Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

Τα σουξέ των 90's

Όταν το mainstream ήταν χαριτωμένο...

01.NOTHΣ ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ - Μια ματιά σου μόνο φτάνει
02.ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΡΙΟΣ - Το σαράκι
03.BAΣΙΛΗΣ ΚΑΡΡΑΣ - Τηλεφώνησέ μου
04.ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΑΝΟΣ - Σ'αναζητώ στη Σαλονίκη
05.KAITH ΓΑΡΜΠΗ - Περασμένα ξεχασμένα
06.ΑΝΤΩΝΗΣ ΡΕΜΟΣ - Τι ήμουνα για σένανε
07.ΑΝΝΑ ΒΙΣΣΗ - Σεντόνια
08.ΑΝΤΖΕΛΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ - Μαργαρίτες
09.ΑΝΤΥΠΑΣ - Καλησπέρα
10.ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΟΡΚΟΛΗΣ - Βγάλε το κραγιόν σου
11.ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗ - Τα λαϊκά
12.ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΝΤΑΖΗΣ - Θέλεις
13.ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΤΕΡΖΗΣ - Άστατος
14.ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΓΟΝΙΔΗΣ - Γιατί κλαις
15.ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΚΑΙΟΣ - Με 2 μαρμάρινα φιλιά
16.ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΥΡΙΑΖΗΣ - Έχω κλάψει
17.ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΤΑΣ - Ανεμώνα
18.ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΒΑΝΔΗ - Ο περιττός
19.ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΖΩΝΑΚΗΣ - Ζηλεύω
20.ΖΙΓΚ ΖΑΓΚ - Ναϊ ναϊ
21.ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ - Καμπριολέ
22.ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ - Βλέπω κάτι όνειρα
23.ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΥΚΑ - Ρίξε στο κορμί μου σπίρτο
24.ΛΑΜΠΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ - Μπαμ και κάτω
25.ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΚΟΥΛΗΣ - Παίζεις με τη φλόγα
26.ΣΤΕΛΛΑ ΚΟΝΙΤΟΠΟΥΛΟΥ - Τα σφάλματά σου πέλαγα
27.ΛΙΤΣΑ ΓΙΑΓΚΟΥΣΗ - Όταν μια γυναίκα
28.ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ - Θέλεις να τα φτιάξουμε
29.ANTZY ΣΑΜΙOY - To αδύνατο σημείο μου (κατά κόσμον "πιο χαμηλά, πιο χαμηλά")
30.ΕΛΙΝΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ - Όταν το τηλέφωνο χτυπήσει

Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

Και καλά

Μια άκρως αντιπροσωπευτική φωτογραφία της πλατείας στην Ομόνοια, όπως παρουσιάζεται στη wikipedia. Δυστυχώς, λείπουν οι άνθρωποι.

Τρίτη, 13 Ιουλίου 2010

Εγγονόπουλος-Πουλικάκος-Socos

Κριτική που δημοσιεύτηκε στο avopolis.gr τον Ιούλιο του 2010.

Ο Πουλικάκος αντιπροσωπεύει επάξια τον αρχετυπικό έλληνα ροκ σταρ, όμως οι ελάχιστες δισκογραφικές του καταθέσεις δεν συνάδουν με την πολύχρονη πορεία του. Ο Socos πάλι είναι ένας avant-garde κιθαρίστας και δημιουργός, με αξιόλογα άλμπουμ αλλά μικρή αναγνώριση από το ευρύ κοινό. Ακόμα, ο Νίκος Εγγονόπουλος –παρότι γνωστός ονομαστικά– δεν κατάφερε ποτέ να ξεφύγει από την περιθωριοποίηση που στιγμάτισε πολλούς ποιητές της γενιάς του ’30, επειδή δεν έγραφαν γενικολογίες και παραήταν προχωρημένοι για τα αποστειρωμένα σχολικά βιβλία.

Από όλα τα παραπάνω αντιλαμβάνεται κανείς πως κάποιοι ανοιχτοί λογαριασμοί φωνάζουν να πληρωθούν. Η Ύδρα Των Πουλιών έρχεται λοιπόν με αυτόν ακριβώς τον σκοπό. Το παραληρηματικό κείμενο του Πουλικάκου που συνοδεύει την έκδοση μπορεί να χάνει κάπου τη ροή του γραπτού λόγου, περιλαμβάνει όμως όλη τη συναισθηματική φόρτιση με την οποία φαίνεται πως αγκαλιάστηκε το εγχείρημα. Η χροιά του ίδιου παραμένει αξεπέραστη, είτε όταν φωνασκεί πίσω από αφηνιασμένες κιθάρες (“Στα Όρη Της Μυουπόλεως”), είτε όταν απαγγέλλει απαλά (“Η Ύδρα Των Πουλιών”). Πέρα πάντως από τον έτσι κι αλλιώς γοητευτικό ήχο της φωνής, οι ερμηνείες του είναι υποδειγματικές. Η βιωματική του σχέση με την ποίηση του Εγγονόπουλου και η όλη του τριβή με το κίνημα του υπερρεαλισμού (που ξεκινά από την έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού Πάλι το 1964) αφήνει εδώ μια στάμπα αυθεντικότητας, που δεν είναι απλά θέμα ταλέντου ή σωστής δουλειάς.

Από την άλλη μεριά βρίσκεται ο Socos. Η παντελής έλλειψη ομοιοκαταληξίας που χαρακτηρίζει την ποίηση του Εγγονόπουλου, του επιτρέπει απεριόριστη ελευθερία στις μελοποιήσεις. Δεν ποντάρει στις στρωτές μελωδίες αλλά στη δημιουργία της σωστής ατμόσφαιρας και, μέσα από ποικιλία ήχων και εναλλαγές ρυθμών, πετυχαίνει να προσαρμόσει τη μουσική στη δυναμική του κάθε ποιήματος. Στο “Καράβι Του Δάσους” φτιάχνει ένα πολύ ωραίο ρεφρέν, στον “Μαθητευόμενο Της Οδύνης” σολάρει αριστοτεχνικά με ακουστική κιθάρα, ενώ στην “Ύδρα Των Πουλιών” δημιουργεί μια μπαλάντα η οποία καταλήγει σε ηλεκτρονική φρενίτιδα. Μια βάση βρίσκεται στο hard rock, ωστόσο ο όρος από μόνος του δεν δίνει ούτε τη μισή αλήθεια για το τι ακούμε εδώ. Υπάρχουν βέβαια κάποιες στιγμές φλυαρίας και άλλες που προδίδουν μια σύγχυση ως προς τον μουσικό προσανατολισμό. Δεν μειώνουν όμως τη γοητεία του άλμπουμ: αντιθέτως, προωθούν την εκφραστική ελευθερία που χαρακτηρίζει το έργο του Εγγονόπουλου –από τις ζωγραφιές του, μέχρι την ποικιλία εικόνων και συναισθημάτων που αναδύονται από τις λέξεις του.

Αν το Ποτάμι του Γιάννη Μουρτζόπουλου στάθηκε η καλύτερη μελοποίηση της περσινής χρονιάς, η Ύδρα Των Πουλιών του Δημήτρη Πουλικάκου και του Socos θα είναι –εκτός απροόπτου– το σημαντικότερο πάντρεμα μουσικής και ποίησης που θα ακούσουμε φέτος. Ένα έργο υψηλής αισθητικής, το οποίο δύναται να βγάλει τα ποιήματα του Εγγονόπουλου από τα σκονισμένα ράφια των βιβλιοπωλείων, να συστήσει τον Socos σε ανυποψίαστους ακροατές και να διαφυλάξει τη μαγική φωνή του Πουλικάκου σαν πολύτιμη κληρονομιά της μικρής, πλην γοητευτικής, ιστορίας του ελληνικού rock.

Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Γιάννης Πλούταρχος - Προσωπικά Δεδομένα


Κριτική που δημοσιεύτηκε στο avopolis.gr στις 6/7/2010.

Περπατώντας ανυποψίαστος στο πεζοδρόμιο, χαζεύεις τα εξώφυλλα των περιοδικών του περιπτέρου και το μάτι σου πέφτει στο νέο CD του Πλούταρχου. Δεν εκπλήσσεσαι, το έχεις συνηθίσει πια. Άλλωστε και στο δισκοπωλείο βλέπεις περιοδικά, μπλουζάκια, τετράδια και πολλά άλλα τέτοια. «Θέλουμε ο κόσμος να το βρίσκει πιο εύκολα», δήλωσε ο τραγουστιστής στην πρόσφατη συνέντευξη τύπου. «Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δική σου μελαγχολία», είχε πει ο Σαββόπουλος…

Τα Προσωπικά Δεδομένα του Γιάννη Πλούταρχου αποτελούνται από 19 καινούργια τραγούδια, από ισάριθμους δημιουργούς. Εδώ βρίσκονται όλα τα στοιχεία του σύγχρονου λαϊκού τραγουδιού που βάζει πρώτη προτεραιότητα τη διασκέδαση και την εκτόνωση: ζεϊμπέκικα για λεβέντες με πουκάμισα, τσιφτετέλια με μπιτάκια, ήχοι από τρομπέτες, ατμοσφαιρικές ερωτικές μπαλάντες και μπόλικος προγραμματισμός (μουσική από υπολογιστή). Όλα και τίποτα δηλαδή. Κανένα σαφές στίγμα, καμία ταυτότητα, μονάχα μια επίφαση λαϊκότητας, η οποία θα κρύψει σε κάποιους την έλλειψη αληθινής έμπνευσης. Οι στίχοι, από την άλλη, περπατούν σε δύο μονάχα δρόμους: αυτόν της υπέρτατης ευτυχίας –όπου ο έρωτας βρίσκει ανταπόκριση και όλα πάνε ρολόι– και αυτόν της απόλυτης καταστροφής, που αφήνει τον ήρωά μας μόνο και έρημο. Η καψούρα υπήρξε ανέκαθεν πηγή έμπνευσης για το ερωτικό τραγούδι, μόνο που εδώ οι στιχουργοί μένουν στην επιφάνειά της.

Από ’δω κι από ’κει υπάρχουν κάποιες αξιοπρεπείς στιγμές: το “Χαστούκι Της Αγάπης” είναι ένα καλοφτιαγμένο ζεϊμπέκικο, ενώ το “Άνοιξέ Μου Να Μπω” αποτέλεσε το highlight των πρόσφατων εμφανίσεων του Πλούταρχου. Εκατοντάδες νέοι κάθε βράδυ έκαναν τη χαρακτηριστική κίνηση με το χέρι, που αναγκάζει τους γύρω πελάτες να γυρίσουν το βλέμμα και να προσέξουν το ακριβό τους ρολόι. Από μία άποψη, ένα τραγούδι είναι επιτυχημένο όταν πετυχαίνει τον σκοπό του. Το “Άνοιξέ Μου Να Μπω” λοιπόν δεν αποτελεί εξαίρεση. Χειρότερη στιγμή του δίσκου είναι, με διαφορά, το “Πόσο Ωραία Μάτια Έχεις”, του Νίνο. Εδώ οι στίχοι είναι τόσο απλοϊκοί, ώστε νομίζεις πως απευθύνονται αποκλειστικά σε παιδιά κάτω των δώδεκα ετών. Δυστυχώς δεν θα τους επιτραπεί η είσοδος στο μαγαζί.

Ανάμεσα στους δημιουργούς βρίσκεται και η Εύη Δρούτσα, που κάποτε έγραψε τον “Παλιόκαιρο” του Πασχάλη Τερζή, αλλά και ο Βασίλης Γιαννόπουλος, που ένα φεγγάρι έδωσε πολλούς καλούς στίχους στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Τόσο αυτοί όμως, όσο και οι άγνωστοι στο ευρύ κοινό δημιουργοί, δεν δίνουν κάτι το οποίο να ξεφεύγει από τη μετριότητα. Ενώ ο Πλούταρχος κατά καιρούς τραγούδησε συμπαθητικά ελαφρά τραγούδια (ενδεικτικά ας αναφέρουμε τα “Αχ Κορίτσι Μου, “Κατέβα Λίγο Να Σε Δω” και “Όλα Εσύ”), ετούτη τη φορά δεν βρίσκει υλικό αντάξιο του ονόματός του. Και εδώ ερχόμαστε να επαναλάβουμε το αυτονόητο: ότι δηλαδή τo πρόβλημα του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού δεν είναι η έλλειψη καλών ερμηνευτών, αλλά η τοποθέτηση των δημιουργών σε δεύτερο πλάνο. Μην ξεχνάμε ότι τα τηλεοπτικά σόου προσπαθούν κάθε χρόνο να ανακαλύψουν νέες φωνές, κανένα όμως μέχρι τώρα δεν εστίασε σε συνθέτες και στιχουργούς.

Οι ενστάσεις ως προς τη διανομή του CD επισκιάζονται εν τέλει από τις ενστάσεις για το ίδιο το περιεχόμενο. Βέβαια δεν υπάρχει αμφιβολία: οι πίστες όπου εμφανίζεται ο Πλούταρχος θα συνεχίσουν να γεμίζουν από ανθρώπους που θέλουν να διασκεδάσουν και αυτό το κείμενο θα διαβαστεί από ακροατές οι οποίοι συμφωνούν με όσα λέγονται –αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν. Κανένα πρόβλημα. Ας ευχηθούμε απλά σε μερικά χρόνια από τώρα οι ερμηνευτές που δεν έχουν στο συρτάρι τους σημαντικά τραγούδια να βασίζονται αποκλειστικά στις ζωντανές τους εμφανίσεις. Γιατί είναι άλλο πράγμα η διασκέδαση και άλλο η ανέμπνευστη τέχνη, που κρεμιέται στα περίπτερα μήπως και την προσέξουμε.