Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

The movies are allright

Η καλύτερη καινούρια ταινία που είδα τον Οκτώβρη είναι το "Τhe kids are allright". Συγκινητική κομεντί χωρίς συναισθηματικούς εκβιασμούς και με απλό αλλά δυνατό σενάριο. Πολύ καλό είναι επίσης το "Brilliant love", ανεξάρητη παραγωγή από τη Βρετανία που προβλήθηκε στις Νύχτες Πρεμιέρας, παρουσία του σκηνοθέτη. Την ερχόμενη εβδομάδα έρχεται το "Yoy will meet a tall dark stranger" του Woody Allen και βέβαια το "Social Network" που ασχολείται με το φαινόμενο Facebook και χαρακτηρίστηκε ταινία της χρονιάς από το περιοδικό "Rolling Stone". Στις 4 Νοεμβρίου τα βλέματα θα στραφούν στο "Somewhere" της Σοφίας Κόπολα.

O ελληνικός κινηματογράφος, από την άλλη, ξαναχτυπά με το «Άτενμπεργκ», τη «Χώρα προέλευσης» και το «Μαχαιροβγάλτη», τρεις ταινίες που θίγουν την ασφυξία της ελληνικής οικογένειας, όπως συνέβη πέρυσι με τον «Κυνόδοντα» και τη «Στρέλλα». Ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος έδινε στους ανθρώπους γέλιο γιατί αυτό είχαν ανάγκη. Τώρα οι ενδιαφέρουσες ελληνικές ταινίες, χωρίς να αποφεύγουν απαραίτητα το χιούμορ, εστιάζουν στη δημιουργία προβληματισμού. Γιατί, πολύ απλά, αυτό χρειαζόμαστε.

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Αρλέτα - Λάκης

αναδημοσίευση από το avopolis.gr

Το σπίτι της κυρίας Αρλέτας βρίσκεται στην Πλατεία Κυψέλης. Κάθεται ήσυχη σε μια αναπαυτική πολυθρόνα και ο κόσμος έξω μοιάζει υπερβολικά θορυβώδης. Δίπλα της ο Λάκης Παπαδόπουλος, φίλος από τα παλιά, σκαλίζει τα διακοσμητικά του καναπέ με περιέργεια μικρού παιδιού. Πάω κι εγώ εκεί με τις αγχωμένες ερωτήσεις μου και προσπαθώ να τους αποσπάσω την προσοχή. Δύο εξέχουσες προσωπικότητες του ελληνικού τραγουδιού μιλούν με αφορμή τις κοινές παραστάσεις τους στο Σταυρό Του Νότου κάθε Δευτέρα και Τρίτη.
Κείμενο-συνέντευξη: Βύρων Κριτζάς.

Γιατί παίζετε μαζί φέτος;

Αρλέτα: Είμαστε σαν τη μπύρα: γιατί έτσι μας αρέσει! Υπάρχει καλύτερος λόγος; Απευθυνόμαστε σε μαθητές, φοιτητές και ανέργους. Παίζουμε κάθε Δευτέρα και Τρίτη και μάλιστα νωρίς –δηλαδή αντί να πάει κάποιος σε ένα σινεμά, μπορεί να έρθει σε εμάς. Είναι η πρώτη φορά που παίζουμε μαζί.

Τι είναι αυτό που σας ενώνει; Είναι κοινή η ιστορία την οποία θα πείτε στον Σταυρό Του Νότου ή ο ένας θα συμπληρώσει τα κενά του άλλου ας πούμε;

Αρλέτα: Είμαστε και οι δύο πλήρεις όπως βλέπεις, κενά δεν έχουμε.

Λάκης: Με την Αρλέτα δεν έχουμε κάνει ποτέ στενή παρέα. Αλλά πάντα, όταν με ρωτούσαν οι δημοσιογράφοι για έναν φίλο που έχω κάνει μέσα από αυτό το επάγγελμα, πάντα το όνομά της ερχόταν στο μυαλό μου.

Αρλέτα: Δεν έχεις κι άδικο. Εγώ είμαι φίλη σου. Εσύ είσαι φίλος μου;

Λάκης: Πώς δεν είμαι; Έχουμε συνάφεια. Κι όταν καθόμαστε στο αυτοκίνητό μου από τότε μέχρι σήμερα, ευχαριστιόμαστε με τις ίδιες μουσικές. Έχουμε εκλεκτική συγγένεια, έτσι θα το έλεγα. Και ως προς τον τρόπο ζωής μας κατά κάποιο τρόπο.

Αρλέτα: Όχι, εσύ έχεις πιο πλουσιοπάροχη ζωή από ’μένα.

Λάκης: Έχω δουλέψει και πολύ περισσότερο.

Αρλέτα: Σαφέστατα. Εγώ γενικά είμαι εναντίον της εργασίας. Έχω σπουδάσει ζωγραφική και κάνω αυτά που μ’ αρέσουνε: ζωγραφίζω, γράφω, παίζω και πολύ σπανιότερα τραγουδάω. Αλλά αυτό το τελευταίο είναι σημαντικό για ’μένα γιατί είναι ο μόνος τρόπος να έρθω σε επαφή με τον κόσμο. Είμαι πολύ κλεισμένη, καθόλου κοινωνική. Επικοινωνιακός άνθρωπος είμαι, αλλά δεν είμαι καθόλου κοσμική. Ενώ ο Λάκης ξέρεις τι ωραίος που είναι με φράκο;

Λάκης: Επίσης και με κομπινεζόν! Το φοράω σε κάποιες παραστάσεις (γέλια!).


Η παράσταση λέγεται «Αν σηκωθώ, θα έρθω». Ποιος σκέφτηκε τον τίτλο;

Αρλέτα: Eγώ το είπα, αλλά αυτός το επέλεξε.

Λάκης: Λέγαμε να το κάνουμε και μεγαλύτερο: «Aν σηκωθώ και δεν πάρω μαζί την πολυθρόνα, θα έρθω». Σκαλώνει στα πλάγια και στους δυο μας, κατάλαβες; Επίσης μπορούμε να είμαστε παντού μαζί, εκτός από το ασανσέρ του μαγαζιού, γιατί δεν χωράμε! (γέλια)

Δεν την πολυδιαφημίσατε την παράσταση. Και θα έχετε και σπέσιαλ καλεσμένους μαθαίνω…

Αρλέτα: Ναι. Θα είναι ο Γερμανός, ο Δεληβοριάς, ο Μαρίνος, ο Μητροπάνος, ο Πουλικάκος, η Ρεμπούτσικα και ο Σαββόπουλος. Αν συνεννοηθούν για διαφήμιση μ’ εμένα θα μάθει ο κόσμος ότι τραγουδάμε σε δέκα χρόνια... Είμαι τόσο καλή σ’ αυτά! Αν και τώρα με το ίντερνετ όλα μαθαίνονται. Σπουδαία εφεύρεση, δεν μπορείτε να πείτε. Μπαίνω και βλέπω κάτι γατάκια εκεί μέσα… Πολύ μου αρέσουν!

Λάκης: H μεγαλύτερη εφεύρεση του 20ου αιώνα. Πήγα να κάνω μια εγχείρηση και είπα «Θεέ μου βοήθα με να ζήσω, να πάω σπίτι μου βάλω στο YouTube τραγούδια που τα λάτρευα και δεν ήξερα πώς να τα βρω.


Ναι αλλά λεφτά απ’ το YouTube δεν βγάζετε σαν καλλιτέχνες…

Λάκης: Ουδέν καλό αμιγές κακού. Εγώ προχτές άκουγα κάτι τραγούδια του ’50 τα οποία είχαν εκατομμύρια προβολές. Πόσοι θα τα αγόραζαν; Κάνει καλό στην πολυφωνία. Η μουσική είναι γεμάτη γέφυρες και το ίντερνετ βοηθάει στο να μην κοπούν.


Πρόσφατα κύριε Παπαδόπουλε δώσατε τραγούδια σε μια μεγάλη εφημερίδα. Είναι τελικά μονόδρομος η κίνηση αυτή για τους δημιουργούς της γενιάς σας;

Λάκης: Έλα μωρέ, και από τις εφημερίδες είναι πενιχρά τα έσοδα...

Aρλέτα: Εγώ είμαι εναντίον αυτού, γενικώς. Σε τραγούδια δικά μου είμαι εναντίον, άμα είναι άλλων δεν έχω αντίρρηση. Το θέμα είναι όταν ένα CD διανέμεται οπουδήποτε, καταντάει ένα ευτελές προϊόν. Από εκεί και πέρα, για κάτι που έχει γίνει, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Είναι ένα γεγονός. Πάντως προσωπικά δεν έχω πάρει ούτε μια δραχμή από αυτά τα πράγματα και δεν πιστεύω πως πρόκειται να πάρω και ποτέ.


Πέρυσι σας είχα δει στο Παλλάς. Σα να μη σας ταίριαζε πολύ ο χώρος…

Αρλέτα: Koίτα μάνα μου, να σου πω ένα πράγμα; Δεν με ενδιαφέρει ο χώρος. Με ενδιαφέρει να έχω καλούς μουσικούς και να περνάει καλά ο κόσμος. Και πάνω απ’ όλα να έχω καλό ήχο. Αυτό πουλάω. Αργότερα θα αρχίσω να χορεύω κιόλας, όχι ακόμα!


Πολλοί νέοι τραγουδοποιοί έχουν περισσότερα έξοδα απ΄ότι έσοδα όταν κυκλοφορούν ένα CD ή κάνουν μια συναυλία. Συνέβαινε και παλιά αυτό;

Λάκης: Εμείς δεν έχουμε πληρώσει ποτέ για να κάνουμε δίσκο. Κοίτα, ο καθένας πρέπει να έχει και μια πισινή. Δεν μπορεί να πουλάνε όλοι οι καλλιτέχνες. Εγώ ποτέ δεν είχα και τα δύο πόδια στη μουσική. Έχω τριάντα χρόνια ένσημα εργασίας, από διάφορες δουλειές. Αυτό προτείνω λοιπόν στα παιδιά. Δεν γίνεται αλλιώς. Μπορεί να είναι ο άλλος ροκάς και ονειροπόλος, αλλά με το που θα έρθει ο πρώτος γάμος και το πρώτο παιδί, θα αναγκαστεί να κάνει άτακτη υποχώρηση, η οποία θα τον πειράξει και στο μυαλό και σε όλα. Και αυτά που λένε για καριέρες στο εξωτερικό με τα ξενόγλωσσα είναι νομίζω όνειρα θερινής νυκτός. Σιγά μην αφήσουν οι Άγγλοι π.χ. την πόρτα ανοιχτή σε έναν που δεν είναι δικός τους, σε ένα πολίτη Β’ κατηγορίας όπως έχουν χαρακτηρίσει τον Έλληνα. Λυπάμαι που το λέω, αλλά έτσι είναι.

Αρλέτα: Στην Ελλάδα έχουν γίνει μεγάλα εγκλήματα, πολύ μεγαλύτερα απ΄ότι ο κόσμος ξέρει. Την εποχή που ο Χατζιδάκις έπαιρνε Όσκαρ και η Μερκούρη ήταν στα ντουζένια της και η Μούσχουρη βρισκόταν σε ψηλό επίπεδο και γενικά υπήρχε ένα άνοιγμα για την ελληνική μουσική, δεν έγινε τίποτα. Σου το λέω επειδή είμαι θύμα αυτού του πράγματος.


Τι έπρεπε να γίνει δηλαδή;

Αρλέτα: Πολλά. Ένα πράγμα θα σου πω: Εμένα είχε έρθει ξένη εταιρία να με υπογράψει και τους σταμάτησαν από ’δω. Τους είπαν «όχι, είναι τρελή και δεν θα κάνει τίποτα». Τρελή είμαι, αλλά όχι αυτού του είδους που εννοούσαν. Αν δεν ήμουνα τρελή θα είχα κάνει άλλα πράγματα, δεν θα μιλούσαμε σήμερα αγόρι μου. Εγώ δεν επεδίωξα να γίνω καλλιτέχνης. Είμαι φορέας αυτού του πράγματος. Όπως άλλος είναι φορέας του AIDS, εγώ είμαι φορέας του τραγουδιού και της Τέχνης. Και δεν θεραπεύεται αυτό.


Σας κάνει να υποφέρετε;

Αρλέτα: Πάρα πολύ, μα δεν το αλλάζω με τίποτα. Όσα έχω τραβήξει δεν τα εύχομαι σε κανέναν, όμως δεν τα αλλάζω κιόλας γιατί με έχουν κάνει να βλέπω τη ζωή πολύ πιο πλατιά απ’ ότι ο μέσος όρος. Θα σου πω ένα πράγμα: Δεν είμαι ψωνάρα. Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλές ψωνάρες και πέτυχαν. Ο κόσμος ξέρει τι γίνεται μόνο στο ένα δέκατο τον καλλιτεχνών. Αλλά επειδή καμία αλήθεια δεν μένει ατιμώρητη, σταματάω εδώ.


Ο κύριος Παπαδόπουλος είχε και μια πισινή όλα αυτά τα χρόνια. Εσείς;

Aρλέτα: Όχι, αλλά είμαι ένας πολύ λιτός άνθρωπος, με ελάχιστες ανάγκες και μπορούσα και τις κάλυπτα. Είχα μόνο ένα σπίτι από τους γονείς μου και το θεωρούσα μεγάλο προνόμιο, δεν μου χρειαζόταν τίποτα άλλο.

Λάκης: Ένα ανέκδοτο άκουσα σήμερα και θα σας το πω: Πάει ένας στον οδοντίατρο και λέει «γιατρέ, τα δόντια μου είναι κατακίτρινα». Και του απαντάει ο οδοντίατρος «δεν πειράζει, συνδύασέ το με μια πράσινη γραβατούλα» (γέλια).

Αρλέτα: Για να επιστρέψω σε αυτά που έλεγα, οι άνθρωποι δίνουν τόση σημασία στο τι λένε οι άλλοι γι’ αυτούς, ώστε ξεχνάνε ποιοι είναι οι ίδιοι. Δεν έχουν ό,τι οι αρχαίοι έλεγαν «γνώθι σ’ αυτόν». Δηλαδή σε ρωτώ: Eάν εγώ αποφασίσω να χορέψω τη Λίμνη Των Κύκνων έτσι όπως είμαι, τι θα πεις;

Λάκης: Aνάλογα. Αν θες να κάνεις τη λίμνη, μπορείς!

Αρλέτα: Nαι, ίσως! Αλλά μου λένε ορισμένοι «πώς έχεις το κουράγιο και συνεχίζεις να τραγουδάς;». Μα είναι κάτι που μου κάνει καλό! Εγώ τραγουδάω για να θεραπευτώ, δεν έχω άλλο λόγο.

Λάκης: E βέβαια. Ο γιατρός της είπε τρεις κουταλιές σιρόπι και μια εμφάνιση στο Σταυρό Του Νότου (γέλια!).


Εσείς πώς διαλέγετε φωνές για τα τραγούδια σας; Σας ρωτάω γιατί έχετε τη μεγαλύτερη ποικιλομορφία δισκογραφικών συνεργασιών που μπορώ να σκεφτώ σε Έλληνα συνθέτη…

Αρλέτα: Δεν διαλέγει, όποιον πέσει μπροστά του παίρνει!

Λάκης: Koίτα, συνήθως σκέφτομαι κόντρες. Να πει ας πούμε ο Μαργαρίτης μια μπαλάντα, όπως τον “Σημαδεμένο”. Αλλά νομίζω οι καλύτερες μπαλάντες μου έχουν δοθεί στην Αρλέτα, εκεί στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Και δεν το λέω επειδή είναι μπροστά, το ξέρουν όλοι.


Με τη Μαριανίνα Κριεζή πώς δουλεύατε τα τραγούδια;

Λάκης: H Μαριανίνα είναι ένα μεγάλο ταλέντο. Αλλά νομίζω πως κάποια στιγμή εξάντλησε όλα τα ζώα. Έβαλε γάτες, πιγκουίνους, τίγρεις...

Αρλέτα: Tελειώναμε το Περίπου με το Λάκη, το οποίο το απορρίψανε τρεις εταιρείες μέχρι να βγει. Κατά σύμπτωση ήρθε προς το τέλος των ηχογραφήσεων η Μαριανίνα στο στούντιο, άκουσε μερικά τραγούδια, ενθουσιάστηκε και είπε θέλω κι εγώ να δώσω. Εκείνη την ημέρα ο Λάκης, κατεβαίνοντας τα σκαλιά της ΕΡΤ, εμπνεύστηκε τη μελωδία για τη “Σερενάτα”. Δεκαεφτά σκαλιά κατέβαινε τρέχοντας και ήταν αρκετά. Πρώτα ήρθε η μουσική και μετά οι στίχοι, αυτό είναι το απίστευτο. Και τελευταίο προστέθηκε το ρεφρέν, που γράφτηκε στο σπίτι μου. Στην αρχή ήταν πιο αργό. Το παίξαμε σε κάτι φίλους και έβαλαν κάτι κλάματα... Δεν μπορούσαμε να τους μαζέψουμε! Κατά βάση είναι ένα πολύ θλιμμένο τραγούδι.

Λάκης: Εμένα, πέρα από την πλάκα, με βοήθησε πολύ η καλαισθησία της Μαριανίνας Κριεζή και την έχω πολύ ψηλά σαν στιχουργό. Δεν είναι εύκολο να κλάψεις με έναν στίχο. Η Μαριανίνα μας ταξιδεύει και για εμάς είναι φίλη παντοτινή.

Αρλέτα: Θεωρώ πως είναι η σημαντικότερη στιχουργός της γενιάς της. Και με απόσταση. Οι στίχοι της είναι πολύ γεροί. Και δεν είναι από αυτούς που θα τους πεις τρεις φορές και μετά θα τους βαρεθείς. Κάθε φορά σου βγάζουν και κάτι άλλο. Εγώ έτσι τα κρίνω τα τραγούδια. Το πρώτο τραγούδι του Λάκη που άκουσα είναι το “Έρχεται Κρύο” σε στίχους Κυριάκου Ντούμου. Και παραμένει ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια.


Ο Λάκης Παπαδόπουλος είχε έρθει σε εσάς ή εσείς σε αυτόν;

Αρλέτα: O Λάκης πήγε στον Πατσιφά στη Lyra και ζήτησε να δουλέψει μαζί μου. Tου είπε αυτή είναι τρελή, άσ’ τη να κάνει τα δικά της. Όταν τελικά ήρθε σπίτι μου, του είπα να μου δώσει μέχρι τρία τραγούδια. Δεν πτοήθηκε ούτε από αυτό. Ήταν αποφασισμένος να συνεργαστεί μαζί μου.

Λάκης: Bέβαια! Έχεις ακούσει την Αρλέτα στην Τρίτη Ανθολογία του Γιάννη Σπανού; Θα σου πω τρία τραγούδια με τα οποία κλαίω όταν τα ακούω: “O Θρήνος Της Μάνας”, “Σε Είπανε Θεό” και “Η Ομίχλη Μπαίνει Από Παντού Στο Σπίτι”. Τρομερά τραγούδια και βέβαια αριστουργηματικές ερμηνείες. Εκεί την αγάπησα την Αρλέτα και όχι στο Νέο Κύμα.


Έχετε περάσει και οι δύο τα εξήντα. Εξακολουθείτε να παίρνετε μεγάλες συγκινήσεις από τη μουσική, ακούγοντας π.χ. ένα CD;

Λάκης: Εγώ δεν είμαι του CD. Είμαι του τραγουδιού. Ένα τραγούδι μπορεί να το βάλω και να το ακούω συνέχεια. Η Αρλέτα νομίζω ακούει ολόκληρες δουλειές.

Αρλέτα: Προσωπικά δεν ακούω μουσική παρά ελάχιστα. Αλλά όταν ακούω κάτι τέσσερις, πέντε φορές χωρίς να με εκνευρίσει ή να με κουράσει, τότε ξέρω ότι είναι καλό. Το “Χάρτινο Το Φεγγαράκι” του Χατζιδάκι το τραγουδάω απ’ όταν θυμάμαι τον εαυτό μου και κάθε φορά μου δίνει την ίδια συγκίνηση, ίσως και περισσότερη. Το “Μια Φορά Θυμάμαι” ο κόσμος κάθε φορά το θέλει το ίδιο. Τα καλά τραγούδια είναι αυτά που όχι μόνο αντέχουν στο χρόνο, αλλά όσο περνάει ο καιρός γίνονται καλύτερα. Είναι σαν το κρασί.



Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Hot Drinks

(Αναδημοσίευση από το avopolis.gr)

Το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1980 υπήρξε η πιο γόνιμη εποχή του μεταπολιτευτικού ελληνικού τραγουδιού μέχρι σήμερα. Από τους ηλεκτρονικούς πειραματισμούς της Πλάτωνος μέχρι την αυθεντική λαϊκότητα του Παπάζογλου, του Κραουνάκη και του Μούτση και από το εκρηκτικό ντεμπούτο των Τρυπών και των Μουσικών Ταξιαρχιών μέχρι τη φρέσκια τραγουδοποιία του Πορτοκάλογλου, του Κηλαηδόνη και του Γερμανού, ο συνδυασμός ποικιλίας και ποιότητας υπήρξε πρωτοφανής για τα εγχώρια δεδομένα.

Μέσα σ’ όλα αυτά, δύο δίδυμα αδέρφια, ο Χάρης και ο Πάνος Κατσιμίχας, προσπαθούσαν μάταια να προσεγγίσουν τις δισκογραφικές εταιρείες, οι οποίες απέρριπταν τα τραγούδια τους ως αντιεμπορικά. Πραγματοποιώντας μεταπτυχιακές σπουδές στο Βερολίνο είχαν μπει στη δουλειά παίζοντας διασκευές σε μπαρ, ο πρώτος ενδιαφερόμενος περισσότερο για τις underground εκφάνσεις του ροκ, ο δεύτερος ήδη συμφιλιωμένος με την ελληνική λαϊκή παράδοση. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ο Πάνος βραβεύτηκε παίζοντας το "Μια Βραδιά Στο Λούκι" στους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού της Κέρκυρας, που είχε οργανώσει ο Μάνος Χατζιδάκις. Μετά τίποτα. Κανένα ενδιαφέρον από τους «σκάουτερ ταλέντων». Ώσπου το 1985, μια τυχαία συνάντηση με τον παλιό γνώριμο Μανώλη Ρασούλη άνοιξε τελικά την πόρτα της Minos-EMI.

Ο δίσκος ονομάστηκε Ζεστά Ποτά. Από μόνος του ο τίτλος λέει πολλά. Σε αντίθεση με τα δροσερά ποτά, τα ζεστά μας συντροφεύουν στις πιο ήρεμες και αποφορτισμένες στιγμές μας. Παρομοίως, τα τραγούδια του δίσκου χαρακτηρίζονται από μια εσωστρέφεια –δεν φωνάζουν και δεν ωραιοποιούν τη ζωή. Στον αριστουργηματικό "Φάνη", κορυφαία ίσως στιγμή του δίσκου, αποτυπώνεται ο κοινωνικός ρατσισμός προς όσους ανθρώπους έχουν φυλακιστεί, ενώ γίνεται και μια αρκετά τολμηρή αναφορά στην ηρωίνη –η διάδοση της οποίας αποτελούσε μια από τις μαύρες σελίδες της εποχής. Λίγο πιο κάτω, στο "Για Ένα Κομμάτι Ψωμί", εξιστορείται η προσπάθεια που πρέπει να κάνει κάποιος για να ζήσει. Κανένα ξένο τραγούδι, από τα ευρέως διαδεδομένα τουλάχιστον, δεν αναφέρεται στο συγκεκριμένο ζήτημα τόσο εύστοχα. Αλλά ακόμα κι όταν οι αδερφοί Κατσιμίχα πραγματεύονται τον έρωτα, τάσσονται με την πλευρά αυτού που πληγώθηκε ("Μια Βραδιά Στο Λούκι", "Ρίτα-Ριτάκι") ή πλήγωσε ("Κορίτσια Της Συγγνώμης") καταφέρνοντας να είναι ποιητικοί χωρίς αφηρημένα «βαθιά» νοήματα. Συναντώντας σε προσωπικό επίπεδο τον Χάρη και τον Πάνο Κατσιμίχα λίγο μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ, ο Μάνος Χατζιδάκις είχε ετοιμάσει ολόκληρο κείμενο, με το οποίο εξηγούσε τι σήμαινε γι’ αυτόν το κάθε τραγούδι ξεχωριστά.

Η μουσική του Χάρη και του Πάνου Κατσιμίχα δεν αγνοούσε το post punk που ερχόταν τότε με φόρα από έξω, ούτε όμως το αντέγραφε, όπως έκαναν στα πρώτα τους βήματα οι Τρύπες (οι οποίοι είχαν ακούσει πολύ Gang Of Four) ή οι Φατμέ (που είχαν δανειστεί πολλά κόλπα από τους πρώτους δίσκους των U2). Εδώ συναντάμε επιρροές από την ελληνική μουσική, αλλά και μπαλάντες που ξεπερνούν τα αυστηρά σύνορα μιας συγκεκριμένης τοπικής παράδοσης και θα μπορούσαν να σταθούν σε οποιοδήποτε χωροχρόνο. Σημαντικό ρόλο έπαιξε βέβαια και το γεγονός ότι το 1985, όταν και κυκλοφόρησαν τα Ζεστά Ποτά, οι Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας ήταν ήδη τριάντα τριών ετών κι έτσι είχαν προλάβει να αφομοιώσουν αρκετά διαφορετικά είδη. Πολύτιμη υπήρξε επίσης η βοήθεια των δύο μουσικών οι οποίοι ανέλαβαν την ενορχήστρωση: του Γιάννη Σπάθα, μέλος των Socrates και από τους μεγαλύτερους Έλληνες κιθαρίστες, και του Νίκου Αντύπα, μετέπειτα συνθέτη τραγουδιών της Πρωτοψάλτη και της Αλεξίου. Ωστόσο, μέχρι και σήμερα, ο δίσκος δεν έχει υποστεί remastering και πρέπει να ακουστεί δυνατά ώστε να αναδείξει τις μουσικές του αρετές.

Εύκολα λοιπόν αντιλαμβάνεται κανείς γιατί τα Ζεστά Ποτά θεωρούνται μείζον έργο για το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι. Πέρα από την εντυπωσιακή μουσική πολυμορφία, η κύρια δύναμή τους υπήρξε η πρόταση μιας μοντέρνας στιχουργικής. Η «Παναγιά» και η «ανηφοριά» δεν είχαν θέση στα τραγούδια των νέων ανθρώπων. Ο κόσμος άλλαζε, εκφραζόταν αλλιώς και κάποιοι ταλαντούχοι δημιουργοί μπόρεσαν να το περάσουν αυτό στην Τέχνη τους. Εδώ συναντάμε φράσεις όπως «δικέ μου», «κόλπα ζόρικα», «αγάπησα ένα μωρό». Και ταυτόχρονα λίγο παρακάτω έχουμε το "Υπόγειο", μια μελοποίηση σε ποίημα της Ρίτας Μπούμης Παππά, που δίνει μια άλλη διάσταση.

Παρά τον αρχικό δισταγμό της Minos-EMI, τα Ζεστά Ποτά πούλησαν μέσα σε έναν χρόνο εκατό χιλιάδες αντίτυπα και οι αδερφοί Κατσιμίχα έγιναν σούπερ σταρ. Πολύ σύντομα, ένας κύκλος στα δεξιά του εξωφύλλου έγραφε «περιέχει την επιτυχία Ρίτα Ριτάκι»... Το ντουέτο συνέχισε με το Όταν Σου Λέω Πορτοκάλι Να Βγαίνεις, έναν βαρύ δίσκο, ο οποίος κρατούσε αποστάσεις από πολλά ανεπιθύμητα. Σήμερα, όπως λέει ο στίχος, «τίποτα δεν έχει αλλάξει και τίποτα δεν είναι όπως παλιά, μένει όμως ακόμα ένα πείσμα που δεν είναι συνήθεια μοναχά». Είναι το πείσμα των νέων δημιουργών, που όταν έχουν να πουν κάτι που δεν το έχουμε ξανακούσει, καμιά εταιρεία δεν μπορεί να τους σταματήσει.

Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010

Σάββατο βράδυ στη μέση της πόλης

Ωραιότατο το "Ταξιδιάρα Ψυχή", το ντοκιμαντέρ για τον Αγγελάκα που επιτέλους προβάλλεται και στην Αθήνα. Πρόκειται για μια σχετικά φτηνή παραγωγή και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο λείπουν οι υπερβολές και οι φαντασμαγορίες. Ο Αγγελάκας αναδύει μια αθωότητα, μια παιδικότητα σε κάποια σημεία. Και φαίνεται απόλυτα χαμένος στον κόσμο της μουσικής. Οι καλύτερες σκηνές είναι αυτές με το Βελιώτη, εκεί που ακούν θρησκευτικούς σταθμούς στο ραδιόφωνο (φώτο) και εκεί που ψάχνουν επιταγές με τον "ανιχνευτή". Μοναδική ένσταση: Tο πεντάλεπτο που η ταινία αφιερώνει στα Δεκεμβριανά είναι μάλλον περιττό και ασύνδετο σε ένα ντοκιμαντέρ που εστιάζει στην πορεία ενός μουσικού. Και ο Αγγελάκας σίγουρα δεν ανήκει στην κατηγορία των καλλιτεχνών που έχουν ανάγκη να "ψωνίσουν" ακροατήριο από τη νέα γενιά και να την καλοπιάσουν. Μετά την ταινία βρέθηκα στο Bios, από περιέργεια να ακούσω τη νέα μεγάλη ελπίδα της αγγλόφωνης σκηνής, τον Sillyboy. Πριν βγει στη σκηνή, περισσότεροι στέκονταν απ' έξω απ' το μαγαζί για να καπνίσουν παρά μέσα. Κάποιοι δε κάθονταν στο πεζούλι και διάβαζαν το νέο free-press Plus. Με την τοσοδούλικη γραμματοσειρά που έχει απορώ αν έβλεπαν τίποτα μέσα στο μισοσκόταδο. Αλλά εντάξει, λεπτομέριες τώρα. Ο Sillyboy άργησε να βγει και σκέφτηκα πως η καθυστέρηση οφειλόταν στο ότι δεν έβρισκε αλουμινόχαρτα τέτοια ώρα. Η μπάντα του ήταν πολύ δεμένη αλλά και εντυπωσιακή οπτικά, με ωραίους συνδυασμούς χρωμάτων. Δυστυχώς, τα τραγούδια του όμως δεν εντυπωσιάζουν. Περιέχουν απειροελάχιστες πινελιές αληθινής έμπνευσης. Είναι κάπως σα να ακούς Franz Ferdinand σε πιο αργές ταχύτητες και χωρίς αξιομνημόνευτες μελωδίες. Γι' αυτό και η κορύφωση της βραδιάς ήταν η διασκευή στο "New Killer Star" του Bowie. Η αναζήτηση του διαφορετικού είναι απολύτως δικαιολογημένη σε μια πόλη όπου το ράφι του κεντρικού δισκοπωλείου έχει πρώτη μούρη το τριπλό live άλμπουμ του Δημήτρη Μπάση, ωστόσο χρειάζονται αληθινά τραγούδια πέρα από ωραίο στυλ και δεμένο παίξιμο για να ξεφύγει ένας καλλιτέχνης από την πυκνοκατοικημένη σφαίρα του απλά συμπαθητικού.