Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

Συνέντευξη Get Well Soon


οπως δημοσιεύτηκε στο avopolis.gr το Φεβρουάριο του 2010



Ο άνθρωπος πίσω από το όνομα Get Well Soon, ο Γερμανός Konstantin Gropper, έχει γίνει εδώ και καιρό αντικείμενο συζήτησης σ’ αυτούς που δεν παίρνουν έτοιμες μερίδες από τα μεγάλα ξένα περιοδικά και έχει πολλούς λόγους να είναι χαρούμενος. Το ίδιο κι εμείς, που του μιλήσαμε με αφορμή όχι κάποια επικείμενη συναυλία στα μέρη μας (όπως συνηθίζεται), αλλά λόγω του εξαιρετικού δεύτερου άλμπουμ του Vexations, το οποίο μόλις κυκλοφόρησε…

Πότε αποφάσισες ότι θέλεις να γίνεις μουσικός;
Νομίζω πως το ήθελα πάντα. Το πρόβλημα έγκειται στ’ ότι η απόφαση δεν είναι στο χέρι σου. Το να γίνεις επαγγελματίας μουσικός είναι πάνω απ’ όλα θέμα τύχης. Και εγώ αυτή τη στιγμή είμαι τυχερός!

Ποιοι τραγουδοποιοί σε επηρέασαν όταν άρχισες να γράφεις;
Όταν ξεκίνησα στα 1990s, το grunge και το εναλλακτικό rock με επηρέασαν περισσότερο. Οπότε θα επέλεγα ως σημεία αναφοράς μπάντες όπως οι Sonic Youth, οι Smashing Pumpkins και οι Nirvana.

Τα media συχνά αγνοούν όσους δεν έρχονται από την Αμερική ή τη Βρετανία. Ήταν δύσκολο το ταξίδι για σένα μέχρι τώρα;
Όχι ιδιαίτερα, για να πω την αλήθεια. Όπως ίσως θα γνωρίζεις, η γερμανική σκηνή δεν έχει την καλύτερη φήμη στις υπόλοιπες χώρες. Αλλά ποτέ δεν αντιμετωπίσαμε προκαταλήψεις ή κάτι τέτοιο. Νομίζω πως το θέμα είναι να προσπαθήσεις. Αν τους αρέσει η μουσική μου, δεν θα τους νοιάξει από πού είμαι. Ελπίζω δηλαδή…

Το Vexations είναι κατά μία έννοια concept album;
Υπήρχε κάποια κεντρική ιδέα πίσω από τα τραγούδια του Vexations. Μάζεψα πολύ υλικό από άλλους συγγραφείς και έφτιαξα ένα συνονθύλευμα από ατάκες. Αυτή ήταν η ιδέα.

Πόσο καιρό δούλευες για το άλμπουμ;
Περίπου τρεις μήνες.

Και σε τι διαφέρει από το Rest Now, Weary Head του 2008;
Ακριβώς σε αυτό: πήρε πολύ λιγότερο χρόνο για να ολοκληρωθεί! Αλλά νομίζω πως ένας από τους κανόνες των ντεμπούτων είναι ότι ωριμάζουν περισσότερο από τα άλμπουμ που θα τα διαδεχτούν. Αλλά υπάρχει και μία ακόμα διαφορά: τo Rest Now Weary Head ήταν αποκλειστικά home recording. Ενώ τώρα, όταν τελείωσαν οι σπιτικές ηχογραφήσεις, αντικατέστησα ότι είχε προγραμματιστεί και σαμπλαριστεί με αληθινά όργανα και μουσικούς στο στούντιο. Ένα κουαρτέτο εγχόρδων, ένα κουαρτέτο πνευστών και αληθινά ντραμς.

Διάβαζα κάπου ότι έχεις κάνει κλασικές μουσικές σπουδές. Σε βοήθησαν;
Δεν έχω κάνει ακριβώς κλασικές σπουδές, αλλά σ’ ευχαριστώ. Το να μπορείς να διαβάσεις νότες είναι σίγουρα καλό, αλλά, για να είμαι ειλικρινής, δεν το θεωρώ στ’ αλήθεια απαραίτητο. Σ’ αυτό το άλμπουμ πάντως δυσκολεύτηκα, γιατί έπρεπε να γράψω τις παρτιτούρες για τα έγχορδα και τα πνευστά.

Τα τραγούδια σου είναι μελαγχολικά, αλλά έχουν και μια υποβόσκουσα ελπίδα. Ακόμα και το όνομα Get Well Soon αναδύει μια ελπίδα. Είσαι αισιόδοξος χαρακτήρας;
Βασικά όχι. Αλλά η μουσική είναι ένα είδος θεραπείας για μένα. Τώρα το «get well soon» είναι μια ευχή που απευθύνεται και σε μένα και στον ακροατή. Εμένα με κάνει να νιώθω καλύτερα, ελπίζω και τους άλλους!

Λένε πως ζωντανά τα νέα σου τραγούδια ακούγονται ακόμα καλύτερα. Θα έρθετε από Ελλάδα φέτος;
Θέλω πολύ... Ελπίζω να μπορέσουμε.

Ονειρεύεσαι ποτέ να γίνεις σούπερ σταρ ή το φοβάσαι;
Το να γίνω σούπερ σταρ θα σήμαινε να βρίσκομαι στο φως της δημοσιότητας συνεχώς, ακόμα και για την προσωπική μου ζωή. Αυτό με τρομάζει. Μου αρέσει η ιδέα του διαχωρισμού ενός δημιουργού από το έργο του. Αυτό που συμβαίνει, αυτή η συνέντευξη ας πούμε, είναι για τη μουσική και όχι για μένα. Και η δόξα σίγουρα δεν αποτελεί κινητήριο δύναμη. Αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Συνέντευξη Richard Hawley

όπως δημοσιεύτηκε στο avopolis.gr το Φεβρουάριο του 2010.

Είναι παιδί της νύχτας, κολλητός του Jarvis Cocker και υποστηρικτής πολλών νέων ροκ γκρουπ, ανεξάρτητα από τις πωλήσεις των δίσκων τους. Είναι επίσης ένας από τους καλύτερους crooner της εποχής μας. Αν και όχι ιδιαίτερα ομιλητικός στο τηλέφωνο, με το νέο του cd, το Truelove’s Gutter, μας έχει δώσει ήδη αρκετούς λόγους να τον δούμε ζωντανά το Σάββατο 20 Φεβρουαρίου στο Fuzz. Εμάς τους Αθηναίους εννοώ, αφού οι Θεσσαλονικείς θα τον δουν μια μέρα νωρίτερα, στο Radio City…


Σας αρέσει να δίνετε συνεντεύξεις;
«Εξαρτάται... Θα δούμε!»

Είχατε πει πως δεν θέλατε να κυκλοφορήσετε κανένα single από το πρόσφατο άλμπουμ σας Truelove’s Gutter. Θέλετε όποιος το ακούσει να το ακούσει ολόκληρο;
«Ακριβώς, το άλμπουμ είναι φτιαγμένο για να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα. Αυτό δεν μπορεί να γίνει σωστά με ένα μόνο τραγούδι. Τελικά η εταιρία κυκλοφόρησε χωριστά σαν σίνγκλ στο ίντερνετ το “Open up the door” και το “For your lover, give some time”. Αλλά έτσι κι αλλιώς, δεν είναι το είδος των τραγουδιών που παίζονται στο ραδιόφωνο».

Ποιο είναι το αγαπημένο σας από το δίσκο;
«Το “For your lover, give some time”. Εκεί μέσα βρίσκονται οι καλύτεροι στίχοι που έχω γράψει ποτέ. Είναι πολύ ειλικρινές».

Πολλά γράφτηκαν για το glass harmonica, που χαρίζει στα τραγούδια έναν ξεχωριστό ήχο. Ήταν δική σας ιδεά να χρησιμοποιηθεί αυτό το όργανο;
«Ναι. Πάντα ενδιαφερόμουν για άλλα όργανα, πέρα από δύο κιθάρες, μπάσσο και ντραμς. Κατά καιρούς έρχομαι σε επαφή με διάφορα όργανα και ψάχνω τη σωστή στιγμή για να τα χρησιμοποιήσω. Το αστείο με αυτή την υπόθεση είναι ότι το glass harmonica υπάρχει εδώ και περίπου 250 χρόνια και πολλοί νόμιζαν πως είναι ένα καινούριο συνθεσάιζερ ή κάτι τέτοιο. Τι να πεις...»

Ο δίσκος δεν παρουσιάζει έντονες εναλλαγές μεταξύ των τραγουδιών. Αυτό έγινε συνειδητά;
«Ήθελα να φτιάξω ένα άλμπουμ που να το βάζεις και να δημιουργεί μια συγκεκριμένη διάθεση, να σε ηρεμεί. Αυτό δεν μπορείς να το πετύχεις αν κάνεις πολλές αλλαγές στους ρυθμούς. Αν πεταγόταν ξαφνικά ένα τρίλεπτο ποπ τραγουδάκι, θα τα χαλούσε όλα»

Η διάθεση που δημιουργεί ταιριάζει πολύ στη νύχτα. Ακόμα και εσείς προσωπικά φαίνεται πως είστε τύπος της νύχτας...
«Σίγουρα... Της νύχτας και των πρώτων πρωινών ωρών... Νομίζω πως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι είμαι πολλά χρόνια μουσικός. Με τον καιρό συνηθίζεις σε ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Πάντως λατρεύω και τον ήλιο...»

Πρωτοβγήκατε για περιοδεία στα 14. Σας άρσε από τότε αυτή η ζωή;
«Εννοείται... Ήταν διακοπές καλοκαιριού και βγήκα στο δρόμο με τη μπάντα του θείου μου, για ένα ευρωπαικό tour. Πέρασα τέλεια, ήταν πολύ καλύτερο από το σχολείο. Και μέχρι σήμερα δεν έχει αλλάξει πολύ για μένα η όλη διαδικασία. Αγαπάω πολύ το Σέφιλντ και την Αγγλία, αλλά μου αρέσει και να ταξιδεύω».

Δεν είναι δυσκολότερο να κάνεις σχέσεις ή φίλους όταν ταξιδεύεις συχνά;
«Όχι. Ίσα-ίσα, κάνεις περισσότερες σχέσεις (γέλια). Μπορεί να νιώσεις μεγάλη μοναξιά κάποιες στιγμές, αλλά είναι και πολύ ενδιαφέρον. Εγώ έχω και πολύ καλούς ανθρώπους δίπλα μου».

Με πόσους μουσικούς θα έρθετε στην Αθήνα;
«Ή με πέντε ή με έξι. Νομίζω πως θα περάσουμε τέλεια...»

Έχετε συνεργαστεί με τους Pulp, τους Arctic Monkeys, τη Nancy Sinatra, τους Elbow κ.α... Τι είναι αυτό που σας κάνει τόσο ανοιχτό στις συνεργασίες;
«Μου αρέσει να δουλεύω με άλλους και με ενδιαφέρει να ακούω τις ιδέες τους. Σε κρατάει φρέσκο, σε ξυπνάει. Δε σε αφήνει να βαρεθείς. Προσπαθώ λοιπόν να είμαι ανοιχτόμυαλος».

Τα τελευταία δυο-τρία χρόνια, ελάχιστα βρετανικά ροκ γκρουπ έχουν σημειώσει επιτυχία. Εσείς έχετε ανακαλύψει κάτι καλό;
«Το θέμα είναι το εξής: Ενδιαφέρουσες μπάντες υπάρχουν, απλά μπορεί να μην έχουν μεγάλη επιτυχία. Εμένα δεν με νοιάζει αν πουλάνε οι δίσκοι τους ή όχι. Με νοιάζει η ποιότητα της μουσικής τους. Είναι λάθος να τα μπερδεύουμε αυτά. Υπάρχει μια τρομερή μπάντα από το Μπράιτον που λέγεται The Maccabees. Τους έχεις ακούσει; Είναι φανταστικοί, τους ακούω συνέχεια. Επίσης μου αρέσουν οι Smoke Fairies. Δεν με νοιάζει αν πουλάνε οι δίσκοι τους ή όχι. Με νοιάζει η ποιότητα της μουσικής τους".

Και κάτι τελευταίο: Αληθεύει ότι το ’91 ο Morrissey σας απέρρψε για κιθαρίστα επειδή παίξατε το “One night” του Elvis;
«Αλήθεια είναι. Ήταν ο βασικός λόγος που δεν πήρα τη δουλειά, γιατί κατά τα άλλα ήμουν νομίζω αρκετά καλός (γέλια)».

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

Οι Fiery Furnaces στην Αθήνα


2 Μαρτίου στο An club.

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2010

Συνέντευξη The Boy

όπως δημοσιεύτηκε στο avopolis.gr στις 11/01/2010

«Ανήμερα των Φώτων με τον The Boy». Ακούγεται σαν διαφήμιση τηλεοπτικής εκπομπής με γλέντια και χαρές. Μόνο που εδώ είμαστε στο Bios και τα πράγματα είναι ημιφωτισμένα και ήρεμα. Λίγο μετά την πρόβα για την παράσταση «1984» που σκηνοθετεί ο ίδιος και λίγες μέρες πριν την εμφάνισή του με τον Felizol και τον Chronik στο Σταυρό του Νότου (Τετάρτη 13/01), ο Αλέξανδρος Βούλγαρης ήταν απρόσμενα ομιλητικός και ενδιαφέρων. Φωτογραφία δεν με άφησε να τον βγάλω. Αλλά με αποζημίωσε με τις ειλικρινείς του απαντήσεις. Κείμενο/συνέντευξη του Βύρωνα Κριτζά.

Σου αρέσει να δίνεις συνεντεύξεις;

«(Γέλια). Να σου πω… Το σίγουρο είναι ότι δε μου αρέσει να φωτογραφίζομαι. Αυτό δεν το έχω απολαύσει ποτέ. Μάλιστα μου έχει τύχει να πάθω και διάφορα ευτράπελα κατά τη διάρκεια μιας φωτογράφισης, οπότε έχω τρομάξει. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί όλα πρέπει να έχουν μια φωτογραφία δίπλα τους. Τώρα με τις συνεντεύξεις, προτιμώ πολλές φορές να δίνω διαδικτυακές, γιατί έχω το χρόνο να σκεφτώ την απάντηση και να τη γράψω όπως θέλω να ακουστεί. Δε με ενοχλεί η φάση, ειδικά αν είναι σε έντυπα ή άτομα τα οποία συμπαθώ. Χρειάζονται κιόλας, γιατί αν έχω βγάλει ένα cd που δεν έχω λεφτά να το τρέξω και να του κάνω διαφήμιση, τότε η συνέντευξη είναι ένας τρόπος στήριξης».

Το Pease make me dance σημείωσε επιτυχία, με τα στάνταρ αυτών των δίσκων. Το είχες δουλέψει περισσότερο σε σχέση με άλλες δουλειές;

«Μέχρι το άλμπουμ αυτό δεν έδινα πολύ χρόνο στα δικά μου, επειδή αυτό που κάναμε με τη Μαίρη, όλως τυχαίως, πήρε μπρος πιο γρήγορα. Το άλμπουμ αυτό το δούλευα σπίτι μου και το έπαιζα ενάμιση χρόνο σε συναυλίες, για να βγει στο τέλος πιο συμπαγές. Αλλά γενικά δεν είχα πίστη ότι κάποιος θα βοηθήσει. Μόνος μου το πλήρωσα και σκεφτόμουνα να το βγάλω στο ίντερνετ. Δεν προσέγγισα κάποια εταιρία. Ώσπου προέκυψε να θέλει να το βγάλει ο Περικλής από την Inner-Ear».

Πούλησε καθόλου;

«Δεν ξέρω (γέλια). Δε νομίζω ιδιαιτέρως. Γράφτηκαν και ακούστηκαν καλά πράγματα, αλλά σε ένα δίσκο που δε θα βάλεις λεφτά για να το κυνηγήσεις, άντε από 600 να πουλήσει 750 αντίτυπα. Δεν ξέρω, σου λέω στο περίπου…».

Τώρα που βγήκαν τα καλύτερα άλμπουμ του 2009, το είδα και σε λίστες με ελληνικούς και σε λίστες με ξένους δίσκους. Επίσης το Metropolis το δίσκο του Βασιλικού τον έχει στα ξένα. Πρέπει να τα διαχωρίζουμε τελικά;

«Μου αρέσει η ιδέα ότι οι χώρες δεν έχουν σύνορα στη μουσική ή στις ταινίες. Και δε μου αρέσει αυτό το “για ελληνικό καλό είναι”. Υπάρχουν πολύ καλοί ελληνικοί δίσκοι. Του Larru Gus ας πούμε είναι ένα cd που δεν υστερεί σε τίποτα και εκφράζει και μια τάση που ακούγεται πολύ έξω. Τα πιο ροκ βέβαια είναι πίσω σε σχέση με τα ξένα. Δηλαδή αν έξω έχουν τους Horrors και τους A Place To Bury Strangers, τα αντίστοιχα ελληνικά indie έχουν μείνει δέκα χρόνια πίσω. Αν και οι Bazooka είναι πολύ καλή μπάντα. Ή οι Exposed by Observers. Αυτά τα γκρουπ έχουν μια δύναμη».

Στο myspace σου έχεις ανεβάσει οτιδήποτε έχει γραφτεί για το δίσκο σου. Μπορεί μια κριτική να επηρεάσει τη μετέπειτα δημιουργία σου;

«Ότι και να γράψουν το σκέφτομαι, όπως όταν μου μιλάει ένας φίλος. Έχω μάθει όμως από το σινεμά και λόγω του πατέρα μου και από τα δικά μου πράγματα, να μη δίνω πολλή σημασία. Την πρώτη φορά που ακούς πολύ άσχημα πράγματα για αυτό που έχεις κάνει είναι πολύ βαρύ. Εσύ το αντιμετωπίζεις σαν παιχνίδι και ξαφνικά βλέπεις κάποιον να το θάβει. Έχω μάθει όμως να τα δέχομαι αυτά χωρίς να δίνω σημασία. Το ίδιο και αν κάποιος γράψει κάτι θετικό. Με κάνει χαρούμενο, αλλά όχι σε σοβαρό επίπεδο. Σα να μου κάνει μια κοπέλα ένα κοπλιμέντο. Με τη Μαίρη είχε τύχει να κάνουμε ένα live που ήταν χάλια και κάποιος είπε ότι ήταν τέλεια. Ε, αυτό καμιά φορά μπορεί να σε μπερδέψει… Επί της ουσίας ξέρεις αν είναι καλό ή κακό αυτό που έχεις κάνει. Στο Please make me dance ας πούμε ξέρω πως είναι καλύτερο ίσως το όλο concept του δίσκου και η ορμή του, παρά ο ίδιος ο δίσκος».

Υπάρχει ένα τραγούδι μέσα, το «Σ’ αγαπάω να της λες», στο οποίο εκφράζεις ένα μίσος για την Αθήνα αλλά ταυτόχρονα δείχνεις πως την αγαπάς. Αυτό το κομμάτι χτύπησε μια φλέβα Τι σκεφτόσουν όταν το έγραφες;

«Αυτό είναι του 2004. Ήταν από τα πρώτα κομμάτια με ελληνικούς στίχους που είχα γράψει. Τότε άκουγα πολύ αστικά πράγματα. Από τη μία άκουγα Lou Reed και από την άλλη Στέρεο Νόβα. Οπότε με έναν τρόπο προσπάθησα να κάνω κι εγώ κάτι τέτοιο. Δεν τους πολυδουλεύω τους στίχους μου. Βγαίνουν λίγο παραληρηματικά. Αλλά κοιτώντας τα λίγο καιρό μετά βλέπω ότι έχουν μια σκέψη και μια βάση από πίσω. Τότε δεν καταλάβαινα τι έγραφα, τώρα καταλαβαίνω καλύτερα».

Ποιοι γράφουν σήμερα καλό ελληνικό στίχο;

«Οι Κόρε Ύδρο μου αρέσουν. Ο Felizol ετοιμάζει μια δουλειά με ελληνικούς στίχους που μου αρέσει πολύ, όπως και ο Bolek, από τους Bolek και Lolek. Ο Άγγελος Κυρίου έχει ενδιαφέρον σε κάποια σημεία... Δεν υπάρχει κάτι που να το ακούω και να με εκφράζει πολύ και μου λείπει. Περισσότερο ακούω παλιά πράγματα…»

Έλεγες σε μια συνέντευξη πρόσφατα ότι οι Mary & The Boy ήταν ποζεράδες. Σήμερα νιώθεις ποτέ ποζεράς;

«Δε νομίζω… Θα ‘θελα να ‘μουνα περισσότερο. Όταν ας πούμε βλέπω τον Πρινς, τον Μάικλ Τζάκσον ή τον Φρέντι Μέρκιουρι, ξέρω ότι δε θα μπορούσα να το κάνω αυτό, όχι μόνο λόγω ταλέντου αλλά και λόγω ψυχολογίας. Όταν είμαι μόνος μου στο σπίτι είμαι περισσότερο ποζεράς. Χορεύω και τραγουδάω με πολύ πιο έντονο τρόπο απ’ ότι σε μια συναυλία. Μου αρέσει να χορεύω, με ξεκλειδώνει, αλλά στις συναυλίες ντρέπομαι. Δεν ξέρω πως εννοεί ο καθένας τη λέξη “ποζεράς”, πάντως εγώ θα ήθελα να είχα μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση».

Πολλές φορές εδώ στην Ελλάδα βλέπουμε συνεχώς κάποια ονόματα στα περιοδικά και όταν πάμε στα live, όχι μόνο έχει ελάχιστο κόσμο, αλλά ακόμα και αυτοί οι λίγοι δεν φαίνεται να ενδιαφέρονται τόσο πολύ για αυτό που γίνεται στη σκηνή. Γιατί συμβαίνει αυτό;

«Τα τελευταία χρόνια υπάρχει το κυνήγι του να βρούμε κάτι καινούριο και να το προβάλουμε. Εγώ πιστεύω πως δεν θα έπρεπε να είμαστε ούτε τόσο ενθουσιώδεις, ούτε τόσο επικριτικοί. Δε νομίζω ότι οι καλλιτέχνες που παρουσιάστηκαν από τα έντυπα ως καλοί δεν ήταν καλοί. Απλά επειδή δεν τρέχει πολύ εδώ η φάση, όλα γίνονται κάπως αργά και πεθαίνουν γρήγορα. Είναι σαν μια σχέση: Aν δεν την τροφοδοτείς, θα πεθάνει. Σου παίρνει τόσα χρόνια να βγάλεις ένα δίσκο και όταν τον βγάλεις, παίζεις live μια στις τόσες. Αυτό πρώτον σε κουράζει και δεύτερον σε κάνει να εξελίσσεσαι υπερβολικά αργά».

Παρ’ όλ’ αυτά η Monika έκανε μεγάλη επιτυχία φέτος. Όλοι την παραδέχτηκαν, αλλά κάποιοι μίλησαν για υπερβολική προβολή. Εσύ πως το είδες;

«Η Monika είναι μια κοπέλα που γράφει πολύ ωραία τραγούδια. Έκανε ό,τι έκανε με τον τρόπο της. Ούτε βγήκε σε υπερβολικά πολλά περιοδικά σε σχέση με την επιτυχία που έκανε, ούτε κανένα χυδαίο videoclip, ούτε πολύ τηλεόραση. Και είμαι σίγουρος ότι είχε προτάσεις για ό,τι μπορείς να φανταστείς. Γυμνή φωτογράφιση, videoclip σε πισίνα με γκόμενους… Τα πάντα! Ε, για την ηλικία της, το γεγονός ότι κατάφερε να κρατήσει ένα προφίλ το οποίο είναι πολύ κοντά στο πως ήταν πριν, λέει πολλά. Αν συνεχίσει να κάνει αυτό που κάνει χωρίς να την πτοήσει το γύρω-γύρω, το οποίο είναι δύσκολο, πιστεύω θα εξελιχθεί ακόμα περισσότερο».

Εσύ κάποτε είχες κάνει μια συναυλία στο σπίτι σου. Ήταν ανοιχτή στον κόσμο;

«Ναι, έμπαινε όποιος ήθελε. Απλά επειδή ήταν 50-60 συγκροτήματα, είπαμε ότι και μόνο οι φίλοι μας να έρθουν θα είμαστε πολλοί. Οπότε δεν το διαφημίσαμε καθόλου, ούτε καν στο internet. Και πράγματι, είχε πολύ κόσμο».

Αυτό είναι μια σπουδαία ιδέα. Δεν είναι όμως λίγο αυτάρεσκο, θα σου πει κάποιος, όταν κάνεις συναυλίες σε bar και το κοινό απαρτίζεται από φίλους και γνωστούς, όπως συμβαίνει συχνά στην indie ελληνική πραγματικότητα;

«Αν κάποιος περνάει καλά με κάτι, ας το κάνει. Αν κάποιος γουστάρει να παίζει για τους φίλους του, εγώ δεν το βρίσκω κακό. Στην τελική δεν σκοτώνουμε και κανέναν. Η αλήθεια είναι η εξής (σκέφτεται για 10 δευτερόλεπτα): Είναι λίγο μπερδεμένο το ζήτημα γιατί στην Ελλάδα δεν υπάρχουν μεσαίες λύσεις. Είτε θα πας προς το “εμπορικό”, είτε θα είσαι στο περιθώριο. Παλιά έλεγα πως πρέπει να τη δω τη μουσική σαν επάγγελμα και αντιμετώπισα αυτά τα ερωτήματα. Τώρα έχω κάπως χαλαρώσει και όλα αυτά τα βλέπω σαν εμπειρίες. Δεν έχω καμία συμπάθεια για τίποτα. Ούτε για underground, ούτε για indie. Έτυχε να παίξω στο Cavo Paradiso στη Μύκονο και να μου συμπεριφερθούν πιο ανθρώπινα από “indie” μαγαζί, το οποίο υποτίθεται πως παρουσιάζει διαφορετικά πράγματα. Έτσι κι αλλιώς ιδεολογίες δεν έχω, οπότε δεν έχω και κολλήματα. Σε κόμματα δεν θα έπαιζα. Αλλά μ’ αρέσει να δοκιμάζω πράγματα. Τώρα ας πούμε παίζουμε στο Σταυρό του Νότου. Με ενδιαφέρει να το δω κι αυτό. Τη μουσική την αντιμετωπίζω σαν αναζήτηση εμπειριών. Αν έχω καταφέρει κάτι, λέμε τώρα, είναι αυτό. Τους τελευταίους πέντε μήνες, έχω παίξει από το Cavo Paradiso της Μυκόνου μέχρι το αναρχικό στέκι των Εξαρχείων. Εγώ το θεωρώ επιτυχία αυτό. Φίλους μπορεί να θέλω συγκεκριμένους, αλλά κοινό όχι. Ας παίξω και σε παππούδες του γηροκομείου. Δεν έχω πρόβλημα».

Πέρα από τη μουσική ασχολείσαι με τη σκηνοθεσία, έπαιξες στον Κυνόδοντα, γράφεις στο Κοντέινερ και ετοιμάζεις και ένα βιβλίο. Είναι βιοποριστικό το θέμα;

«Είσαι ο πρώτος άνθρωπος που το σκέφτηκε (γέλια). Κοίτα, η σκηνοθεσία είναι το βασικό. Πρώτα οι ταινίες και μετά η μουσική. Από κει και πέρα κάποια πράγματα τα κάνω βιοποριστικά, αλλά μου αρέσουν κιόλας. Γράφω άρθρα, κάνω σεμινάρια κινηματογράφου και παίζω DJ στο 6 D.O.G.S. κάθε Πέμπτη. Μου αρέσει να κάνω πολλά πράγματα γιατί μέσα στη μέρα μπαίνεις σε διαφορετικές καταστάσεις με διαφορετικούς ανθρώπους. Είναι ενδιαφέρον».

Μιας και το δικό μας το site είναι μουσικό, να κλείσουμε με το άλμπουμ που ετοιμάζεις, το Κουστουμάκι. Τι θα είναι αυτό;

«Δέκα τραγούδια με ελληνικούς στίχους. Μουσικά, είναι πιο ευάκουστο από το Please make me dance. Είναι πιο ακριβή παραγωγή. Ταυτόχρονα είναι πιο πειραματικό σε ήχο, πιο παράξενο. Έχει πολλά σύνθια, πολλές διαφορετικές μελωδίες που δένουν μεταξύ τους και είναι και πολύ δραματικό, σαν ένα ηλεκτρονικό μελόδραμα. Θα κυκλοφορήσει το Φλεβάρη και τον Απρίλιο θα βγάλουμε άλλο ένα cd με το Felizol, που θα είναι πιο techno. Στα live παίζουμε απ’ όλα. Είχαμε κάνει στις Σέρρες ένα live πρόσφατα και παίξαμε από σκληρή techno μέχρι ζεϊμπέκικο. Και είχαμε καταφέρει να το φτάσουμε να ακούγεται φυσιολογικό. Να το αποδέχονται. Αυτή είναι η λέξη κλειδί, η αποδοχή. Γενικά, σε όλα τα επίπεδα, τα πράγματα πάνε μπροστά όταν αποδέχεσαι ότι μπορούν να συνυπάρξουν».


Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

Tι είδαμε το 2009

Δείτε πως αντιλήφθηκε τη χρονιά που μας πέρασε ένας δημοσιογράφος του ΝΜΕ.
http://www.nme.com/blog/index.php?blog=10&title=33_trends_that_defined_2009&more=1&c=1&tb=1&pb=1

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Δημήτρης Πουλικάκος "Μεταφοραί εκδρομαί ο Μήτσος" (1976)

ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑ
από το avopolis.gr


Για να απαντήσουμε στο ποιος έφτιαξε πρώτος ροκ μουσική με ελληνικούς στίχους, πρέπει να καταλήξουμε πρώτα στο τι είναι ροκ. Ήδη από το 1969, ο Διονύσης Σαββόπουλος είχε ξεκινήσει με το Περιβόλι Tου Tρελού να εντάσσει στοιχεία ροκ μουσικής στα τραγούδια του, ιδίως στη "Θεία Μάνου" και στο "Σαν Ρεμπέτικο Παλιό". Μπορεί τα τραγούδια αυτά να μην είχαν γερές δόσεις ηλεκτρικής κιθάρας, παρουσίαζε όμως μεγάλο ενδιαφέρον η ρυθμική τους ιδιαιτερότητα, όπως μεταδιδόταν από τα πλούσια κρουστά και το δυναμικό μπάσο. Αν πάντως αναζητήσουμε τον πρώτο δίσκο 33 στροφών ο οποίος συνδύασε την ελληνική γλώσσα με μια 100% Δυτική ροκ μουσική, με ριφ δηλαδή ηλεκτρικής κιθάρας αλλά και πιο ακουστικά κομμάτια με ευθεία παραπομπή σε αμερικάνικες φόρμες, τότε θα καταλήξουμε στο Μεταφοραί Εκδρομαί Ο Μήτσος του Δημήτρη Πουλικάκου.

Τα τραγούδια του άλμπουμ αυτού ξεκινούν να γράφονται στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Λίγο μετά ο Πουλικάκος συμμετέχει στα γκρουπ MGC (1967-1969) και Εξαδάχτυλος (1971-1973). Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 οι περισσότεροι όμως τραγουδούν στα αγγλικά, καθώς το αγγλόφωνο ροκ έχει διαδοθεί αρκετά, ιδίως με γκρουπ όπως οι Aphrodite's Child και οι Socrates. Όπως αναγράφεται και στο εσώφυλλο του Μεταφοραί Εκδρομαί Ο Μήτσος, οι ηχογραφήσεις του πραγματοποιήθηκαν το 1972, με την οικονομική συνεισφορά κάποιων φίλων. Για τέσσερα χρόνια ο Πουλικάκος αλλάζει τρεις εταιρίες για να καταφέρει τελικά να κυκλοφορήσει τον δίσκο. Το ρίσκο τελικά παίρνει η Minos, επηρεασμένη ίσως από την απήχηση του άλμπουμ Δέκα Χρόνια Κομμάτια του Σαββόπουλου, που είχε εκδώσει έναν χρόνο πριν η ανταγωνιστική Λύρα.

Η μπάντα που παίζει στο άλμπουμ είναι οι Εξαδάχτυλος, συν κάποιοι πρόσθετοι μουσικοί. Βασική δε επιρροή, όσον αφορά στο μουσικό κομμάτι, αναδεικνύεται με σαφήνεια ο Frank Zappa, ιδίως τα άλμπουμ που κυκλοφόρησε στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Δεν πρόκειται όμως για μια απλή προσαρμογή του Zappa στην Ελλάδα. Πρώτα-πρώτα, δεν είναι διόλου απλό να προσαρμόσεις τον Zappa σε οτιδήποτε. Επιπλέον, ο Πουλικάκος δεν τον μιμείται, αλλά τον έχει αφομοιώσει, με αποτέλεσμα έτσι να χρησιμοποιεί ένα «ζαπικής» αίσθησης χιούμορ ώστε να μιλήσει για μια ολότελα ελληνική πραγματικότητα. Όχι μόνο λοιπόν δεν αποτελούν πηγή αδυναμίας τέτοιες αναφορές, αλλά (μαζί με τη χρήση ελληνικών στίχων) αποδεικνύουν ότι το Μεταφοραί Εκδρομαί Ο Μήτσος δεν έχει μονάχα ιστορική, μα και αισθητική αξία. Φυσικά στον δίσκο, πέρα από τον Zappa, υπάρχει καλλιτεχνική συγγένεια και με τον Σαββόπουλο, ιδίως με το Βρώμικο Ψωμί το οποίο ηχογραφούταν την ίδια περίοδο. Παρόλο που η παραγωγή και η ενορχήστρωση δεν είναι άρτιες, υπάρχει στο άλμπουμ μουσική ποικιλία, στοιχείο δυσεύρετο στα μετέπειτα ελληνικά ροκ άλμπουμ. Συναντά κανείς ακόμα και ρεμπέτικα ("Πες Μου Βρε Τρελή") και ταγκό ("Σαν Δυο Πουλάκια") δίπλα-δίπλα με μια δυναμική ροκ μπάντα με κιθάρα, πλήκτρα, μπάσο, ντραμς, αλλά και μπόλικα πνευστά. Οι στίχοι υπογράφονται όλοι από τον Πουλικάκο (εκτός από τα "Χτεσινά Τρένα" που είναι του Τάσου Φαληρέα), στις συνθέσεις όμως συνεισφέρουν πολλοί. Αξίζει δε να σημειωθεί πως στην πρόσφατη επανέκδοση του άλμπουμ από την ΕΜΙ, από τη μέση και μετά η λίστα των τραγουδιών είναι λάθος, δημιουργώντας σύγχυση στον προσεκτικό ακροατή. Επίσης πρέπει να αναφερθεί πως, για άγνωστους λόγους, το τραγούδι "Μωρό Μου", βασισμένο σε μελωδία του Σταμάτη Σπανουδάκη, δεν συμπεριλήφθη στο cd, όταν αυτό δόθηκε σαν δώρο μαζί με παλιότερο τεύχος του Ποπ & Ροκ.

Πέρα από την καλλιτεχνική αξία του άλμπουμ, που πρέπει οπωσδήποτε να μετράται (και) σε συνδυασμό με την εποχή στην οποία κυκλοφόρησε, το Μεταφοραί Εκδρομαί Ο Μήτσος αποτελεί κι ένα άλμπουμ-καθρέφτη της μεταπολιτευτικής κατάστασης της Ελλάδας. Δεν υπάρχει χούντα πια. Η πτώση της γιορτάστηκε περίτρανα σε στάδια και πλατείες. Τι υπάρχει όμως; Υπάρχει μια χώρα η οποία προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της, με εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων να δουλεύουν σκληρά «πενήντα ώρες τη βδομάδα για δυο πιάτα φασουλάδα λαδερή», ή να «χτυπάνε καρτέλες/κουμπώνουν κονσέρβες», παγιδευμένοι από «άρχοντες του τρόμου». Οι οικονομικά ευκατάστατοι πέφτουν θύματα υπερκατανάλωσης ("Στο Σουπερμάρκετ"), οι γιατροί εκμεταλλεύονται τους φτωχούς ασθενείς τους ("Ο Γιατρός Παιδιά"), ενώ οι 25άρηδες ξεχνούν το επαναστατικό παρελθόν τους κατά τη δικτατορία, για χάρη της εργασίας που τους παρέχει τα προς το ζην ("Κάλλιο Μιας Ώρας"). Από την άλλη μεριά, τα ερωτικά τραγούδια ("Πες Μου Βρε Τρελή", "Μωρό Μου", "Σαν Δύο Πουλάκια") είναι το ίδιο σατιρικά με τα κοινωνικοπολιτικά. Ελπίδα δεν υπάρχει πουθενά. Στον δρόμο αυτό, της ματαιότητας προς όλες τις κατευθύνσεις, θα συνεχίσει και η πλειοψηφία των μετέπειτα στιχουργών του ελληνικού ροκ.

Σήμερα, 33 χρόνια μετά την κυκλοφορία του Μεταφοραί Εκδρομαί Ο Μήτσος, έχουν αλλάξει πολλά. Μια μεγάλη μερίδα των καλλιτεχνών που ξεκίνησαν τη δράση τους τη δεκαετία του 1960 και του 1970 έχουν κατηγορηθεί κατά καιρούς ότι αποτελούν πια μέρη του συστήματος, ασχέτως αν η λέξη «σύστημα» προϋποθέτει μια οργάνωση η οποία στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ, για διάφορους λόγους. Από τη δεκαετία του 1990 και μετά ο Πουλικάκος κατακρίθηκε κι αυτός για τη συμμετοχή του σε τηλεοπτικά σήριαλ ή για τα jingles αλλά και τα διαφημιστικά στα οποία δάνειζε κατά καιρούς τη φωνή του. Σήμερα ο ίδιος συνεχίζει να τραγουδάει πολλά από τα τραγούδια του δίσκου σε κλαμπ της Αθήνας, λίγο-πολύ στα ίδια μαγαζιά στα οποία εμφανιζόταν και κατά τη δεκαετία του 1970. Στα Εξάρχεια και στη Βικτώρια (όπου μένει), τον φωνάζουν «Μητσάρα» ή «Θείο Νώντα», από το ραδιοφωνικό του παρατσούκλι. Κατά καιρούς οι δημοσιογράφοι του παίρνουν συνεντεύξεις ή του δίνουν βήμα λόγου σε ντοκιμαντέρ σχετικά με την ιστορία του ελληνικού ροκ. Ο ίδιος ποτέ δεν υπερηφανεύτηκε ότι έφερε τον ελληνικό στίχο στο ροκ και ποτέ δεν έγινε σύμβολο του τελευταίου, όπως ο Παύλος Σιδηρόπουλος. Ίσως επειδή έζησε. Και μάλιστα έζησε την παρακμή της δεκαετίας του 1990. Θυμίζει έτσι λίγο, τηρουμένων ασφαλώς των αναλογιών, τον Chuck Berry, τον Jerry Lee Lewis και τον Little Richard, στους οποίους, ενώ ζουν ακόμα, ελάχιστοι δίνουν σημασία, ενώ οι συνεχιστές τους γεμίζουν στάδια και οι αποθνήσκοντες σταμπάρουν τις φάτσες τους σε μπλουζάκια.

Για το τέλος, ας μου επιτραπεί μια προσωπική εξιστόρηση. Πριν από μερικούς μήνες συνάντησα τον κ. Πουλικάκο στην Πλατεία Βικτωρίας. Μιας και του είχα πάρει προ καιρού συνέντευξη για το Avopolis Greek, πήγα και του μίλησα. Όταν του είπα πως είχα αγοράσει πρόσφατα το Μεταφοραί Εκδρομαί Ο Μήτσος ξαφνιάστηκε. «Πού το βρήκες; Πόσα αντίτυπα είχαν μείνει;». Δεν το είχε σε cd, ούτε του το είχαν στείλει από την εταιρία. Θα πήγαινε να το πάρει την επομένη. Δύο αντίτυπα. Το ένα γι' αυτόν και το άλλο για το εγγόνι του.

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

Σαββόπουλος: Συνέντευξη τύπου

Χτες, 3/12/2009, πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη τύπου για το αφιέρωμα του Διονύση Σαββόπουλου στα 60's.
Με δημοσιογράφους και κάμερες, ο Διονύσης Σαββόπουλος εξήγησε με λεπτομέρειες όλα τα events που θα δούμε από τα μέσα Δεκεμβρίου μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου: Tις παραστάσεις του στο Παλλάς, τα παραμύθια στο Μικρό Παλλάς, τις συναυλίες στο City Link και στο Μετρό Συντάγματος, τις ομιλίες και τις εκθέσεις. Στο πάνελ βρίσκονταν μεταξύ άλλων η Σώτη Τριανταφύλλου και ο Παύλος Τσίμας.
Σε ένα σημείο της ομιλίας του, ο Σαββόπουλος είπε πως η δεκαετία που τελειώνει σε λίγες μέρες ήταν η χειρότερη που έχει ζήσει. Ακούγωντας τη διαπίστωση αυτή, ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε τι εννοούσε όταν τραγουδούσε για "το ροκ του μέλλοντός μας". Ο Σαββόπουλος απάντησε με γενικολογίες. Και όταν κατάλαβε πως δεν έβρισκε κάτι εύστοχο να πει, προσέθεσε: "Έχω μια αδυναμία να απαντήσω στην ερώτηση, με συγχωρείτε", χτυπώντας ελαφρά το χέρι στο τραπέζι. Ήταν η πρώτη φορά που τον άκουσα τόσο ευάλωτο και ειλικρινή.
Ο πυρήνας των εκδηλώσεων θα είναι φυσικά οι 10 συναυλίες που θα δώσει στο Παλλάς, οι οποίες ξεκινούν στις 18/12. Στο πρώτο μέρος θα παρουσιάσει τραγούδια από το "Φορτηγό" και στο δεύτερο από το "Περιβόλι του τρελού". "Καλή επιτυχία και καλή δύναμη", του είπα φεύγωντας από την εκδήλωση. "Ναι σαι καλά αγόρι μου", απάντησε χαμογελώντας. Θα είμαι.

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

Ποίημα


Όσο μπορείς
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον. Όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες. Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την, γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την στων σχέσεων και των συναναστροφώντην καθημερινήν ανοησία, ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

[Κωνσταντίνος Καβάφης, 1913]