Σάββατο 6 Ιουνίου 2009
Παρασκευή 5 Ιουνίου 2009
Δευτέρα 1 Ιουνίου 2009
Ένα ενδιαφέρον βιβλίο: "Το θαύμα της αναπνοής"

«Το θέμα του βιβλίου είναι πάντα ένα άλλοθι. Αγκιστρώνομαι από μια κεντρική ιδέα –αυτήν τη φορά πρόκειται για την παράξενη ιστορία ενός νέου άντρα, ο οποίος μπλέκεται στα γρανάζια μιας ύποπτης εταιρείας με σκοπό τον γρήγορο πλουτισμό– για να υπογραμμίσω τελικά αυτό που με απασχολεί περισσότερο. Πώς δηλαδή διαχειριζόμαστε τη ζωή μας, τι πραγματικά θέλουμε να κάνουμε στον χρόνο που μας αναλογεί πάνω σ’ αυτό τον κόσμο. Η έμπνευση για “Το θαύμα της αναπνοής” ήταν μάλλον συνέπεια μιας σχεδόν καταθλιπτικής περιόδου που περνούσα την εποχή που ξεκίνησα τη συγγραφή του βιβλίου, ωστόσο αυτή η δυσάρεστη περίοδος μου έκανε δώρο αυτό το μυθιστόρημα».
Ο ήρωας χαραμίζει την προσωπική του ελευθερία για χάρη των χρημάτων. Μπορεί κανείς να το αποφύγει αυτό ή βρισκόμαστε όλοι στο έλεος των αφεντικών μας;
«Όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο βεβαιώνομαι ότι οι άνθρωποι έχουν μια καταναγκαστική, σχεδόν μαζοχιστική σχέση με τα αφεντικά τους. Πολλές φορές αναζητούν ή ακόμα επινοούν ένα αφεντικό, ενώ θα μπορούσαν να κινούνται ελεύθερα – ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Κατά κάποιο τρόπο, τα χρήματα αποτελούν το τέλος των επιθυμιών, του μεγάλου ονείρου της ελευθερίας. Το ερώτημα λοιπόν είναι αν κατά τη διάρκεια της αναζήτησης ξεχνάμε κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες, δηλαδή, τους ίδιους τους εαυτούς μας».

Η αγωνία του «τι θα γίνει στο τέλος» είναι απαραίτητο στοιχείο για τη διατήρηση του ενδιαφέροντος σε ένα μυθιστόρημα;
«Όχι ακριβώς. Είμαι λάτρης των συγκινησιακά φορτισμένων “τελευταίων σελίδων” ενός βιβλίου, ωστόσο το μυθιστόρημα δεν είναι φιλμ, επομένως ο συγγραφέας δεν οφείλει να συμπεριφέρεται ως παραμυθάς, ως εκείνος που θα διηγηθεί απλώς μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Ο ασκημένος αναγνώστης απολαμβάνει ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα “ξεχνώντας” ότι κάποτε θα τελειώσει».
Πόσο χρήσιμο είναι το επάγγελμα ενός συγγραφέα σήμερα;
«Όχι ιδιαίτερα... Οι συγγραφείς –κυρίως, στην Ελλάδα– δεν διαθέτουν τον απαραίτητο χώρο για να γίνουν ιδιαίτερα αναγνωρίσιμοι, επομένως οι απόψεις τους δεν φτάνουν πολύ εύκολα στο κοινό. Όμως, το ευχάριστο είναι ότι υπάρχουν ακόμη πολλοί εραστές του βιβλίου, φανατικοί βιβλιοφάγοι, που σε κάνουν να πιστεύεις ότι ένα βιβλίο μπορεί τελικά να διαμορφώσει, ακόμη και ν’ αλλάξει τη ζωή ενός ανθρώπου».
Θεωρείτε τις πωλήσεις ενός βιβλίου σημαντικό κριτήριο της αξίας του;
«Σε καμία περίπτωση. Ο τρόπος που κινείται η αγορά του βιβλίου είναι εντελώς απρόβλεπτος και, φυσικά, το πόσο πουλάει ένα βιβλίο δεν έχει να κάνει με τη λογοτεχνική αξία του. Ωστόσο, τα καλά βιβλία πρέπει να πουλάνε, πρέπει δηλαδή να προσεγγίζουν τους αναγνώστες. Μην ξεχνάμε ότι, στην τελική ανάλυση, ένα βιβλίο γράφεται για να διαβαστεί».
Τετάρτη 20 Μαΐου 2009
Απόψε κάτι διαφορετικό: Σίλβιο Μπερλουσκόνι

O Δημήτρης Δεληολάνης είναι γνωστός στην Ελλάδα ως ανταποκριτής της ΕΡΤ και της εφημερίδας «Έθνος» στην Ιταλία, ζώντας στη Ρώμη από το 1967. Παρακολουθώντας από κοντά επί χρόνια την πολιτική κατάσταση της γείτονος χώρας, πρόσφατα εξέδωσε μια βιογραφία του πρωθυπουργού της Σίλβιο Μπερλουσκόνι, όπου παρουσιάζει την ανέλιξή του στην ιταλική πολιτική σκηνή και ασκεί κριτική στη δράση του.
ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑ
Τι σας έδωσε το έναυσμα να γράψετε το βιβλίο αυτό και ποιους ανθρώπους αφορά;
«Το βιβλίο είναι στην ουσία ένα μεγάλο ρεπορτάζ, μια δημοσιογραφική έρευνα γύρω από τον Μπερλουσκόνι, όχι μόνο όπως είναι σήμερα, ένας ιδιόρρυθμος πολιτικός που έχει υπνωτίσει τους Ιταλούς, αλλά από τα πρώτα κιόλας βήματά του ως επιχειρηματίας, αρχικά στις οικοδομικές επιχειρήσεις κι στη συνέχεια με μεγαλοφυή διορατικότητα στα κανάλια. Αισθάνθηκα την ανάγκη να καταγράψω διεξοδικά όλα τα μυστήρια που συνοδεύουν την κεραυνοβόλα ανάδειξή του, τα οποία δεν μπορούσαν να χωρέσουν στα στενά όρια μιας ανταπόκρισης. Όλη αυτή η πορεία, που σχετίζεται με πολλά από τα λεγόμενα “ιταλικά μυστήρια” των περασμένων δεκαετιών, από τη μυστική μασονική Στοά Π2 ώς την Κόζα Νόστρα, θεώρησα ότι είναι ενδιαφέρον να γίνει γνωστή ώστε να είναι σε θέση και ο έλληνας αναγνώστης να προσεγγίσει το φαινόμενο Μπερλουσκόνι και να μπορέσει να βγάλει ενδεχομένως χρήσιμα συμπεράσματα. Κι εξηγούμαι: Ο Μπερλουσκόνι δεν είναι μόνο ο διεθνής γελωτοποιός που γνωρίζουμε από τα ΜΜΕ· είναι κι ένας από τους πλουσιότερους και ισχυρότερους ανθρώπους της Ευρώπης, με τον πλούτο του και την πολιτική ισχύ του να οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στον σχεδόν μονοπωλιακό έλεγχο της τηλεόρασης. Αυτό ακριβώς πρέπει να μας προβληματίζει».
Μπορεί μια ανάλυση του έργου ενός πολιτικού ηγέτη να είναι αντικειμενική και να μην περάσει από το φίλτρο των απόψεων του ανθρώπου που τη φτιάχνει;
«Το βιβλίο μου δεν είναι και δεν θέλει να είναι “αντικειμενικό”. Είναι μια κριτική βιογραφία, που επικεντρώνεται προπάντων σε περιστατικά που ο ίδιος ο Μπερλουσκόνι έκανε τα πάντα προκειμένου να μείνουν κρυφά: ποιος τον χρηματοδότησε όταν ξεκινούσε τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες; Γιατί από τα πρώτα βήματά του κρύφτηκε πίσω από αχυρανθρώπους; Γιατί οι δύο πιο στενοί συνεργάτες του, ο Μαρτσέλο ντελ’ Ούτρι και ο Τσέζαρε Πρέβιτι καταδικάστηκαν ο πρώτος (πρωτοβάθμια) για συνεργασία με τη μαφία και ο δεύτερος (τελεσίδικα) για διαφθορά δικαστών; Γιατί χρησιμοποίησε την πολιτική ιδιότητά του για να σταματήσει τους εισαγγελείς που έκαναν έρευνες γι’ αυτόν; Και το βασικότερο: Γιατί κατέβηκε στον πολιτικό στίβο; Σε όλα αυτά τα ερωτήματα προσπάθησα να δώσω μια απάντηση ψάχνοντας σε δικογραφίες, δημοσιεύματα, καταγγελίες και μαρτυρίες τις οποίες, αν και ο Μπερλουσκόνι δεν είναι σε θέση να διαψεύσει, προσπάθησε να τις αποσιωπήσει».
Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι, ενώ υποτίθεται πως ζούμε την εποχή της τιμωρίας του καπιταλισμού, φιγούρες όπως ο Μπερλουσκόνι εξακολουθούν να κυριαρχούν;
«Η άλλοτε κραταιά ιταλική αριστερά πληρώνει ακόμη το κόστος της οδυνηρής πολιτικής ήττας που υπέστη στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Σε αυτή την κρίση προστέθηκε εκείνη που παρέσυρε όλο το πολιτικό σύστημα με την υπόθεση “Καθαρά χέρια”, στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Από τα ερείπια της ιταλικής πολιτικής σκηνής αναδύθηκε ένας ιδιόμορφος λαϊκισμός, που ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του Μπερλουσκόνι και προβάλλει μια εικονική πραγματικότητα: τον μύθο του “αυτοδημιούργητου ηγέτη”, που είναι “κοντά στον λαό” αφού συμμερίζεται τα “ενδιαφέροντά” του: ποδόσφαιρο, γυναίκες, χρήμα. Με άλλα λόγια, η σαπουνόπερα στην εξουσία. Πώς συνέβη αυτό; Το βιβλίο δίνει κάποιες εξηγήσεις: μια χώρα βαθιά συντηρητική, χωρίς ισχυρή εθνική ταυτότητα, στην αέναη αναζήτηση ενός ισχυρού ηγέτη είτε αυτός ονομάζεται Μουσολίνι είτε Κράξι είτε Μπερλουσκόνι».
Πόσο καθοριστική θεωρείτε πως ήταν η ανάμειξή του με τα ΜΜΕ για τη μετέπειτα πολιτική πορεία του;
«Η ανάμειξή του με τα ΜΜΕ σαφώς και είναι καθοριστική. Οποιαδήποτε ανοησία επαναλαμβανόμενη διαρκώς από τα κανάλια μετατρέπεται σε αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Κοιτάξτε τι έγινε με την αναγγελία του διαζυγίου που ζήτησε η σύζυγος του Μπερλουσκόνι, η Βερόνικα Λάριο, με την κατηγορία ότι “πηγαίνει με ανήλικες”. Ο Μπερλουσκόνι δικαιολόγησε τη συμμετοχή του στο πάρτι για τα δεκαοχτώ χρόνια μιας τηλεοπτικής γλάστρας, λέγοντας ότι ο πατέρας της, ένας κλητήρας του δήμου της Νάπολης, “τον προσκάλεσε”. Κι εκείνος πήρε αμέσως το αεροπλάνο του από το Μιλάνο και πέταξε στο πάρτυ της μικρής, εν ονόματι της παλιάς (αλλά μυστηριώδους) φιλίας με τον πατέρα. Ο οποίος πατέρας υποτίθεται ότι ήταν παλιός οδηγός του Κράξι, αυτό όμως στην πορεία αποδείχτηκε αναληθές. Μόνο όταν ελέγχεις πλήρως το σύστημα πληροφόρησης μπορείς να ελπίζεις ότι η κοινή γνώμη δεν θα ζητήσει πιο πειστικές εξηγήσεις».
Πιστεύετε πως το πρόσφατο διαζύγιο και το γεγονός ότι συμπεριέλαβε νεαρές καλλονές στα ψηφοδέλτια του κόμματός του έχουν αμαυρώσει την εικόνα του;
«Οι δημοσκοπήσεις δίνουν στο ενιαίο κόμμα του Μπερλουσκόνι, τον Λαό της Ελευθερίας, το 47%. Μαζί με τη Λέγκα του Βορρά η κεντροδεξιά ξεπερνά την απόλυτη πλειοψηφία. Ο Μπερλουσκόνι έχει δίκιο όταν λέει ότι οι Ιταλοί γνωρίζουν καλά το ασυμβίβαστο ανάμεσα στην πολιτική του ιδιότητα και την ιδιοκτησία των ΜΜΕ, αλλά εξακολουθούν να τον ψηφίζουν. Είναι όμως, επίσης, αλήθεια ότι η αριστερά ποτέ δεν απαίτησε να ρυθμιστεί νομοθετικά αυτή η κραυγαλέα ανωμαλία. Το αποτέλεσμα ήταν η παράλυση και η αδυναμία να ασκηθεί αξιόπιστη αντιπολίτευση. Η ατάκα που κυκλοφορεί στην Ιταλία είναι ότι η μόνη ελπίδα της κεντροαριστεράς είναι να αναλάβει την ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος η Βερόνικα Λάριο. Στο βιβλίο αναφέρομαι διεξοδικά σε αυτήν τη γοητευτική κυρία, πρώην ηθοποιό, από αριστερή οικογένεια, που δεν δίστασε ποτέ να διαχωρίσει τη θέση της από τις επιλογές του πληθωρικού συζύγου της σε καίρια θέματα, όπως ο πόλεμος στο Ιράκ ή η κοινωνική θέση της γυναίκας στην ανδροκρατούμενη Ιταλία».
Όντας κάτοικος της Ιταλίας τα τελευταία σαράντα χρόνια, ποιες είναι οι κύριες διαφορές του πολιτικού της συστήματος και σκηνικού σε σχέση με την Ελλάδα;
«Κάποτε μιλούσαμε για “ιταλοποίηση” της ελληνικής πολιτικής, τώρα είναι η ιταλική πολιτική που “εξελληνίζεται”, αφού υιοθετήθηκε το δικό μας εκλογικό σύστημα και αρχίζει να επικρατεί το δικομματικό σύστημα. Όμως οι ομοιότητες σταματούν εδώ. Άκουσα κατά καιρούς διάφορους σχολιαστές να σημαίνουν τον κώδωνα κινδύνου για τη βαθιά κρίση του δικού μας πολιτικού συστήματος και για τον κίνδυνο να αναδειχθεί ένας “έλληνας Μπερλουσκόνι”. Νομίζω ότι το φαινόμενο Μπερλουσκόνι δεν είναι προς εξαγωγή, αν και παραμένει και σε μας ο κίνδυνος του τηλεοπτικού λαϊκισμού. Χωρίς ένα ελεύθερο, νηφάλιο και υπεύθυνο σύστημα πληροφόρησης δεν υπάρχει ούτε ελευθερία ούτε δημοκρατία. Να ένας ακόμη λόγος για να ενημερωθούμε καλύτερα για το τι συνέβη στη γειτονική Ιταλία».
Θα θέλατε έναν άνθρωπο σαν τον Μπερλουσκόνι για φίλο σας;
«Τα ανέκδοτα που λέει είναι παλιά και κρύα και οι παρέες του αποκρουστικές: φασίστες, μασόνοι, μαφιόζοι, τηλεοπτικές γλάστρες, δουλοπρεπείς δημοσιογράφοι. Πώς μπορείς να αισθάνεσαι άνετα σε ένα τέτοιο περιβάλλον;».
Συνέντευξη FSOL
ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑΠώς νιώθετε για τη συναυλία σας στην Αθήνα, την πρώτη σας μετά από δώδεκα χρόνια;
«Βασικά, μόλις δώσαμε μια συναυλία στο Bloc Festival της Αγγλίας, την πρώτη μας από το 1997. Όμως, ναι, στην Αθήνα θα είναι η πρώτη μας μεγάλη συναυλία μετά από όλα αυτά τα χρόνια. Το Bloc Festival μας έδωσε την ώθηση να ξεκινήσουμε ξανά και τώρα έχουμε μια καλύτερη ιδέα του τι θέλουμε να κάνουμε. Το όλο πράγμα αρχίζει να γίνεται ενδιαφέρον».
«Νομίζω πως ναι. Έχει να κάνει με τη συναισθηματική σύνδεση και δεν χρειάζεται να βρίσκεται το σώμα σου κάπου για να τη δημιουργήσεις. Οι άνθρωποι μαγεύονται από ταινίες ή τηλεοπτικά προγράμματα, γεγονός που αποδεικνύει πως αυτό που σου περιγράφω μπορεί να συμβεί. Μπορεί να μην είναι εύκολο, αλλά μας προσφέρει έναν ενδιαφέροντα τρόπο να παρουσιάσουμε το σόου μας. Έχουμε αυτοπεποίθηση σε αυτό που κάνουμε και πιστεύουμε ότι θα φτάσουμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα, ακόμα κι αν από τεχνολογικής πλευράς δεν είναι ακόμα όλα τέλεια».
Θα σας άρεσε να γίνονται όλες οι συναυλίες έτσι στο μέλλον;
«Όχι, καθόλου. Απλά νομίζουμε ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να παρουσιάσουμε τους FSOL. Θέλουμε να προσφέρουμε μια οπτικοακουστική εμπειρία. Την ίδια στιγμή δεν θέλουμε σε καμία περίπτωση κάτι απρόσωπο. Θέλουμε μια πολύχρωμη, ανθρώπινη εμπειρία».
Έχετε κυκλοφορήσει άπειρα άλμπουμ και σινγκλ… Προτιμάτε τη σκληρή δουλειά ή τον αυθόρμητο χειρισμό της έμπνευσης;
«Σκληρή δουλειά, εξερεύνηση του κάθε πιθανού μονοπατιού, εύκολη βαρεμάρα… Όλα βοηθάνε. Τελευταία η ζωή έχει ρίξει μπροστά μας κάποια εμπόδια και έχουμε γίνει κάπως λιγότερο παραγωγικοί, όχι όμως με τα στάνταρ κάποιων άλλων συγκροτημάτων».
Ύστερα από όλα αυτά τα χρόνια, σας είναι ακόμα δύσκολο να διατηρήσετε την ανεξαρτησία σας απέναντι στο θηρίο της μουσικής βιομηχανίας;
«Είναι δύσκολο, πλέον όμως απολαμβάνουμε την ελευθερία που μας δίνει το fsoldigital.com. Δεν χρειάζεται να δώσουμε αναφορά σε κανέναν, εκτός από τους ίδιους μας τους εαυτούς. Σίγουρα τα χρήματα της μεγάλης δισκογραφικής μάς βοήθησαν, ενώ έτσι αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε πολύ πιο εύκολα ποιες ιδέες μας άξιζαν να υλοποιηθούν. Πλέον έχουμε γίνει πιο εκλεκτικοί και, κατά συνέπεια, πιο δημιουργικοί».
Σας αρέσει η αναβίωση της ψυχεδελικής μουσικής από μπάντες όπως οι Animal Collective και οι MGMT;
«Εννοείται! Πάντα νιώθαμε πως ο συνεχής πειραματισμός με ήχους μπορεί να εξελιχθεί στη νέα ποπ μουσική. Είναι πολύ ενδιαφέρον να βλέπεις αυτήν τη νέα ψυχεδέλεια να συνδέει τους εκφραστές του αβανγκάρντ με την εμπορική επιτυχία. Όλες αυτές οι ιδέες μπορούν να φέρουν επανάσταση στον τρόπο με τον οποίο ένα πειραματικό τραγούδι φτάνει στο ευρύ ακροατήριο. Το είχαμε οραματιστεί πριν από περίπου μία δεκαετία και είμαστε πολύ χαρούμενοι που το βλέπουμε να γίνεται πραγματικότητα τώρα».
Σάββατο 16 Μαΐου 2009
Λένα Πλάτωνος στο Κύτταρο
ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑΌπως δημοσιεύτηκε στο avopolis στις 15/05/09
Φωτογραφίες: Δάφνη Ανέστη
Θυμάστε το Εδώ Λιλιπούπολη; Δίσκος του 1980, περιείχε μεταξύ άλλων και τα πρώτα ελληνικά τραγούδια μιας καστανόξανθης νεαρής συνθέτριας που λεγόταν Λένα Πλάτωνος, σε στίχους Μαριανίνας Κριεζή. “Ρόζα Ροζαλία” και “Ο Χορός Των Μπιζελιών” τα πιο γνωστά. Στη συνέχεια βγήκε το κλασικό και πρωτοποριακό Σαμποτάζ και μέχρι τα τέλη της παρεξηγημένης εκείνης δεκαετίας, η Πλάτωνος έλαμπε σαν αστέρι του ουρανού. Έφτιαξε μια σειρά από άλμπουμ που πάντρευαν τη μελωδικότητα του Χατζιδάκι με μια πολύ πιο ιδιαίτερη ποίηση από εκείνη του Γκάτσου, εισάγοντας παράλληλα στην Ελλάδα την ηλεκτρονική μουσική, με έναν εντελώς προσωπικό της ύφος. Ύστερα πέρασε από καταθλίψεις, απορρίψεις από εραστές και δισκογραφικές εταιρίες και πολλά άλλα. Αυτό κράτησε αρκετά χρόνια και της κόστισε, τόσο προσωπικά όσο και καλλιτεχνικά, με μια δυσπραγία στην κίνηση και την ομιλία, αλλά και με οκταετή διαστήματα μεταξύ των δίσκων της. Ώσπου το 2008 βγάζει το πολύ καλό άλμπουμ Ημερολόγια και λίγους μήνες μετά μπαίνει με τσαμπουκά σε ένα κατάμεστο Ηρώδειο – ένα Ηρώδειο γεμάτο από 35άρηδες που σημαδεύτηκαν από τη «Λιλιπούπολη», αλλά και 20άριδες οι οποίοι λίγο-πολύ την ανακάλυπταν τότε, μεταξύ των οποίων και εγώ.
Με τον αέρα αυτής της επανακτημένης δύναμης λοιπόν μπήκε και στο Κύτταρο, στις πρώτες της παραστάσεις μετά από δεκαεννέα χρόνια. Ανέβηκε στη σκηνή στις δέκα και κάτι. Κάθισε στο πιάνο και δεν σηκώθηκε μέχρι το διάλειμμα. Και μετά το διάλειμμα ξανακάθισε και δεν σηκώθηκε μέχρι το τέλος. Δεν επικοινωνούσε πολύ με τον κόσμο. Δεν έριχνε καν ματιές στους μουσικούς της, μιας και έτσι όπως καθόταν τους είχε γυρισμένη την πλάτη. Η προσέλευση του κόσμου ήταν ικανοποιητική πάντως, με αρκετούς νέους ανθρώπους όρθιους στο μπαρ, αλλά και πολλούς μεσήλικες στα τραπεζάκια, μεταξύ των οποίων και ο Γιάννης Αγγελάκας.

Η ίδια η Πλάτωνος ερμήνευσε μόνο κομμάτια από τα Ημερολόγια. Μα για τα υπόλοιπα είχε στο πλάι της τρεις πολύ καλούς τραγουδιστές: Ο Γιάννης Παλαμίδας, εξαιρετικός όπως πάντα, ερμήνευσε με συγκινητικό τρόπο τραγούδια όπως το “Κοπερτί”, την “Πτήση 201”, το “Αλίμονο”, το “Ραντεβού Στην Όαση”, δύο δικά του από τον πρόσφατο Δωρητή Σώματος αλλά και δύο αριστουργήματα από τον Καρυωτάκη. Η Μάρθα Φριντζήλα, επιβλητική παρουσία, έδωσε το στίγμα της στο “Εμιγκρέδες Tης Ρουμανίας”, στον “Άπιαστο Λέιζερ”, και στο “Brenthis”. Ακόμη, η Etten (κατά κόσμον Ελένη Τζαβάρα), στάθηκε επάξια στο πλάι των άλλων δύο, αποδίδοντας περίτεχνα τη “Λητώ”, την “Υπεραγορά” και τη “Redrosy”, το νέο τραγούδι της Λένας Πλάτωνος, που συμπεριλήφθηκε αποκλειστικά σε συλλογή του Ποπ + Ροκ. Η πρώην τραγουδίστρια των Film κυκλοφορεί σε έναν μήνα την πρώτη της σόλο δουλειά – και ίσως έχει κάτι να πει.
Λιγότερο ενδιαφέρουσα ήταν η συμμετοχή του Κωνσταντίνου Βήτα. Και αυτό γιατί περιορίστηκε σε δύο τραγούδια, το “Αιμάτινες Σκιές Από Απόσταση” και τον “Μάρκο”. Τα είπε και τα δύο άψογα, εκπέμποντας μια ταπεινότητα. Όμως, για τους λίγο πιο καχύποπτους από εμάς, η συμμετοχή του στο πρόγραμμα φαίνεται να έγινε περισσότερο με στόχο την προσέλευση ενός ευρύτερου κοινού, παρά λόγω πραγματικής καλλιτεχνικής ανάγκης. Μπορεί το όνομά του στην αφίσα να εξηγούσε πως ήταν guest, όμως χωρίς αμφιβολία θα υπήρξαν άνθρωποι οι οποίοι πήγαν στο Κύτταρο για να δουν αυτόν. Και αυτοί ίσως να έφυγαν απογοητευμένοι. Όλοι οι υπόλοιποι πάντως φάνηκαν να φεύγουν χαρούμενοι, κόντρα στην αντίληψη ότι η μουσική της Πλάτωνος είναι η μουσική της κατάθλιψης. Συγκινητική ήταν και η συμμετοχή της Βικτώριας, της κοπέλας που προσέχει τη συνθέτρια στο σπίτι, η οποία τραγούδησε άτσαλα αλλά από καρδιάς μια ρώσικη ρομάντζα. Προς το τέλος ακούστηκαν τα τραγούδια από τη Λιλιπούπολη που αναφέρθηκαν παραπάνω, αλλά και το θρυλικό Σαμποτάζ. Εκείνες οι στιγμές ήταν μαγικές.
Η Λένα Πλάτωνος, σε όλη τη διάρκεια του προγράμματος, ήταν αυτό που λέμε «στην κοσμάρα της». Δεν μπορεί να τραγουδήσει όπως παλιά, ούτε παίζει σε πολλά τραγούδια πιάνο. Μα αυτό δεν φάνηκε να ενοχλεί κανέναν. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι καλλιτέχνες ιδροκοπούν υπό το φως των προβολέων, κάνουν φιγούρες, λένε ανέκδοτα… Και όλα αυτά για να αποσπάσουν ένα ευγενικό χειροκρότημα, συνοδευόμενο από κλεφτές ματιές στην ώρα που δεν λέει να περάσει. Η Πλάτωνος καθόταν στην άκρη ακίνητη και ανέκφραστη. Κι όμως εισέπραττε από παντού αγάπη. Γιατί λοιπόν συνέβη αυτό; Γιατί κανείς δεν περίμενε κάτι παραπάνω; Γιατί κανείς δεν «έκλαψε τα ευρουλάκια του»; Απλή η απάντηση: H Πλάτωνος έχει αφήσει πίσω της ένα έργο τεράστιας αξίας. Και όταν έρθεις σε επαφή με το έργο αυτό, δεν μπορείς να κάνεις πως δεν άκουσες. Όταν δε έχεις μπροστά σου τη δημιουργό του έργου αυτού, κάθε σου κίνηση είναι απλά ένας τρόπος για να πεις «ευχαριστώ».
Παρασκευή 15 Μαΐου 2009
Συνέντευξη The Last Drive
ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑΤι σας έκανε να ενωθείτε πριν από δύο χρόνια και πώς βιώνετε την εμπειρία μέχρι σήμερα;
«Αυτό που μας έφερε κοντά ήταν η επιθυμία να ξαναπαίξουμε μαζί και να “χαθούμε” στη μουσική μας. Αναρωτιόμασταν πώς θα ακούγονται ζωντανά τα τραγούδια έπειτα από τόσα χρόνια, παιγμένα από τους ίδιους ανθρώπους. Όταν ξαναβρεθήκαμε, διαπιστώσαμε ότι ο κώδικας που είχαμε αναπτύξει από την κοινή μας πορεία είχε παραμείνει ζωντανός και ότι η “χημεία” λειτουργούσε ακόμη. Η ανταπόκριση του κόσμου μάς έδωσε απίστευτη ώθηση και η επικοινωνία μας μαζί του ήταν πιο εύκολη τώρα με το Internet απ’ ό,τι παλιότερα· έτσι λοιπόν προέκυψε μια ολόκληρη κατάσταση».
Ποια είναι η γνώμη σας για τις επανασυνδέσεις;
«Εξαρτάται από τους λόγους για τους οποίους γίνονται. Σε πολλές περιπτώσεις πίσω τους κρύβεται το κέρδος και είναι λογικό να είναι καχύποπτος κανείς, αλλά όταν μιλάμε για την Ελλάδα, πρέπει να έχουμε υπόψη την κλίμακα των πραγμάτων. Όμως, έτσι κι αλλιώς, το τελικό κριτήριο όλων των επανασυνδέσεων είναι οι ζωντανές εμφανίσεις».
Πότε θα κυκλοφορήσει το νέο άλμπουμ σας, πώς το φτιάξατε και σε τι μουσικούς δρόμους θα κινηθεί;
Ποια ελληνικά αγγλόφωνα σχήματα ξεχωρίζετε; Πώς σας φαίνεται η αναβίωση των τελευταίων ετών;
«Αυτή την εποχή τα καλά σχήματα είναι πολλά. Η σκηνή έχει απ’ όλα: νέα συγκροτήματα με άποψη όπως οι Seamen of the Sun, οι Dustbowl ή οι Down ’n’ Out, συλλογικές προσπάθειες με νόημα όπως η Cast-A-Blast ή η Spinaloga, γυναικείες φωνές όπως η SugahSpank! και η Τζένη Καπάδαη, songwriters όπως η Μόνικα, γνώριμους όπως οι Nightstalker, οι Deus, οι Bones και οι 700 Machines, ξεχωριστές μορφές όπως ο Μπάμπης Παπαδόπουλος και ο Μανώλης Αγγελάκης – και σίγουρα ξεχνάμε πάρα πολλούς. Το ρεύμα που έχει προκύψει οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι τώρα είναι πολύ πιο εύκολο να ηχογραφήσεις και να προβάλεις τη μουσική σου απ’ ό,τι στο παρελθόν».
Μπορείτε να περιγράψετε την πιο όμορφη εμπειρία που είχατε όλα αυτά τα χρόνια παίζοντας μουσική;
«Ίσως το αναφέρω επειδή είναι σχετικά πρόσφατο, αλλά η στιγμή που ξαναβγήκαμε στη σκηνή έπειτα από χρόνια είχε μεγάλη σημασία για μας και πιστεύω ότι δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ. Ήμασταν ξανά μαζί έπειτα από πολύ καιρό, είχαμε αποκαταστήσει τις σχέσεις μας και τη δημιουργική μας ικανότητα και όλα όσα μας προκαλούσαν άγχος ανήκαν στο παρελθόν. Τα όρια ανάμεσα στην μπάντα και το κοινό είχαν καταλυθεί από το συναίσθημα και τη δύναμη της μουσικής και οι στιγμές ήταν μαγικές».
