Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

Οι Fiery Furnaces στην Αθήνα


2 Μαρτίου στο An club.

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2010

Συνέντευξη The Boy

όπως δημοσιεύτηκε στο avopolis.gr στις 11/01/2010

«Ανήμερα των Φώτων με τον The Boy». Ακούγεται σαν διαφήμιση τηλεοπτικής εκπομπής με γλέντια και χαρές. Μόνο που εδώ είμαστε στο Bios και τα πράγματα είναι ημιφωτισμένα και ήρεμα. Λίγο μετά την πρόβα για την παράσταση «1984» που σκηνοθετεί ο ίδιος και λίγες μέρες πριν την εμφάνισή του με τον Felizol και τον Chronik στο Σταυρό του Νότου (Τετάρτη 13/01), ο Αλέξανδρος Βούλγαρης ήταν απρόσμενα ομιλητικός και ενδιαφέρων. Φωτογραφία δεν με άφησε να τον βγάλω. Αλλά με αποζημίωσε με τις ειλικρινείς του απαντήσεις. Κείμενο/συνέντευξη του Βύρωνα Κριτζά.

Σου αρέσει να δίνεις συνεντεύξεις;

«(Γέλια). Να σου πω… Το σίγουρο είναι ότι δε μου αρέσει να φωτογραφίζομαι. Αυτό δεν το έχω απολαύσει ποτέ. Μάλιστα μου έχει τύχει να πάθω και διάφορα ευτράπελα κατά τη διάρκεια μιας φωτογράφισης, οπότε έχω τρομάξει. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί όλα πρέπει να έχουν μια φωτογραφία δίπλα τους. Τώρα με τις συνεντεύξεις, προτιμώ πολλές φορές να δίνω διαδικτυακές, γιατί έχω το χρόνο να σκεφτώ την απάντηση και να τη γράψω όπως θέλω να ακουστεί. Δε με ενοχλεί η φάση, ειδικά αν είναι σε έντυπα ή άτομα τα οποία συμπαθώ. Χρειάζονται κιόλας, γιατί αν έχω βγάλει ένα cd που δεν έχω λεφτά να το τρέξω και να του κάνω διαφήμιση, τότε η συνέντευξη είναι ένας τρόπος στήριξης».

Το Pease make me dance σημείωσε επιτυχία, με τα στάνταρ αυτών των δίσκων. Το είχες δουλέψει περισσότερο σε σχέση με άλλες δουλειές;

«Μέχρι το άλμπουμ αυτό δεν έδινα πολύ χρόνο στα δικά μου, επειδή αυτό που κάναμε με τη Μαίρη, όλως τυχαίως, πήρε μπρος πιο γρήγορα. Το άλμπουμ αυτό το δούλευα σπίτι μου και το έπαιζα ενάμιση χρόνο σε συναυλίες, για να βγει στο τέλος πιο συμπαγές. Αλλά γενικά δεν είχα πίστη ότι κάποιος θα βοηθήσει. Μόνος μου το πλήρωσα και σκεφτόμουνα να το βγάλω στο ίντερνετ. Δεν προσέγγισα κάποια εταιρία. Ώσπου προέκυψε να θέλει να το βγάλει ο Περικλής από την Inner-Ear».

Πούλησε καθόλου;

«Δεν ξέρω (γέλια). Δε νομίζω ιδιαιτέρως. Γράφτηκαν και ακούστηκαν καλά πράγματα, αλλά σε ένα δίσκο που δε θα βάλεις λεφτά για να το κυνηγήσεις, άντε από 600 να πουλήσει 750 αντίτυπα. Δεν ξέρω, σου λέω στο περίπου…».

Τώρα που βγήκαν τα καλύτερα άλμπουμ του 2009, το είδα και σε λίστες με ελληνικούς και σε λίστες με ξένους δίσκους. Επίσης το Metropolis το δίσκο του Βασιλικού τον έχει στα ξένα. Πρέπει να τα διαχωρίζουμε τελικά;

«Μου αρέσει η ιδέα ότι οι χώρες δεν έχουν σύνορα στη μουσική ή στις ταινίες. Και δε μου αρέσει αυτό το “για ελληνικό καλό είναι”. Υπάρχουν πολύ καλοί ελληνικοί δίσκοι. Του Larru Gus ας πούμε είναι ένα cd που δεν υστερεί σε τίποτα και εκφράζει και μια τάση που ακούγεται πολύ έξω. Τα πιο ροκ βέβαια είναι πίσω σε σχέση με τα ξένα. Δηλαδή αν έξω έχουν τους Horrors και τους A Place To Bury Strangers, τα αντίστοιχα ελληνικά indie έχουν μείνει δέκα χρόνια πίσω. Αν και οι Bazooka είναι πολύ καλή μπάντα. Ή οι Exposed by Observers. Αυτά τα γκρουπ έχουν μια δύναμη».

Στο myspace σου έχεις ανεβάσει οτιδήποτε έχει γραφτεί για το δίσκο σου. Μπορεί μια κριτική να επηρεάσει τη μετέπειτα δημιουργία σου;

«Ότι και να γράψουν το σκέφτομαι, όπως όταν μου μιλάει ένας φίλος. Έχω μάθει όμως από το σινεμά και λόγω του πατέρα μου και από τα δικά μου πράγματα, να μη δίνω πολλή σημασία. Την πρώτη φορά που ακούς πολύ άσχημα πράγματα για αυτό που έχεις κάνει είναι πολύ βαρύ. Εσύ το αντιμετωπίζεις σαν παιχνίδι και ξαφνικά βλέπεις κάποιον να το θάβει. Έχω μάθει όμως να τα δέχομαι αυτά χωρίς να δίνω σημασία. Το ίδιο και αν κάποιος γράψει κάτι θετικό. Με κάνει χαρούμενο, αλλά όχι σε σοβαρό επίπεδο. Σα να μου κάνει μια κοπέλα ένα κοπλιμέντο. Με τη Μαίρη είχε τύχει να κάνουμε ένα live που ήταν χάλια και κάποιος είπε ότι ήταν τέλεια. Ε, αυτό καμιά φορά μπορεί να σε μπερδέψει… Επί της ουσίας ξέρεις αν είναι καλό ή κακό αυτό που έχεις κάνει. Στο Please make me dance ας πούμε ξέρω πως είναι καλύτερο ίσως το όλο concept του δίσκου και η ορμή του, παρά ο ίδιος ο δίσκος».

Υπάρχει ένα τραγούδι μέσα, το «Σ’ αγαπάω να της λες», στο οποίο εκφράζεις ένα μίσος για την Αθήνα αλλά ταυτόχρονα δείχνεις πως την αγαπάς. Αυτό το κομμάτι χτύπησε μια φλέβα Τι σκεφτόσουν όταν το έγραφες;

«Αυτό είναι του 2004. Ήταν από τα πρώτα κομμάτια με ελληνικούς στίχους που είχα γράψει. Τότε άκουγα πολύ αστικά πράγματα. Από τη μία άκουγα Lou Reed και από την άλλη Στέρεο Νόβα. Οπότε με έναν τρόπο προσπάθησα να κάνω κι εγώ κάτι τέτοιο. Δεν τους πολυδουλεύω τους στίχους μου. Βγαίνουν λίγο παραληρηματικά. Αλλά κοιτώντας τα λίγο καιρό μετά βλέπω ότι έχουν μια σκέψη και μια βάση από πίσω. Τότε δεν καταλάβαινα τι έγραφα, τώρα καταλαβαίνω καλύτερα».

Ποιοι γράφουν σήμερα καλό ελληνικό στίχο;

«Οι Κόρε Ύδρο μου αρέσουν. Ο Felizol ετοιμάζει μια δουλειά με ελληνικούς στίχους που μου αρέσει πολύ, όπως και ο Bolek, από τους Bolek και Lolek. Ο Άγγελος Κυρίου έχει ενδιαφέρον σε κάποια σημεία... Δεν υπάρχει κάτι που να το ακούω και να με εκφράζει πολύ και μου λείπει. Περισσότερο ακούω παλιά πράγματα…»

Έλεγες σε μια συνέντευξη πρόσφατα ότι οι Mary & The Boy ήταν ποζεράδες. Σήμερα νιώθεις ποτέ ποζεράς;

«Δε νομίζω… Θα ‘θελα να ‘μουνα περισσότερο. Όταν ας πούμε βλέπω τον Πρινς, τον Μάικλ Τζάκσον ή τον Φρέντι Μέρκιουρι, ξέρω ότι δε θα μπορούσα να το κάνω αυτό, όχι μόνο λόγω ταλέντου αλλά και λόγω ψυχολογίας. Όταν είμαι μόνος μου στο σπίτι είμαι περισσότερο ποζεράς. Χορεύω και τραγουδάω με πολύ πιο έντονο τρόπο απ’ ότι σε μια συναυλία. Μου αρέσει να χορεύω, με ξεκλειδώνει, αλλά στις συναυλίες ντρέπομαι. Δεν ξέρω πως εννοεί ο καθένας τη λέξη “ποζεράς”, πάντως εγώ θα ήθελα να είχα μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση».

Πολλές φορές εδώ στην Ελλάδα βλέπουμε συνεχώς κάποια ονόματα στα περιοδικά και όταν πάμε στα live, όχι μόνο έχει ελάχιστο κόσμο, αλλά ακόμα και αυτοί οι λίγοι δεν φαίνεται να ενδιαφέρονται τόσο πολύ για αυτό που γίνεται στη σκηνή. Γιατί συμβαίνει αυτό;

«Τα τελευταία χρόνια υπάρχει το κυνήγι του να βρούμε κάτι καινούριο και να το προβάλουμε. Εγώ πιστεύω πως δεν θα έπρεπε να είμαστε ούτε τόσο ενθουσιώδεις, ούτε τόσο επικριτικοί. Δε νομίζω ότι οι καλλιτέχνες που παρουσιάστηκαν από τα έντυπα ως καλοί δεν ήταν καλοί. Απλά επειδή δεν τρέχει πολύ εδώ η φάση, όλα γίνονται κάπως αργά και πεθαίνουν γρήγορα. Είναι σαν μια σχέση: Aν δεν την τροφοδοτείς, θα πεθάνει. Σου παίρνει τόσα χρόνια να βγάλεις ένα δίσκο και όταν τον βγάλεις, παίζεις live μια στις τόσες. Αυτό πρώτον σε κουράζει και δεύτερον σε κάνει να εξελίσσεσαι υπερβολικά αργά».

Παρ’ όλ’ αυτά η Monika έκανε μεγάλη επιτυχία φέτος. Όλοι την παραδέχτηκαν, αλλά κάποιοι μίλησαν για υπερβολική προβολή. Εσύ πως το είδες;

«Η Monika είναι μια κοπέλα που γράφει πολύ ωραία τραγούδια. Έκανε ό,τι έκανε με τον τρόπο της. Ούτε βγήκε σε υπερβολικά πολλά περιοδικά σε σχέση με την επιτυχία που έκανε, ούτε κανένα χυδαίο videoclip, ούτε πολύ τηλεόραση. Και είμαι σίγουρος ότι είχε προτάσεις για ό,τι μπορείς να φανταστείς. Γυμνή φωτογράφιση, videoclip σε πισίνα με γκόμενους… Τα πάντα! Ε, για την ηλικία της, το γεγονός ότι κατάφερε να κρατήσει ένα προφίλ το οποίο είναι πολύ κοντά στο πως ήταν πριν, λέει πολλά. Αν συνεχίσει να κάνει αυτό που κάνει χωρίς να την πτοήσει το γύρω-γύρω, το οποίο είναι δύσκολο, πιστεύω θα εξελιχθεί ακόμα περισσότερο».

Εσύ κάποτε είχες κάνει μια συναυλία στο σπίτι σου. Ήταν ανοιχτή στον κόσμο;

«Ναι, έμπαινε όποιος ήθελε. Απλά επειδή ήταν 50-60 συγκροτήματα, είπαμε ότι και μόνο οι φίλοι μας να έρθουν θα είμαστε πολλοί. Οπότε δεν το διαφημίσαμε καθόλου, ούτε καν στο internet. Και πράγματι, είχε πολύ κόσμο».

Αυτό είναι μια σπουδαία ιδέα. Δεν είναι όμως λίγο αυτάρεσκο, θα σου πει κάποιος, όταν κάνεις συναυλίες σε bar και το κοινό απαρτίζεται από φίλους και γνωστούς, όπως συμβαίνει συχνά στην indie ελληνική πραγματικότητα;

«Αν κάποιος περνάει καλά με κάτι, ας το κάνει. Αν κάποιος γουστάρει να παίζει για τους φίλους του, εγώ δεν το βρίσκω κακό. Στην τελική δεν σκοτώνουμε και κανέναν. Η αλήθεια είναι η εξής (σκέφτεται για 10 δευτερόλεπτα): Είναι λίγο μπερδεμένο το ζήτημα γιατί στην Ελλάδα δεν υπάρχουν μεσαίες λύσεις. Είτε θα πας προς το “εμπορικό”, είτε θα είσαι στο περιθώριο. Παλιά έλεγα πως πρέπει να τη δω τη μουσική σαν επάγγελμα και αντιμετώπισα αυτά τα ερωτήματα. Τώρα έχω κάπως χαλαρώσει και όλα αυτά τα βλέπω σαν εμπειρίες. Δεν έχω καμία συμπάθεια για τίποτα. Ούτε για underground, ούτε για indie. Έτυχε να παίξω στο Cavo Paradiso στη Μύκονο και να μου συμπεριφερθούν πιο ανθρώπινα από “indie” μαγαζί, το οποίο υποτίθεται πως παρουσιάζει διαφορετικά πράγματα. Έτσι κι αλλιώς ιδεολογίες δεν έχω, οπότε δεν έχω και κολλήματα. Σε κόμματα δεν θα έπαιζα. Αλλά μ’ αρέσει να δοκιμάζω πράγματα. Τώρα ας πούμε παίζουμε στο Σταυρό του Νότου. Με ενδιαφέρει να το δω κι αυτό. Τη μουσική την αντιμετωπίζω σαν αναζήτηση εμπειριών. Αν έχω καταφέρει κάτι, λέμε τώρα, είναι αυτό. Τους τελευταίους πέντε μήνες, έχω παίξει από το Cavo Paradiso της Μυκόνου μέχρι το αναρχικό στέκι των Εξαρχείων. Εγώ το θεωρώ επιτυχία αυτό. Φίλους μπορεί να θέλω συγκεκριμένους, αλλά κοινό όχι. Ας παίξω και σε παππούδες του γηροκομείου. Δεν έχω πρόβλημα».

Πέρα από τη μουσική ασχολείσαι με τη σκηνοθεσία, έπαιξες στον Κυνόδοντα, γράφεις στο Κοντέινερ και ετοιμάζεις και ένα βιβλίο. Είναι βιοποριστικό το θέμα;

«Είσαι ο πρώτος άνθρωπος που το σκέφτηκε (γέλια). Κοίτα, η σκηνοθεσία είναι το βασικό. Πρώτα οι ταινίες και μετά η μουσική. Από κει και πέρα κάποια πράγματα τα κάνω βιοποριστικά, αλλά μου αρέσουν κιόλας. Γράφω άρθρα, κάνω σεμινάρια κινηματογράφου και παίζω DJ στο 6 D.O.G.S. κάθε Πέμπτη. Μου αρέσει να κάνω πολλά πράγματα γιατί μέσα στη μέρα μπαίνεις σε διαφορετικές καταστάσεις με διαφορετικούς ανθρώπους. Είναι ενδιαφέρον».

Μιας και το δικό μας το site είναι μουσικό, να κλείσουμε με το άλμπουμ που ετοιμάζεις, το Κουστουμάκι. Τι θα είναι αυτό;

«Δέκα τραγούδια με ελληνικούς στίχους. Μουσικά, είναι πιο ευάκουστο από το Please make me dance. Είναι πιο ακριβή παραγωγή. Ταυτόχρονα είναι πιο πειραματικό σε ήχο, πιο παράξενο. Έχει πολλά σύνθια, πολλές διαφορετικές μελωδίες που δένουν μεταξύ τους και είναι και πολύ δραματικό, σαν ένα ηλεκτρονικό μελόδραμα. Θα κυκλοφορήσει το Φλεβάρη και τον Απρίλιο θα βγάλουμε άλλο ένα cd με το Felizol, που θα είναι πιο techno. Στα live παίζουμε απ’ όλα. Είχαμε κάνει στις Σέρρες ένα live πρόσφατα και παίξαμε από σκληρή techno μέχρι ζεϊμπέκικο. Και είχαμε καταφέρει να το φτάσουμε να ακούγεται φυσιολογικό. Να το αποδέχονται. Αυτή είναι η λέξη κλειδί, η αποδοχή. Γενικά, σε όλα τα επίπεδα, τα πράγματα πάνε μπροστά όταν αποδέχεσαι ότι μπορούν να συνυπάρξουν».


Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

Tι είδαμε το 2009

Δείτε πως αντιλήφθηκε τη χρονιά που μας πέρασε ένας δημοσιογράφος του ΝΜΕ.
http://www.nme.com/blog/index.php?blog=10&title=33_trends_that_defined_2009&more=1&c=1&tb=1&pb=1

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Δημήτρης Πουλικάκος "Μεταφοραί εκδρομαί ο Μήτσος" (1976)

ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑ
από το avopolis.gr


Για να απαντήσουμε στο ποιος έφτιαξε πρώτος ροκ μουσική με ελληνικούς στίχους, πρέπει να καταλήξουμε πρώτα στο τι είναι ροκ. Ήδη από το 1969, ο Διονύσης Σαββόπουλος είχε ξεκινήσει με το Περιβόλι Tου Tρελού να εντάσσει στοιχεία ροκ μουσικής στα τραγούδια του, ιδίως στη "Θεία Μάνου" και στο "Σαν Ρεμπέτικο Παλιό". Μπορεί τα τραγούδια αυτά να μην είχαν γερές δόσεις ηλεκτρικής κιθάρας, παρουσίαζε όμως μεγάλο ενδιαφέρον η ρυθμική τους ιδιαιτερότητα, όπως μεταδιδόταν από τα πλούσια κρουστά και το δυναμικό μπάσο. Αν πάντως αναζητήσουμε τον πρώτο δίσκο 33 στροφών ο οποίος συνδύασε την ελληνική γλώσσα με μια 100% Δυτική ροκ μουσική, με ριφ δηλαδή ηλεκτρικής κιθάρας αλλά και πιο ακουστικά κομμάτια με ευθεία παραπομπή σε αμερικάνικες φόρμες, τότε θα καταλήξουμε στο Μεταφοραί Εκδρομαί Ο Μήτσος του Δημήτρη Πουλικάκου.

Τα τραγούδια του άλμπουμ αυτού ξεκινούν να γράφονται στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Λίγο μετά ο Πουλικάκος συμμετέχει στα γκρουπ MGC (1967-1969) και Εξαδάχτυλος (1971-1973). Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 οι περισσότεροι όμως τραγουδούν στα αγγλικά, καθώς το αγγλόφωνο ροκ έχει διαδοθεί αρκετά, ιδίως με γκρουπ όπως οι Aphrodite's Child και οι Socrates. Όπως αναγράφεται και στο εσώφυλλο του Μεταφοραί Εκδρομαί Ο Μήτσος, οι ηχογραφήσεις του πραγματοποιήθηκαν το 1972, με την οικονομική συνεισφορά κάποιων φίλων. Για τέσσερα χρόνια ο Πουλικάκος αλλάζει τρεις εταιρίες για να καταφέρει τελικά να κυκλοφορήσει τον δίσκο. Το ρίσκο τελικά παίρνει η Minos, επηρεασμένη ίσως από την απήχηση του άλμπουμ Δέκα Χρόνια Κομμάτια του Σαββόπουλου, που είχε εκδώσει έναν χρόνο πριν η ανταγωνιστική Λύρα.

Η μπάντα που παίζει στο άλμπουμ είναι οι Εξαδάχτυλος, συν κάποιοι πρόσθετοι μουσικοί. Βασική δε επιρροή, όσον αφορά στο μουσικό κομμάτι, αναδεικνύεται με σαφήνεια ο Frank Zappa, ιδίως τα άλμπουμ που κυκλοφόρησε στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Δεν πρόκειται όμως για μια απλή προσαρμογή του Zappa στην Ελλάδα. Πρώτα-πρώτα, δεν είναι διόλου απλό να προσαρμόσεις τον Zappa σε οτιδήποτε. Επιπλέον, ο Πουλικάκος δεν τον μιμείται, αλλά τον έχει αφομοιώσει, με αποτέλεσμα έτσι να χρησιμοποιεί ένα «ζαπικής» αίσθησης χιούμορ ώστε να μιλήσει για μια ολότελα ελληνική πραγματικότητα. Όχι μόνο λοιπόν δεν αποτελούν πηγή αδυναμίας τέτοιες αναφορές, αλλά (μαζί με τη χρήση ελληνικών στίχων) αποδεικνύουν ότι το Μεταφοραί Εκδρομαί Ο Μήτσος δεν έχει μονάχα ιστορική, μα και αισθητική αξία. Φυσικά στον δίσκο, πέρα από τον Zappa, υπάρχει καλλιτεχνική συγγένεια και με τον Σαββόπουλο, ιδίως με το Βρώμικο Ψωμί το οποίο ηχογραφούταν την ίδια περίοδο. Παρόλο που η παραγωγή και η ενορχήστρωση δεν είναι άρτιες, υπάρχει στο άλμπουμ μουσική ποικιλία, στοιχείο δυσεύρετο στα μετέπειτα ελληνικά ροκ άλμπουμ. Συναντά κανείς ακόμα και ρεμπέτικα ("Πες Μου Βρε Τρελή") και ταγκό ("Σαν Δυο Πουλάκια") δίπλα-δίπλα με μια δυναμική ροκ μπάντα με κιθάρα, πλήκτρα, μπάσο, ντραμς, αλλά και μπόλικα πνευστά. Οι στίχοι υπογράφονται όλοι από τον Πουλικάκο (εκτός από τα "Χτεσινά Τρένα" που είναι του Τάσου Φαληρέα), στις συνθέσεις όμως συνεισφέρουν πολλοί. Αξίζει δε να σημειωθεί πως στην πρόσφατη επανέκδοση του άλμπουμ από την ΕΜΙ, από τη μέση και μετά η λίστα των τραγουδιών είναι λάθος, δημιουργώντας σύγχυση στον προσεκτικό ακροατή. Επίσης πρέπει να αναφερθεί πως, για άγνωστους λόγους, το τραγούδι "Μωρό Μου", βασισμένο σε μελωδία του Σταμάτη Σπανουδάκη, δεν συμπεριλήφθη στο cd, όταν αυτό δόθηκε σαν δώρο μαζί με παλιότερο τεύχος του Ποπ & Ροκ.

Πέρα από την καλλιτεχνική αξία του άλμπουμ, που πρέπει οπωσδήποτε να μετράται (και) σε συνδυασμό με την εποχή στην οποία κυκλοφόρησε, το Μεταφοραί Εκδρομαί Ο Μήτσος αποτελεί κι ένα άλμπουμ-καθρέφτη της μεταπολιτευτικής κατάστασης της Ελλάδας. Δεν υπάρχει χούντα πια. Η πτώση της γιορτάστηκε περίτρανα σε στάδια και πλατείες. Τι υπάρχει όμως; Υπάρχει μια χώρα η οποία προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της, με εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων να δουλεύουν σκληρά «πενήντα ώρες τη βδομάδα για δυο πιάτα φασουλάδα λαδερή», ή να «χτυπάνε καρτέλες/κουμπώνουν κονσέρβες», παγιδευμένοι από «άρχοντες του τρόμου». Οι οικονομικά ευκατάστατοι πέφτουν θύματα υπερκατανάλωσης ("Στο Σουπερμάρκετ"), οι γιατροί εκμεταλλεύονται τους φτωχούς ασθενείς τους ("Ο Γιατρός Παιδιά"), ενώ οι 25άρηδες ξεχνούν το επαναστατικό παρελθόν τους κατά τη δικτατορία, για χάρη της εργασίας που τους παρέχει τα προς το ζην ("Κάλλιο Μιας Ώρας"). Από την άλλη μεριά, τα ερωτικά τραγούδια ("Πες Μου Βρε Τρελή", "Μωρό Μου", "Σαν Δύο Πουλάκια") είναι το ίδιο σατιρικά με τα κοινωνικοπολιτικά. Ελπίδα δεν υπάρχει πουθενά. Στον δρόμο αυτό, της ματαιότητας προς όλες τις κατευθύνσεις, θα συνεχίσει και η πλειοψηφία των μετέπειτα στιχουργών του ελληνικού ροκ.

Σήμερα, 33 χρόνια μετά την κυκλοφορία του Μεταφοραί Εκδρομαί Ο Μήτσος, έχουν αλλάξει πολλά. Μια μεγάλη μερίδα των καλλιτεχνών που ξεκίνησαν τη δράση τους τη δεκαετία του 1960 και του 1970 έχουν κατηγορηθεί κατά καιρούς ότι αποτελούν πια μέρη του συστήματος, ασχέτως αν η λέξη «σύστημα» προϋποθέτει μια οργάνωση η οποία στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ, για διάφορους λόγους. Από τη δεκαετία του 1990 και μετά ο Πουλικάκος κατακρίθηκε κι αυτός για τη συμμετοχή του σε τηλεοπτικά σήριαλ ή για τα jingles αλλά και τα διαφημιστικά στα οποία δάνειζε κατά καιρούς τη φωνή του. Σήμερα ο ίδιος συνεχίζει να τραγουδάει πολλά από τα τραγούδια του δίσκου σε κλαμπ της Αθήνας, λίγο-πολύ στα ίδια μαγαζιά στα οποία εμφανιζόταν και κατά τη δεκαετία του 1970. Στα Εξάρχεια και στη Βικτώρια (όπου μένει), τον φωνάζουν «Μητσάρα» ή «Θείο Νώντα», από το ραδιοφωνικό του παρατσούκλι. Κατά καιρούς οι δημοσιογράφοι του παίρνουν συνεντεύξεις ή του δίνουν βήμα λόγου σε ντοκιμαντέρ σχετικά με την ιστορία του ελληνικού ροκ. Ο ίδιος ποτέ δεν υπερηφανεύτηκε ότι έφερε τον ελληνικό στίχο στο ροκ και ποτέ δεν έγινε σύμβολο του τελευταίου, όπως ο Παύλος Σιδηρόπουλος. Ίσως επειδή έζησε. Και μάλιστα έζησε την παρακμή της δεκαετίας του 1990. Θυμίζει έτσι λίγο, τηρουμένων ασφαλώς των αναλογιών, τον Chuck Berry, τον Jerry Lee Lewis και τον Little Richard, στους οποίους, ενώ ζουν ακόμα, ελάχιστοι δίνουν σημασία, ενώ οι συνεχιστές τους γεμίζουν στάδια και οι αποθνήσκοντες σταμπάρουν τις φάτσες τους σε μπλουζάκια.

Για το τέλος, ας μου επιτραπεί μια προσωπική εξιστόρηση. Πριν από μερικούς μήνες συνάντησα τον κ. Πουλικάκο στην Πλατεία Βικτωρίας. Μιας και του είχα πάρει προ καιρού συνέντευξη για το Avopolis Greek, πήγα και του μίλησα. Όταν του είπα πως είχα αγοράσει πρόσφατα το Μεταφοραί Εκδρομαί Ο Μήτσος ξαφνιάστηκε. «Πού το βρήκες; Πόσα αντίτυπα είχαν μείνει;». Δεν το είχε σε cd, ούτε του το είχαν στείλει από την εταιρία. Θα πήγαινε να το πάρει την επομένη. Δύο αντίτυπα. Το ένα γι' αυτόν και το άλλο για το εγγόνι του.

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

Σαββόπουλος: Συνέντευξη τύπου

Χτες, 3/12/2009, πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη τύπου για το αφιέρωμα του Διονύση Σαββόπουλου στα 60's.
Με δημοσιογράφους και κάμερες, ο Διονύσης Σαββόπουλος εξήγησε με λεπτομέρειες όλα τα events που θα δούμε από τα μέσα Δεκεμβρίου μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου: Tις παραστάσεις του στο Παλλάς, τα παραμύθια στο Μικρό Παλλάς, τις συναυλίες στο City Link και στο Μετρό Συντάγματος, τις ομιλίες και τις εκθέσεις. Στο πάνελ βρίσκονταν μεταξύ άλλων η Σώτη Τριανταφύλλου και ο Παύλος Τσίμας.
Σε ένα σημείο της ομιλίας του, ο Σαββόπουλος είπε πως η δεκαετία που τελειώνει σε λίγες μέρες ήταν η χειρότερη που έχει ζήσει. Ακούγωντας τη διαπίστωση αυτή, ένας δημοσιογράφος τον ρώτησε τι εννοούσε όταν τραγουδούσε για "το ροκ του μέλλοντός μας". Ο Σαββόπουλος απάντησε με γενικολογίες. Και όταν κατάλαβε πως δεν έβρισκε κάτι εύστοχο να πει, προσέθεσε: "Έχω μια αδυναμία να απαντήσω στην ερώτηση, με συγχωρείτε", χτυπώντας ελαφρά το χέρι στο τραπέζι. Ήταν η πρώτη φορά που τον άκουσα τόσο ευάλωτο και ειλικρινή.
Ο πυρήνας των εκδηλώσεων θα είναι φυσικά οι 10 συναυλίες που θα δώσει στο Παλλάς, οι οποίες ξεκινούν στις 18/12. Στο πρώτο μέρος θα παρουσιάσει τραγούδια από το "Φορτηγό" και στο δεύτερο από το "Περιβόλι του τρελού". "Καλή επιτυχία και καλή δύναμη", του είπα φεύγωντας από την εκδήλωση. "Ναι σαι καλά αγόρι μου", απάντησε χαμογελώντας. Θα είμαι.

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

Ποίημα


Όσο μπορείς
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον. Όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες. Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την, γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την στων σχέσεων και των συναναστροφώντην καθημερινήν ανοησία, ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

[Κωνσταντίνος Καβάφης, 1913]

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

Νέο cd από τη Σκάρλετ Γιόχανσον...


Συνέντευξη Pet Shop Boys


ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑ
από το FAQ 77

Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια τη δεκαετία του ’60 στην Αγγλία;«Γεννήθηκα στο Νορθ Σιλντς και όταν ήμουν τεσσάρων χρονών μετακομίσαμε σε ένα νέο σπίτι στο Νιουκάστλ. Ο πατέρας μου ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος και η μητέρα μου ασχολούνταν με τα του σπιτιού. Μέσα στο σπίτι ακούγαμε κυρίως μουσική από το ραδιόφωνο, αλλά η μητέρα μου είχε και κάποιους δίσκους 78 στροφών. Το πρώτο τραγούδι που θυμάμαι είναι το “My foolish heart”, που πρωτακούστηκε στην ομώνυμη ταινία του 1949. Γενικώς τότε ακούγαμε μουσική από ταινίες, όπως ας πούμε το “Dream of Olwen”. Ήταν πολύ ρομαντικά τραγούδια αυτά…».

Θυμάστε τον πρώτο δίσκο που αγοράσατε ο ίδιος;«Το “Girl don’t come” της Σάντι Σο. Ήταν Νο 1 στην Αγγλία. Το αγόρασα το 1964 σε ηλικία εννιά ετών. Μου είχαν δώσει κάποια χρήματα για τα Χριστούγεννα. Πήγα λοιπόν σε ένα δισκοπωλείο στο Νιουκάστλ και επέλεξα αυτό τον δίσκο. Είναι περίεργο, αλλά μου αρέσει ακόμα και σήμερα το ίδιο. Φαντάσου ότι το έχω στο i-pod μου».

Πότε πιάσατε στα χέρια σας μουσικό όργανο;«Σε ηλικία δώδεκα ετών ζήτησα για δώρο γενεθλίων μία κιθάρα. Έμαθα να παίζω μόνος μου και ύστερα κατάφερα να περάσω τις συγχορδίες που έμαθα στο πιάνο, το οποίο ήδη βρισκόταν στο σπίτι μας. Όταν ήμουν δεκαπέντε, φτιάξαμε με τους φίλους μου ένα γκρουπ που λεγόταν Dust, το οποίο ήταν πολύ επηρεασμένο από τους Incredible String Band. Παίζαμε με ακουστικές κιθάρες, γιατί δεν είχαμε χρήματα για ηλεκτρικό εξοπλισμό. Το ’72 μετακόμισα στο Λονδίνο και μοιραζόμουν ένα διαμέρισμα με φίλους. Εκεί αγόρασα ένα πιάνο και ξεκίνησα να γράφω τα πρώτα καλά μου τραγούδια. Πέρασα από διάφορες οντισιόν που δεν με έβγαλαν πουθενά, αλλά συνέχιζα. Μέχρι να γνωρίσω τον Κρις (σ.σ.: Λόου, έτερο ήμισυ των Pet Shop Boys) είχα γράψει δεκάδες τραγούδια. Γνωριστήκαμε το 1981 σε ένα κατάστημα ηλεκτρικών ειδών του Κινγκς Ρόουντ, όπου είχα πάει να αγοράσω ένα συνθεσάιζερ, και λίγο μετά ξεκινήσαμε να γράφουμε μαζί».

Πώς προέκυψε το όνομα Pet Shop Boys;«Ο Κρις είχε κάτι συμφοιτητές στο δυτικό Λονδίνο, οι οποίοι τα Σάββατα δούλευαν σε ένα pet shop (σ.σ.: κατάστημα που πουλάει κατοικίδια). Οπότε τους αποκαλούσαμε Pet Shop Boys. Τότε υπήρχαν γκρουπ όπως οι Peech Boys και οι Beastie Boys. Μας άρεσε λοιπόν το όνομα αυτό, γιατί παρέπεμπε σε χιπ χοπ γκρουπ. Όταν πήγαμε να φτιάξουμε τον πρώτο μας δίσκο δεν είχαμε όνομα, οπότε το αποφασίσαμε σχετικά γρήγορα και από τότε μας έμεινε».

Ισχύει ότι μισούσατε τη ροκ μουσική τότε;
«Κοίτα, μου άρεσαν κάποια τραγούδια, αλλά αυτό που με απωθεί από τη ροκ μέχρι και σήμερα είναι το γεγονός ότι είναι αυτάρεσκη μουσική. Και πέρα από αυτό, συνεχώς επιστρέφει στο παρελθόν, στη μουσική των Beatles και των Rolling Stones. Όποτε ένα γκρουπ λέει ότι πειραματίζεται, θα σου πει πολύ περήφανα ότι εισάγει στα κομμάτια του συνθεσάιζερ και samplers. Ε, και τι είναι αυτά λοιπόν; Είναι ο βασικός εξοπλισμός της dance μουσικής. Γιατί αυτή είναι η μουσική που προχωράει σήμερα».

Λένε πως η ροκ έφτασε σε μια κορύφωση τη δεκαετία του ’60. Πιστεύετε πως η dance μουσική έφτασε στη δική της κορύφωση τη δεκαετία του ’80 ή δεν την έχει φτάσει ακόμα;
«Νομίζω τη δεκαετία του ’80 έφτασε σε μεγάλα ύψη. Η dance μουσική έχει να κάνει με τη δημιουργία ενός νέου ήχου και ενός νέου ρυθμού. Τη φτιάχνουν και την ακούνε ενθουσιώδεις άνθρωποι, οπότε πρέπει να αλλάζει συνεχώς. Δεν ξέρω αν θα ακούσουμε καλύτερα πράγματα από αυτά που έχουμε ήδη ακούσει, αλλά πιστεύω βαθιά πως η μουσική αυτή θα σημειώσει περαιτέρω εξέλιξη. Άλλωστε η μουσική εξελίσσεται μέσω της τεχνολογίας. Τo rock ’n’ roll ήρθε με τις ηλεκτρικές κιθάρες. Ύστερα ήρθαν τα συνθεσάιζερ και εμφανίστηκε η ηλεκτρονική μουσική των Kraftwerk. Και μετά ήρθαν τα samplers. Οι Pet Shop Boys βγήκαν την ίδια εποχή με τα samplers».

Ένας μουσικός που δεν έχει μεγάλο συνθετικό ταλέντο μπορεί να φτιάξει καλή dance μουσική, αν ξέρει να χειρίζεται άψογα την τεχνολογία;
«Πρέπει να έχεις έμφυτο χάρισμα για να γράψεις ένα τραγούδι, σε όποιο μουσικό είδος κι αν κινείσαι. Είναι όπως με την ομορφιά. Νομίζω πως οι άνθρωποι υποτιμούν το γεγονός ότι η ομορφιά είναι ένα ταλέντο. Όμως, με τα χρόνια η ομορφιά φθείρεται. Ε, λοιπόν, το ίδιο συμβαίνει και με το ταλέντο. Αν και τώρα που το σκέφτομαι, πολλοί άνθρωποι ομορφαίνουν όσο μεγαλώνουν». (γέλια)

Είναι πιο απλό να φτιάξεις ένα τραγούδι που κάνει τους ανθρώπους να χορεύουν ή ένα τραγούδι που τους κάνει να κλαίνε;«Νομίζω πως μπορείς να τα πετύχεις και τα δύο. Πολλά τραγούδια των Pet Shop Boys είναι χαρούμενα και λυπημένα ταυτόχρονα. Οι στίχοι τους βλέπουν μπροστά κοιτάζοντας πίσω. Έτσι είμαστε και ως άνθρωποι, και αυτά τα γλυκόπικρα συναισθήματα προσπαθούμε να εκφράσουμε».

Τι είναι αυτό που κάνει τη μουσική τόσο σημαντική για τη ζωή μας;«Η μουσική, όπως κάθε μορφή τέχνης, εκφράζει το πώς αντιλαμβανόμαστε όλα όσα ζούμε. Μέσα από μουσική, λέξεις και εικόνες η τέχνη μάς κάνει να καταλαβαίνουμε καλύτερα τις εμπειρίες μας. Και πέρα από αυτό, μας εξυψώνει, μας πετάει πάνω από τη ζωή και έτσι μας δίνει μια πιο ολοκληρωμένη θέα της πραγματικότητας».

Ποιες είναι οι βασικές διαφορές σας με τον Κρις Λόου;«Η βασικότερη διαφορά είναι ότι είμαστε εντελώς διαφορετικοί. (γέλια) Ο Κρις προέρχεται από οικογένεια μουσικών και άρχισε να μαθαίνει πιάνο σε πολύ μικρή ηλικία. Ο παππούς του έπαιζε τρομπόνι επαγγελματικά στο Λας Βέγκας και είχε γνωρίσει μεγάλη επιτυχία με ένα τζαζ γκρουπ. Βέβαια, πρόσφατα ανακάλυψα πως και ο δικός μου παππούς τη δεκαετία του ’30 έπαιζε μπάντζο για ένα διάστημα. Αλλά γενικώς η οικογένειά μου δεν είχε ιδιαίτερη μουσική παράδοση και, όπως προείπα, είμαι αυτοδίδαχτος. Όταν ξεκινήσαμε να παίζουμε με τον Κρις, έβλεπα πως αντιλαμβανόταν διαφορετικά κάποια πράγματα, όπως τις γραμμές του μπάσου ή τις ρυθμικές εναλλαγές. Ενώ εγώ ήμουν καλός στις εναλλαγές των συγχορδιών, γιατί είχα εξασκηθεί παίζοντας τραγούδια των Beatles και του Ντέιβιντ Μπόουι. Μέχρι και σήμερα δουλεύουμε εντελώς διαφορετικά. Ο Κρις λειτουργεί περισσότερο με το ένστικτο, πράγμα που θαυμάζω, ενώ η δική μου προσέγγιση είναι λιγότερο αυθόρμητη. Όσον αφορά τον χαρακτήρα μας, εγώ είμαι περισσότερο της μέρας και ο Κρις είναι της νύχτας. (γέλια) Δεν είναι εντελώς αλήθεια αυτό, αλλά είναι ο πιο σύντομος τρόπος να σου εξηγήσω τις διαφορές μας…».

Προτιμάτε την ηρεμία του στούντιο ή την ένταση των συναυλιών;
«Είναι δύο τελείως διαφορετικά πράγματα. Στο στούντιο το να νιώθεις ότι δημιουργείς κάτι καλό είναι πολύ συναρπαστικό, αλλά μπορεί να γίνει και πολύ βαρετό, αν δεν έχεις έμπνευση ή έχεις κολλήσει σε κάτι. Βέβαια και οι περιοδείες μπορεί να γίνουν κουραστικές, αλλά εκεί έχεις τη θετική ενέργεια του κόσμου. Όμως, οι Pet Shop Boys έχουν ως βάση τους τη δημιουργία των τραγουδιών και την ηχογράφησή τους στο στούντιο. Αν λοιπόν δεν κάναμε περιοδείες, όπως γινόταν τη δεκαετία του ’80, θα ήμασταν έτσι κι αλλιώς σήμερα οι Pet Shop Boys, όμως χωρίς το στούντιο δεν θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε».

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του «Pandemonium tour» που θα περάσει και από την Ελλάδα;
«Δουλέψαμε με μια σχεδιάστρια θεατρικών χώρων. Στο μουσικό κομμάτι μάς βοήθησε πολύ και ο παραγωγός Στιούαρτ Πράις, που έκανε την παραγωγή στο τελευταίο άλμπουμ των Killers και έχει γράψει το “Hung up” μαζί με τη Μαντόνα. Έχουμε χωρίσει τη συναυλία σε τέσσερα μέρη και τα τραγούδια εναλλάσσονται σαν χρώματα. Θέλαμε να συνδέσουμε τη μουσική με το οπτικό θέμα για να φτιάξουμε μια έντονη και συναρπαστική εμπειρία. Την ίδια στιγμή προσπαθούμε να μην αποσπούμε την προσοχή του κοινού από τα ίδια τα τραγούδια. Γενικά νομίζω πως τα σόου των Pet Shop Boys δεν μοιάζουν με κανενός άλλου».

Ιδέες για τραγούδια πώς σας έρχονται;
«Γράφω συνεχώς ιδέες σε χαρτιά. Ακόμα κι αν είναι δύο λέξεις ή ένας τίτλος ή ένα θέμα. Όταν συναντιόμαστε με τον Κρις, ρωτάμε ο ένας τον άλλον: “Έχεις τίποτα;”. Συνήθως αυτός φέρνει μια μουσική ιδέα κι εγώ μια στιχουργική. Αλλά πολύ συχνά γράφω κι εγώ μουσική. Το “West End girls”, ας πούμε, το έγραψα στο πιάνο μου τη δεκαετία του ’70. Προσπαθούσα να γράψω ένα τραγούδι σε στυλ Μπάρι Γουάιτ».

Στην έμπνευση πιστεύετε;
«Ναι, αλλά πιστεύω και στη σκληρή δουλειά, ακόμα κι αν ακούγεται κλισέ. Πάντως, η έμπνευση είναι ένα μαγικό πράγμα όταν συμβαίνει. Καμιά φορά σου έρχεται μια μελωδία μαζί με στίχους, κανονικό τραγούδι, έτοιμο. Έτσι γράφτηκε το “It’s a sin”».