα ντοκιμαντέρ για το οποίο ο σκηνοθέτης θα πρέπει να είναι περήφανος. Όσοι το έχουν δει μου λένε ότι πρέπει να πάρει βραβείο».


Είναι δύσκολο να αποδώσει κανείς πιστά το κλίμα μιας συναυλίας σε ένα CD ή DVD;
«Το ζητούμενο είναι να καταφέρει η μπάντα να ηρεμήσει επί δύο ώρες, χωρίς να ανάβει καν ένα τσιγάρο ανάμεσα στα κομμάτια και να λειτουργήσει σαν να είναι σε στούντιο, αλλά ταυτόχρονα να παίζει και για τον κόσμο. Σίγουρα είναι ένα στοίχημα. Βγαίνουν πολλά ζωντανά άλμπουμ τα τελευταία χρόνια και δεν έχουν πάντα καλλιτεχνική αξία. Πάντως, εγώ αισθάνομαι τυχερός για το αποτέλεσμα της Σύρου».


Τελευταία υπάρχει η τάση να διανέμονται παλιότερα CD από εφημερίδες. Θα σας ενοχλούσε αν στο μέλλον συμβεί αυτό σε μια δική σας δισκογραφική δουλειά;
«Ναι, αυτό συμβαίνει. Δεν θα έδινα ποτέ την έγκρισή μου για κάτι τέτοιο. Το κακό είναι πως καμιά φορά δεν σε ρωτάνε καν. Πάντως, δεν είναι κάτι που με ενδιαφέρει και όλα αυτά τα χρόνια δεν έχω πάρει ούτε ευρώ από όλη αυτή την ιστορία. Λυπάμαι που συμβαίνει».


Στο Gagarin τι διαφορετικό θα δούμε αυτήν τη φορά;
«Θα παίξουμε για πρώτη φορά κάποια καινούργια τραγούδια και αυτό έχει πάντα ενδιαφέρον. Κοίτα, μιλάμε για μια μπάντα η οποία από συναυλία σε συναυλία συνδέεται όλο και καλύτερα. Όταν έχουμε και νέο υλικό είναι σαν να φυσάει ένα φρέσκο αεράκι και είναι μεγαλύτερη η όρεξη για οτιδήποτε. Έχουμε προγραμματίσει να βγει ο δίσκος το φθινόπωρο, αλλά αν συνεχίσουν τα τραγούδια να έρχονται με τον ρυθμό που έρχονται, μάλλον θα πάμε για διπλό δίσκο. Ή για δύο διαφορετικές ενότητες. Το ευχάριστο είναι ότι δεν με πιέζει ο χρόνος».


Στο σχήμα σας, τους B-Movies, είναι φανερό και αναμενόμενο πως εσείς έχετε τον πρώτο λόγο. Μήπως αυτός είναι και ένας τρόπος να λύνονται πιο εύκολα οι διαφορές που δημιουργούνται σε ένα συγκρότημα;
«Νομίζω πως κάθε συγκρότημα έχει τις ιδιαιτερότητές του. Εξαρτάται κάθε φορά από τον χαρακτήρα των ανθρώπων. Όταν δουλεύουν πέντε έξι άνθρωποι μαζί, κάποιες εποχές είναι ευνοϊκές και κάποιες όχι. Είναι σχεδόν ζήτημα τύχης. Σίγουρα όμως αυτό που λες διευκολύνει τα πράγματα. Όμως, ο τραγουδιστής ενός γκρουπ δεν είναι πάντα ο αρχηγός. Είναι σαν ένα βαρκάκι, στο οποίο κάποιος πρέπει να βουτήξει και κάποιος άλλος να φροντίσει πως όταν ο πρώτος γυρίσει, το βαρκάκι θα είναι στη θέση του. Δεν αισθάνομαι αρχηγός. Υπάρχουν χαρακτήρες πιο σταθεροί, που κινούνται στα παρασκήνια κι όμως κρατούν την ομάδα. Πάντως, είναι πολύ πρακτικό κάποιος να παίρνει μια τελική απόφαση. Ταυτόχρονα, είναι πολύ πρακτικό ο άνθρωπος που έχει γράψει ένα τραγούδι και βγαίνει να το πει στον κόσμο να αισθάνεται πως αυτοί που στέκονται δίπλα του τον υποστηρίζουν».


Ποιους ελληνικούς δίσκους ακούσατε τελευταία που σας άρεσαν;
«Άκουσα ένα πολύ καλό συγκρότημα, τους Gravitysays-i, και το τελευταίο των Mary and the boy, το “Time machine”, που μου φάνηκε συναρπαστικό».


Όταν δεν έχετε συναυλίες ή στούντιο, πώς σας αρέσει να περνάτε τον χρόνο σας;
«Δεν ξέρεις πόσο θέλω να σου απαντήσω “να μη σε νοιάζει” (γέλια). Μου αρέσει να περνάω τον καιρό μου με ανθρώπους που δεν φτιάχνουν μουσική. Ούτε στίχους. Οι ήρωές μου δεν είναι άνθρωποι που φτιάχνουν πράγματα σαν αυτά που φτιάχνω εγώ. Επειδή έχω μπόλικο ελεύθερο χρόνο ή για να το πούμε αλλιώς “κωλοβαράω”, μου αρέσει να έχω για παρέα ανθρώπους με τους οποίους γελάμε με τα ίδια πράγματα. Το βλέπω σαν σπορ πια».