Τετάρτη 3 Αυγούστου 2011

Sophie Ellis-Bextor

Η ποπ ντίβα που δεν ξεχάστηκε

Το 2007 η Σόφι Ελις-Μπέξτορ πέρασε την πόρτα του στούντιο με έναν πολύ συγκεκριμένο σκοπό: να ηχογραφήσει δύο νέα τραγούδια και να τα εντάξει ως συμπλήρωμα σε συλλογή με τις μεγαλύτερες επιτυχίες της. Στην πορεία προέκυψε όμως πολύ περισσότερο υλικό από το αναγκαίο και έτσι η τραγουδίστρια άρχισε να ονειρεύεται ένα ακόμα ταξίδι με προορισμό την κορυφή της ηλεκτροπόπ σκηνής. Κάπως έτσι φτάσαμε στο τέταρτο άλμπουμ της Μπέξτορ «Make a Scene», το οποίο βγήκε στην αγορά τον περασμένο Ιούνιο. Πώς έχει πάει μέχρι στιγμής; Στα αυτιά του κριτικού της εφημερίδας The Mirror το αποτέλεσμα ήχησε σαν «ένα εύθυμο και αποτελεσματικό χορευτικό μείγμα, διασκεδαστικό και ειλικρινές». Από την άλλη, το αυστηρό και συχνά σαρκαστικό μουσικό περιοδικό ΝΜΕ χαρακτήρισε τον δίσκο «απόλυτο σκουπίδι». 
Η Μπέξτορ δεν είναι πρωτάρα σε τέτοιου είδους διχογνωμίες. H πολύπλευρη καριέρα της έχει προσελκύσει κατά καιρούς φανατικούς πολέμιους και ένθερμους υποστηρικτές.Αρχισε ως τραγουδίστρια των ανεξάρτητων Theaudience, οι οποίοι στο δεύτερο μισό των ʼ90s περιορίστηκαν σε εναλλακτικά ροκ μονοπάτια χωρίς ιδιαίτερη ανταπόκριση. Στη συνέχεια πρωτοστάτησε στη νεοντίσκο σκηνή ως σόλο τραγουδίστρια, με επιτυχίες όπως το «Murder on the Dancefloor» και με έναν κοφτερό και ψυχρό ηλεκτροπόπ ήχο που παρέπεμπε στα ʼ80s πολύ προτού η αναβίωση εκείνης της δεκαετίας συγκινήσει τους πάντες. Δεν ξεχώρισε όμως μόνο χάρη στις μουσικές επιλογές της. Από κείνη την εποχή η Σόφι Ελις-Mπέξτορ άρχισε να λειτουργεί ως κομψή ντίβα, ως καινούργια Οντρεϊ Χέπμπορν με άψογο ντύσιμο (κυρίως μαύρα φορέματα υψηλής ραπτικής) και έντονο κραγιόν. Ετσι, μολονότι από τότε οι αρένες και τα κλαμπ έγιναν για κείνη φυσικοί χώροι, τα βιντεοκλίπ και οι φωτογραφίσεις της δεν έπαψαν ποτέ να αναδίδουν έναν αέρα βρετανικής αριστοκρατίας.
Φυσικά, από τη στιγμή που πάτησε στα πόδια της καλλιτεχνικά, οι παράλληλες δραστηριότητες και οι διαφημιστικές χρήσεις του ονόματός της δεν άργησαν: η Μπέξτορ έγινε το πρόσωπο της εταιρείας καλλυντικών Rimmel, ποζάρισε για τις ανάγκες της ζωοφιλικής οργάνωσης PETA, πέρασε από οντισιόν για τον ρόλο της Σατίν στο φιλμ του Μπαζ Λούρμαν «Μουλέν Ρουζ» - για να φάει τελικά τη σκόνη της Νικόλ Κίντμαν. Τελικά, μολονότι στα παιδικά της χρόνια ξεκίνησε την πορεία της ως ηθοποιός, με συμμετοχές σε παραστάσεις του πολυβραβευμένου βρετανικού θιάσου W11 Opera, τα τελευταία χρόνια κατάλαβε ότι το τραγούδι τής πάει καλύτερα και δεν ξαναδοκιμάστηκε σοβαρά στην υποκριτική. Αλλωστε οι δίσκοι και τα σινγκλ της δεν έπαψαν ποτέ να εκφράζουν το πνεύμα της σύγχρονης ποπ. Κι αν στη Βρετανία περιορίζεται τελευταία στο να ανοίγει συναυλίες συγκροτημάτων όπως οι Pet Shop Boys και οι Erasure, αυτή η πραγματικότητα μάλλον δεν την ενοχλεί: όπως πάντα, ξεσηκώνει τα πλήθη, μαγνητίζει τα βλέμματα, κερδίζει με το ταμπεραμέντο της ακόμα κι εκείνους που θεωρούν την ντίσκο κάτι παρωχημένο και ανούσιο.
Σήμερα η 32χρονη Μπέξτορ δεν παίζει στην πρώτη κατηγορία της παγκόσμιας χορευτικής ποπ και το ολοκαίνουργιο «Make a Scene» δύσκολα θα ανατρέψει από μόνο του την κατάσταση. Οταν όμως κοπάζει ο παροξυσμός για έναν καλλιτέχνη και παύει η υπερπροβολή του από τα διεθνή ΜΜΕ, αποκαλύπτεται η όποια αυθεντικότητά του. Ετσι η Μπέξτορ απολαμβάνει τώρα την αγάπη μιας μερίδας σταθερών ακροατών που ξέρουν καλά ότι οι ποπ σταρ μετά τα 30 δεν ξεθωριάζουν αλλά ωριμάζουν. Από την άλλη, μολονότι παντρεμένη με τον μπασίστα του γκρουπ The Feeling και μητέρα δύο παιδιών, ετοιμάζει ένα ακόμα νέο άλμπουμ για την επόμενη χρονιά, με τη βεβαιότητα ότι τα πράγματα μπορούν να πάνε μόνο καλύτερα. 

(όπως δημοσιεύτηκε στο gynaikamag.gr - Αύγουστος 2011)


Παρασκευή 22 Ιουλίου 2011

Aνακοίνωση


Με ρωτάτε ορισμένοι γιατί δεν γράφω πια στο blog μου. Οταν έγραφα και δεν τα διάβαζε κανείς ήταν καλύτερα; Καλό Αύγουστο και να πάτε διακοπές οπωσδήποτε, γιατί τις χρειάζεστε!

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Συνέντευξη No Age

To να αναζητάς μια indie rock μπάντα που θα σου αλλάξει τη ζωή εν έτει 2011 είναι σαν να ψάχνεις συμβατικά T-shirts στη ντουλάπα της Lady Gaga. Παρ’ όλ’ αυτά, η θορυβώδης ποπ των No Age σιγά-σιγά λαμβάνει την αναγνώριση που της αξίζει. Σε κάποιο διάλειμμα από την τρέχουσα ευρωπαϊκή τους περιοδεία, ο κιθαρίστας του γκρουπ Randy Randall απάντησε λακωνικά στις ερωτήσεις μας, λίγες μέρες πριν την επίσκεψή τους στα μέρη μας.
 Θυμάστε την πρώτη συναυλία που δώσατε;
Ναι, ήταν στο New Image Art, μια γκαλερί στο Λος Άντζελες. Παίξαμε μόνο δύο τραγούδια!
Υπήρξε κάποιος δισταγμός όσον αφορά στη δημιουργία ενός γκρουπ με δύο άτομα; Επηρεαστήκατε ίσως από την επιτυχία που είχαν οι White Stripes;
Είμαι τεράστιος φαν των White Stripes! Συλλέγω όλες τους τις κυκλοφορίες και θα θυσιαζόμουνα άνετα στον βωμό του Jack White. Πλάκα κάνω… Ποτέ δεν σκέφτηκα τους White Stripes. Ίσως επηρεάστηκα λίγο από τους Lightning Bolt και τους Pink & Brown. Οι White Stripes παίζουν μπλουζ στο στυλ των Led Zeppelin, ενώ εμείς παίζουμε πανκ στο στυλ των Black Flag. Οι Daft Punk ήταν επίσης δύο άτομα, αλλά δεν παίζουμε την ίδια μουσική. Το ίδιο ισχύει και για τους Hall & Oates. Με πιάνεις; (σ.σ.: κάπου εδώ, η ειρωνεία τελειώνει)
To περσινό σας άλμπουμ Everything In Between ήταν πιο προσβάσιμο σε σχέση με τα δύο προηγούμενα. Εστιάσετε περισσότερο στη δημιουργία τραγουδιών πριν μπείτε στο στούντιο;
Αφιερώσαμε πράγματι περισσότερο χρόνο στο γράψιμο τραγουδιών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχαμε την πρόθεση να κάνουμε κάτι πιο προσβάσιμο. Το σίγουρο είναι ότι επιδιώξαμε έναν πιο σφιχτό ήχο. Ήταν μια περίοδος δοκιμασίας κατά κάποιον τρόπο, μέσα από την οποία βρήκαμε τη δύναμή μας.
Στο MySpace σας γράφετε πως η μουσική σας δεν μοιάζει με τίποτα. Πιστεύετε στ’ αλήθεια ότι κάνετε κάτι μοναδικό;
Το ελπίζω...
Όλα σας τα άλμπουμ έχουν πάρει θετικές και συχνά ενθουσιώδεις κριτικές. Παίρνετε ενθάρρυνση από αυτό;
Μπα, όχι... Δηλαδή είναι cool να βλέπεις καλές κριτικές, αλλά εμείς προσπαθούμε να φτιάχνουμε πράγματα που μας αρέσουν, χωρίς να πέφτουμε στην παγίδα να ικανοποιήσουμε κάποιον.
Ένα τραγούδι που προσωπικά ξεχώρισα από το Everything In Between είναι το “Common Heat”. Πώς το γράψατε και τι σημαίνει για εσάς;
Το “Common Heat” γράφτηκε πολύ γρήγορα. Μας βγήκε αυθόρμητα στο στούντιο. Είχα στο μυαλό μου ένα κιθαριστικό μοτίβο, το έπαιξα στον Dean κι αυτός αμέσως το έκανε τραγούδι.
Η επίσκεψή σας στην Ελλάδα είναι μέρος μιας μεγάλης ευρωπαϊκής περιοδείας;
Ναι, γυρίζουμε την Ευρώπη για έναν μήνα, ξεκινώντας από την Ισπανία με τελευταίο προορισμό την Τουρκία.
Κάποτε δώσατε μια συναυλία σε ένα εστιατόριο της Αιθιοπίας. Υπάρχει κάποιο άλλο τρελό μέρος στο οποίο θα θέλατε να παίξετε;
Θέλω να κάνω μια περιοδεία στην οποία κάθε φορά θα χτίζουμε μόνοι μας το μέρος όπου θα παίζουμε. Σαν ένα ρέιβ πάρτι στο οποίο θα μπορούμε να σχεδιάζουμε ολόκληρο το κτίριο και το ηχοσύστημα, δημιουργώντας έτσι μια τρομερή εμπειρία. Είναι ένα όνειρο...

Τρίτη 19 Απριλίου 2011

Jessie J


Η βρετανική απάντηση στη Lady Gaga

Είναι μόλις 23 χρόνων, αλλά έχει ήδη περάσει ένα ελαφρύ... εγκεφαλικό. Επιπλέον, έχει στο ενεργητικό της στίχους για μεγάλους σταρ και πρόσφατα κέρδισε ένα Brit Award για την πρώτη δισκογραφική δουλειά της!

Ολα άρχισαν πριν από λίγους μήνες. Μετά από πολύ ψάξιμο η Βρετανία φάνηκε επιτέλους να βρίσκει μια απάντηση στη Lady Gaga, χάρη σε ένα 22χρονο κορίτσι. Κατ' αρχάς, πέρα από δυο-τρία καλά τραγούδια, η Jessie J παρουσίασε μπόλικα στοιχεία για να διαφοροποιηθεί από τις συμβατικές ποπ σταρ: τo κατάμαυρο καρέ μαλλί με τις αφέλειες, η παραδοχή της αμφιφυλοφιλίας και η τάση της να μεγαλοποιεί μια διαφορετική πτυχή του παρελθόντος της σε κάθε συνέντευξη ήταν λόγοι επαρκείς για να μην περάσει απαρατήρητη. Τελικά το ντεμπούτο άλμπουμ της «Who Υou Αre» -το οποίο κυκλοφόρησε στα τέλη Φεβρουαρίου- τερμάτισε την πορεία του στη δεύτερη θέση των βρετανικών τσαρτ. Τα δε σινγκλ της Jessie J «Do It Like a Dude» και «Price Tag» αντιμετωπίστηκαν νωρίτερα ως τραγούδια με σοφή αναλογία R&B μαγκιάς και ποπ αμεσότητας κι έτσι έγιναν τεράστιες επιτυχίες στη χώρα της.
    Η Τζέσικα Κόρνις, όπως είναι το πραγματικό της όνομα, δεν είναι καινούργια στη δουλειά. Από τα 11 της χρόνια συμμετείχε σε μιούζικαλ, αργότερα σχημάτισε το γκρουπ Soul Deep με τις φίλες της και το 2008 έκανε φωνητικά στη βρετανική περιοδεία της Σίντι Λόπερ. Επίσης, έχει γράψει στίχους για ποπ ονόματα όπως η Ριάνα, ο Τζάστιν Τίμπερλεϊκ και η Αλίσια Κις. Δεν θα την έλεγες πάντως τυχερή. Αφενός, ετοίμασε τo πρώτο της άλμπουμ πριν από πέντε χρόνια, αλλά η εταιρεία που επρόκειτο να το εκδώσει φαλίρισε. Αφετέρου, ποτέ δεν έπαψε να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας: ήδη από τα παιδικά της χρόνια η καρδιά της χτυπούσε με άτακτο ρυθμό και στα 18 υπέστη ένα ελαφρύ εγκεφαλικό. Αποτέλεσμα; Μέχρι σήμερα λέει όχι στο ποτό, στο τσιγάρο και σε κάθε είδους βλαβερή ουσία.
    Αφού κατάφερε να υπερπηδήσει όλα αυτά τα εμπόδια, τώρα η Jessie J χαίρεται την επιτυχία της και συστήνεται στο ευρύ κοινό ως pop icon με γερά πατήματα στη γη. To Brit Award που απέσπασε στις αρχές του χρόνου επιβεβαίωσε την επιτυχία στη γενέτειρά της και τώρα επόμενος στόχος της καλλιτέχνιδος, στην παράδοση των Μπιτλς, είναι η κατάκτηση της Αμερικής. Ποιος ξέρει... Την ώρα που η Lady Gaga θα προβάρει το νέο σοκαριστικό συνολάκι της, η Jessie J μπορεί να φιγουράρει στις λίστες επιτυχιών όλου του πλανήτη με ένα τραγούδι που θα της ανοίγει τον δρόμο για τον βασιλικό θρόνο της ποπ.


(όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γυναίκα - Απρίλιος 2011)

Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

Aν γουστάρεις παχουλές...

Μπες και δες: http://www.gynaikamag.gr/4dcgi/_w_articles_womdeco_1_31/03/2011_385534

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Συνέντευξη Ημισκούμπρια


 Είναι μία από τις ελάχιστες φωνές του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού που κάνει σάτιρα με φρεσκάδα και με εύστοχη ματιά. Ο χρόνος όμως δεν μετέτρεψε τα Ημισκούμπρια σε αναγνωρισμένους καλλιτέχνες, αλλά σε cult φιγούρες των 1990s –ίσως λόγω της υπερπροβολής που δέχτηκαν στο ξεκίνημά τους. Κατά συνέπεια, μια συνέντευξη μαζί τους, με αφορμή το live τους στο PassPort αυτό το Σάββατο, στις 2 Απριλίου, υπήρξε πρόκληση. Τους συνάντησα στο στούντιό τους στη Νέα Φιλαδέλφεια, τρεις τελείως διαφορετικούς ανθρώπους: ο Δημήτρης Μεντζέλος είχε στ’ αλήθεια όρεξη να μιλήσει και, όπως θα διαπιστώσετε, είχε και πολλά ενδιαφέροντα να πει. Ο Μιθριδάτης, μολονότι παρών, θέλησε να απέχει από τη συνέντευξη όντας αντίθετος στον επικριτικό τόνο κάποιων ερωτήσεων –τουλάχιστον όπως αυτές εστάλησαν γραπτά λίγες μέρες πριν τη συνάντηση. Τέλος, ο Πρύτανης, υιοθετώντας μια πιο ουδέτερη στάση, συμμετείχε κατά διαστήματα…

Σε τι φάση σας πετυχαίνω;
Δημήτρης Μεντζέλος:  Στη φάση που βρίσκονται όλοι οι μουσικοί στην Ελλάδα. Κάνουμε όλοι μια προσπάθεια να κρατήσουμε τη μουσική ζωντανή, μια και οι δισκογραφικές δεν δείχνουν κανένα ενδιαφέρον για νέες δουλειές.

Πρυτάνης: Και για δουλειές που δείχνουν ενδιαφέρον, απλά τις χρηματοδοτούν, τις κυκλοφορούν και τελειώνει εκεί το θέμα.

Δ.Μ.: Το μοναδικό πράγμα που μπορείς να κάνεις είναι να φτιάχνεις κομμάτια και να τα βάζεις στο internet, είτε free, είτε στο i-tunes με αντάλλαγμα λίγα cents. Ελάχιστοι άνθρωποι πλέον ζουν αποκλειστικά από τη μουσική αν δεν τραγουδούν στα μπουζούκια. Εμείς τα καταφέρνουμε μέχρι στιγμής, γιατί κάνουμε live και γεμίζουμε ακόμα μαγαζιά μετά από δεκαπέντε χρόνια.

Πέρυσι κυκλοφόρησε ένα σόλο άλμπουμ ο Μιθριδάτης (Αιρετικά Ερωτικός) και φέτος ο Δημήτρης Μεντζέλος (Ο Ράπερ της Χρονιάς). Γιατί δεν συγκεντρώσατε το υλικό για κοινό άλμπουμ;

Δ.Μ.: Eίναι κάτι το οποίο συνηθίζεται στη μουσική που ακούμε. Αφού είχαμε στο ενεργητικό μας εφτά δίσκους Ημισκουμπρίων πετυχημένους, αποφασίσαμε να κάνει ο καθένας το κέφι του. Γιατί όταν δεν πουλάνε οι δίσκοι απλά κάνεις το κέφι σου. Αρκετός κόσμος θεώρησε πως τα Ημισκούμπρια διαλύθηκαν αλλά δεν είναι έτσι. Και στους δίσκους μας με το γκρουπ είχαμε σόλο κομμάτια, απλά αυτή τη φορά κάναμε κάτι ολοκληρωμένο. Μέχρι στιγμής έχουμε καλά vibes, που λένε και οι νέοι.

Πίσω στο ’95 που ξεκινούσατε ποια hip hop γκρουπ είχαν τη μεγαλύτερη επιρροή σε εσάς;

Δ.Μ.: Πατήσαμε στο στυλ των Beastie Βoys, των Black Sheep, των De La Soul και πολλών άλλων εναλλακτικών αμερικάνικων συγκροτημάτων και ύστερα προσπαθήσαμε αυτό να το συνδέσουμε με την καθημερινότητά μας. Γράφαμε για τις σχέσεις μας, αυτά που συνέβαιναν γύρω μας και οτιδήποτε μας κατέβαινε στο κεφάλι.

Πάντως στιχουργικά είστε ένα σατιρικό γκρουπ, οπότε μια σαφής επιρροή είναι αυτή του Τζίμη Πανούση…
Δ.Μ.: Σωστά. Αλλά όχι μόνο ο Πανούσης, αλλά κι άλλοι ροκάδες της δεκαετίας του ’80 όπως ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο Σάκης Μπουλάς, ο Γιάννης Μηλιώκας, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης… Όλη αυτή η παρέα εκείνης της εποχής έφερε κάτι καινούριο στην Ελλάδα.

Πρύτανης: Στιχουργικά δεν νομίζω πως υπήρξε κάποια φοβερή επιρροή από αυτή τη σχολή.

Δ.Μ.: Ναι, ίσως όχι ως προς τον τρόπο που έγραφαν, αλλά ως προς τη σάτιρα που έκαναν μέσα από το ροκ. Απέδειξαν πως δεν χρειάζεται να είσαι ένας σαχλός κωμικός για να κάνεις σάτιρα. Το έκαναν με έναν τρόπο προχωρημένο και ιδιαίτερο. Πάντως και στα blues και τα soul, ή στο ρεμπέτικο για να κάνουμε μια αντιστοιχία με την Ελλάδα, ο στίχος που ακούγαμε ήταν ιδιαίτερος. Μιλούσε για την καθημερινότητα, είτε ήταν σκληρή είτε πλακατζίδικη. Ξαφνικά λοιπόν εμείς τη δεκαετία του ’90 βρεθήκαμε μέσα σε έναν κυκεώνα κομματιών που έλεγαν «αγάπη μου που έχεις φύγει» ή «αγάπη μου πάμε στ’ αστέρια», τα σκυλάδικα δηλαδή. Και από την άλλη τα έντεχνα, όπου οι στίχοι δεν ήταν καλύτεροι, εκτός από κάτι σκληροπυρηνικούς που γράφανε στίχο σοβαρό όπως ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Ε, εμείς τότε επηρεαστήκαμε από τους παλιούς και θέλαμε να γράψουμε πρωτότυπους στίχους. Ο Ζαμπέτας έγραφε άλλα πράγματα, μίλαγε για το σαραβαλάκι του.

Πολύς κόσμος είδε από τότε τα Ημισκούμπρια σαν ένα γκρουπ με στόχο το χαβαλέ, χωρίς κανένα βάθος. Σας χαρακτήρισαν μάλιστα, ατυχώς ίσως, «χαβαλέ hop». Αισθανθήκατε ποτέ πως αυτό διαστρέβλωνε την εικόνα σας και το μήνυμα που θέλατε να στείλετε;
Δ.Μ.: Δεν μας ανησύχησαν ιδιαίτερα αυτά. «Χαβαλέ hop» μας χαρακτήρισαν λίγοι άνθρωποι. Το παράξενο είναι ότι ήταν προοδευτικοί, ή τουλάχιστον έτσι έδειχναν και παρ’ ολ’ αυτά αποδείχτηκαν πιο χούντα κι από τη χούντα. Κάθε καλλιτέχνης, ειδικά στο hip hop που είναι ελεύθερη μουσική, έχει το δικαίωμα της προσωπικής του έκφρασης.

Πρύτανης: Πολλοί έχουν παρεξηγηθεί για το στυλ που έχουν επιφανειακά. Τον Πανούση τον βλέπει κάποιος και τον θεωρεί αλήτη. Αν κάτσεις και ακούσεις αυτά που λέει τον προσκυνάς τον άνθρωπο. Αλλά και χάλια στίχους να γράφεις, το θέμα είναι πως όταν ο κόσμος διασκεδάζει τότε γιατί να το κατακρίνουμε.

Δ.Μ.: Ακριβώς. Εμείς γράφουμε τα τραγούδια μας και χαρακτηρίζουμε τους εαυτούς μας διασκεδαστές. Αν κάποιος αντιληφθεί πως στα κομμάτια μας υπάρχει και κάτι βαθύτερο, που υπάρχει, τόσο το καλύτερο. Ως επί το πλείστον, αυτό που ακούμε χρόνια τώρα είναι «εγώ δεν ακούω hip hop, αλλά ακούω Ημισκούμπρια». Αυτό δεν μας χαλάει, γιατί θεωρούμε πως είμαστε το εναλλακτικό του εναλλακτικού.

Πρύτανης: Nα κάνω μια παρομοίωση. Τη δεκαετία του ’80 στην Ελλάδα κανείς δεν άκουγε country. όλοι όμως άκουγαν Κηλαηδόνη. Επίσης, τη δεκαετία του ’80 πολλοί άκουγαν Χάρρυ Κλυνν, λίγοι όμως τον καταλάβαιναν. Και αυτά που έλεγε ισχύουν και σήμερα, είκοσι χρόνια μετά. Επιφανειακά ήταν κάτι αστείο αλλά από κάτω έκρυβε πολύ πράμα. Αυτό έχει συμβεί πολλές φορές και συμβαίνει και με ‘μας.

Έχετε πέντε χρόνια να βγάλετε δίσκο. Στο Passport γιατί να έρθει κάποιος να σας δει ξανά;
Δ.Μ.: Για τον ίδιο λόγο που πηγαίνουν στον Πανούση ενώ έχει να βγάλει είκοσι χρόνια δίσκο. Αλλά πέρα από τα παλιά μας κομμάτια που τα θέλει ο κόσμος, παίζουμε και νέα κομμάτια από τα δύο σόλο άλμπουμ μας. Επίσης, πρόσφατα κυκλοφορήσαμε δύο νέα κομμάτια στο i-Τunes, που είναι το «Πώς να σου το πω», με θέμα την οικονομική κρίση και το «Μια ιθαγενή» που ουσιαστικά είναι η συνέχεια του πρώτου και λέει πως θέλουμε να τα μαζέψουμε και να πάμε στο Περού, καλύτερα με τους ιθαγενείς της ζούγκλας παρά στη ζούγκλα της πόλης. Πάντως πρέπει να σου πω πως ο κόσμος στην Αθήνα δεν μας έχει χορτάσει. Δεν παίζουμε συχνά.

Έχετε σταθερούς φαν σήμερα; Υπάρχουν πρόσωπα που βλέπετε σε κάθε live σας;
Δ.Μ.: Ναι, υπάρχει κόσμος που ακούει δεκαπέντε χρόνια Ημισκούμπρια, ξεκίνησαν από έντεκα, δώδεκα χρονών και έχουν μεγαλώσει μαζί μας. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι και φίλοι μας πλέον, δεν είναι οπαδοί. Τώρα με το facebook ανταλλάζουμε και απόψεις.

Μεταξύ σας οι τρεις του γκρουπ κάνετε στενή παρέα;

Δ.Μ.: Όσο μπορούμε ναι. Εγώ και ο Πρύτανης είμαστε παντρεμένοι και έχουμε και από ένα παιδί ο καθένας, οπότε εκ των πραγμάτων τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Συνήθως όταν φεύγουμε από τη βάση μας και πάμε στην επαρχία περνάμε πολύ καλά. Κάνουμε ένα ταξιδάκι, οργανώνουμε κάποια πράγματα και βέβαια παίζουμε μαζί live- το ωραιότερο πράγμα που μπορεί να κάνει ένας μουσικός.

Να φύγουμε λίγο από το γκρουπ. Σύντομα θα δούμε στη Eurovision ένα ελληνικό κομμάτι με στοιχεία hip hop. Πώς σας φάνηκε η προσπάθεια του Stereo Mike;
Δ.Μ.: Το hip hop, είτε με μέσα που μας βρίσκουν σύμφωνους είτε όχι, έχει γίνει πια τεράστια μόδα στην Ελλάδα, οπότε το περιμέναμε πως θα συνέβαινε και αυτό. Δεν είναι ακριβώς hip hop το κομμάτι. Είναι τσιφτετελο-ζειμπέκικο-κάτι. Απλώς έχει ένα rap σημείο ο καλός μας φίλος ο Stereo Mike. Πάντως είναι πολύ σημαντικό για ‘μας που μια κρατική οργάνωση αποφάσισε να στείλει στη Eurovision ένα hip-hop καλλιτέχνη. Είναι νίκη. Άσχετα αν το κομμάτι θα το φτιάχναμε αλλιώς εμείς απ’ ότι αυτοί που το φτιάξανε.

Ο Εminem έκανε πέρυσι ένα μεγάλο hit με τη Rihanna (“Love the way you lie”). Έχετε κάνεις κι εσείς πολλές επιτυχημένες συνεργασίες στο παρελθόν. Σήμερα με ποιον καλλιτέχνη θα θέλατε να συνεργαστείτε;
Δ.Μ.: Κατ’ αρχήν να σου πω για τον Eminem. Είμαστε μεγάλοι του φαν γιατί γράφει εξαιρετικούς στίχους και σαν rapper τεχνικά είναι πολύ καλός. Απλά θεωρώ πως οι δύο τελευταίοι δίσκοι του δεν είναι καλοί. Και μιλάς σε ένα φαν που έχει τα πάντα, από ειδικές εκδόσεις μέχρι όλα τα singles. Ειδικά το συγκεκριμένο κομμάτι του Eminem που ανέφερες το θεωρώ μεγάλη μάπα. Ήταν ένας απελπισμένος τρόπος να μπει στα clubs. Tώρα όσον αφορά εμάς, θεωρώ πως η διαφορά μας με άλλους έλληνες rappers είναι ότι γράφουμε καλύτερο στίχο και δεν διαλέγουμε έναν τραγουδιστή που γνωρίζει επιτυχία αλλά έναν που αρέσει σε εμάς. Όταν κάναμε το «Στη Ντισκοτέκ» με την Ελπίδα, εκείνη είχε κάποια χρόνια να βγάλει δίσκο. Κι όμως κάναμε μαζί της ένα κομμάτι της δεκαετίας του ’70 του Τουρνά και το κάναμε επιτυχία. Θα μπορούσαμε να είχαμε διαλέξει τη Γαρμπή π.χ., που ήταν τότε hot.

Πώς σας έκατσε η ιδέα να διασκευάσετε τη «Ντισκοτέκ»;
Δ.Μ.: Έχουμε μια αγάπη στη δεκαετία του ’80, στη disco και σ’ όλ’ αυτά τα πράγματα, οπότε θέλαμε να φτιάξουμε ένα κομμάτι που να μιλάει για όλα αυτά. Μετά από πολύ ψάξιμο λοιπόν, γιατί στην Ελλάδα υπάρχουν και πολλά σαχλά disco κομμάτια (ακόμα και η Μαρινέλλα έχει τραγουδήσει disco με το «Και καλύτερα»), βρήκαμε ένα τραγούδι που ταίριαζε με αυτά που θέλαμε να πούμε. Η Ελπίδα ήρθε στο στούντιο λίγο μαγκωμένη. Ήταν φαν μας τα παιδιά της και της είπαν να το κάνει. Το τόλμησε και τελικά αυτό το κομμάτι συνεχίζει να ακούγεται μέχρι σήμερα, δεκατέσσερα χρόνια μετά.

Τη διασκευή του Δεληβοριά την ακούσατε;
Δ.Μ.: Ναι και χαρήκαμε πολύ. Το έλεγε στα live του. Είμαστε φίλοι με τον Φοίβο, είμαστε κοντά ηλικιακά και έχουμε ρίξει μαζί πολλά γέλια μαζί. Όταν του είχαμε προτείνει να πούμε μαζί ένα κομμάτι, ήρθε το επόμενο λεπτό και μάλιστα δέχτηκε να ραπάρει, χωρίς να φοβηθεί μη τυχόν τσαλακώσει το προφίλ του. Ήταν το “Je Suis Bossu”. Όποτε του λέμε ότι είναι έντεχνος, μας λέει μην το ξαναπείτε αυτό, τίποτα δεν είμαι, κάνω μουσική. Αυτό λέμε κι εμείς. Θα θέλαμε κάποια στιγμή στο μέλλον να ξανακάναμε κάτι αντίστοιχο με τον Φοίβο, τον αγαπάμε πολύ.

Μιλήσαμε πριν για τον Eminem. Για πείτε μου τη γνώμη σας για το δίδυμο Jay-Z και Kanye West…

Πρύτανης: Ο Jay-Z έχει κάνει απίστευτα πράγματα. Άλλωστε εμπορικά είναι no2 στον πλανήτη μετά τους Beatles και ζει ο άνθρωπος ακόμα.

Δ.Μ.: Εγώ δεν είμαι φαν του Jay-Z. Ίσως επειδή είμαι πιο μεγάλος σε ηλικία και είμαι ακόμα κολλημένος στους παλιούς. Οι παραγωγές του είναι υπερμοντέρνες για τα γούστα μου.

Πρύτανης: Ο Kanye West για ‘μένα είναι πολύ τέχνη, λίγο παραπάνω απ’ ότι μπορώ ν’αντέξω. Αλλά τον προσκυνώ, οι μουσικές του και τα video είναι καταπληκτικά.

Δ.Μ.: Ούτε και ο Kanye West μ’αρέσει σαν rapper. O Πρύτανης φτιάχνει και μουσική οπότε τα βλέπει αλλιώς. Εγώ προτιμώ τους παλιούς που συνεχίζουν μέχρι σήμερα, όπως ο LL Cool J, ο Ice Cube… Δεν μπορείς να ξεχάσεις τους ανθρώπους που σε μεγαλώσανε. Αλλά δεν είμαι κολλημένος, ακούω και καινούρια μουσική. Τώρα τελευταία μου την έχει βαρέσει και ακούω heavy metal. Πηγαίνω σε όλες τις συναυλίες των μεταλλάδων που έρχονται στην Ελλάδα και διαπιστώνω πως το κοινό είναι πολύ καλύτερο από αυτό του hip hop.

Πρύτανης: Eίναι εκπαιδευμένοι οι έλληνες μεταλλάδες. Έχουν τρόπο, αντιδρούν σωστά.

Όπως όλα σχεδόν τα μουσικά είδη έτσι και το hip hop συνοδεύεται από έναν ενδυματολογικό κώδικα. Σκεφτήκατε ποτέ να πάτε κόντρα σ’ αυτό;
Δ.Μ.: Δεν υπάρχει αυστηρός κώδικας γιατί αλλάζει με τα χρόνια. Τα φαρδιά παντελόνια έχουν σχέση με τις φυλακές. Τους έπαιρναν τις ζώνες για να μην κρεμαστούν και το παντελόνι έπεφτε. Σήμερα στο hip hop είναι της μόδας τα καπέλα με τον flat γείσο, ενώ παλιά τον σπάγαμε για να είναι στρογγυλός. Πρέπει να φοράς αυτό που σου πάει. Εγώ επειδή είμαι πιο κοντός από τους άλλους, όταν φοράω καπέλο με πλατύ γείσο, αισθάνομαι πως είμαι ένα καπέλο που κυκλοφορεί μόνο του (γέλια). Από εκεί και ‘πέρα ένας καλλιτέχνης που ανεβαίνει στη σκηνή είναι λογικό να έχει τα αξεσουάρ του. Πρέπει να είσαι όμορφος και εντυπωσιακός.

Όταν φεύγεις από τη σκηνή;
Δ.Μ.: Αναλόγως. Τα Ημισκούμπρια δεν ακολούθησαν ποτέ τους κώδικες του hip-hop ντυσίματος. Αν θέλουμε να βγούμε με μια μπλούζα Anthrax, βγαίνουμε. Κάποια ρούχα τα φοράμε στην καθημερινότητά μας, δεν τα βάζουμε για να βγούμε φωτογραφία.

Πρύτανης: Α εγώ νόμιζα πως θα βγούμε φωτογραφία σήμερα, γι’ αυτό ντύθηκα έτσι (γέλια).

Ας γυρίσουμε στη μουσική. Ποιο είναι το καλύτερο τραγούδι των Ημισκουμπρίων;
Δ.Μ.: Eίναι όλα τους παιδιά μας, που λένε. Για ‘μένα είναι το “Je Suis Bossu” που ανέφερα πριν. Ήταν ωραία ιδέα, έχει και τη λούπα του Σπανού που μας έδωσε αμέσως την άδεια, ενώ βλέπεις κάτι καινούριους που είναι ξινοί. Kαι έχει και ωραίο videoclip.

Πρύτανης: Εμένα μου αρέσει πολύ το beat που είχαμε φτιάξει για το «Αθήνα-Σαλονίκη με μια παπουτσοθήκη», στον τρίτο μας δίσκο. Το ‘χα λατρέψει.

Ένα άλλο κομμάτι σας, το «Νωρίς», περιγράφει το βίο και τις σκέψεις του σύγχρονου Έλληνα. Αν το γράφατε σήμερα, δώδεκα χρόνια μετά, τι θα προσθέτατε;

Δ.Μ.: Λίγα πράγματα. Βλέπουμε νέα πρόσωπα, νέα μέσα, αλλά η ουσία δεν αλλάζει. Δηλαδή μπορεί σε μερικά χρόνια να έχουμε μικρά διαστημόπλοια να μας πηγαίνουν στη δουλειά μας αλλά ο Έλληνας θα είναι ίδιος. Μέσα στο διαστημόπλοιο θα θέλει να ανάψει τσιγάρο…
 
(όπως δημοσιεύτηκε στο avopolis.gr - Μάρτιος 2011)

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

P J Harvey - Μια τραγουδοποιός σε αποστολή

 Η διάσημη ροκ μουσικός ετοιμάζεται να ταξιδέψει σε χώρες της Μέσης Ανατολής ως πολεμική ανταποκρίτρια

Του Βύρωνα Κριτζά

Το ερώτημα αν η μουσική μπορεί να αλλάξει τον κόσμο δεν έχει απαντηθεί ακόμη. Ολοι όμως συμφωνούν ότι μπορεί να τον περιγράψει. Αυτό αποδεικνύεται και από την επικείμενη αποστολή της Πι Τζέι Χάρβεϊ: έπειτα από ανάθεση του Αυτοκρατορικού Πολεμικού Μουσείου, η διάσημη Αγγλίδα μουσικός θα έχει την ευκαιρία να ταξιδέψει ως πολεμική ανταποκρίτρια σε εμπόλεμες ζώνες όπου αναπτύσσει δράση ο βρετανικός στρατός. Αφορμή υπήρξε το καινούργιο της άλμπουμ «Let England Shake», το οποίο περιέχει 12 τραγούδια που καυτηριάζουν τη σημερινή θέση της Αγγλίας στο παγκόσμιο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. Oπως αποκάλυψε η ίδια, δεν είχε δοκιμαστεί έως τώρα σε θέματα που απασχολούν τον κόσμο, διότι ήθελε να πράξει κάτι τέτοιο με την απαιτούμενη ωριμότητα. Να λοιπόν που ήρθε η ώρα.

Τα παρεπόμενα ενός άλμπουμ
Σε πρώτη φάση έγραψε τα νέα τραγούδια της σε μορφή πεζών και ποιημάτων. Διάβασε blogs γυναικών από το Αφγανιστάν και το Ιράκ, συζήτησε με πληγέντες πολέμου και άντλησε πληροφορίες από ντοκιμαντέρ και βιβλία. Προσπάθησε επίσης να αποφύγει το κήρυγμα και τη διατύπωση αμφίβολων λύσεων για τα προβλήματα του κόσμου. Ετσι τα καινούργια της κομμάτια θυμίζουν μικρά ρεπορτάζ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το τραγούδι «Τhe Words that Maketh Murder», το οποίο περιγράφει τις ανατριχιαστικές αναμνήσεις ενός φαντάρου ως εξής: «Στρατιώτες έπεφταν σαν κομμάτια κρέας/ανατιναγμένοι και πυροβολημένοι/χέρια και πόδια κρέμονταν από τα δέντρα». Γιατί όμως ένα μουσείο αποφάσισε να μετατρέψει μια τραγουδοποιό σε ανταποκρίτρια; Η πρώτη κίνηση έγινε από την ίδια τη Χάρβεϊ. Σε ραδιοφωνική συνέντευξή της εξέφρασε την επιθυμία της να επισκεφτεί ένα πεδίο μάχης της Μέσης Ανατολής και να γράψει τραγούδια σαν πολεμική ανταποκρίτρια, τραγούδια στο όριο της ντοκιμαντερίστικης καταγραφής. «Νιώθω όλο και μεγαλύτερη λαχτάρα να δουλέψω μ' αυτόν τον τρόπο. Να πάω ακόμη και χωρίς επίσημη ανάθεση», είπε. Τα λόγια της έφτασαν τελικά στα αυτιά του Ρότζερ Τόλσον, του διευθυντή συλλογών του Αυτοκρατορικού Πολεμικού Μουσείου. Μάλιστα βρήκε την ιδέα της Χάρβεϊ ενδιαφέρουσα και δήλωσε: «Διαθέτουμε έργα όπου χρησιμοποιείται ήχος, όπως αυτά της Σούζαν Φίλιπς, η οποία κέρδισε πέρυσι το βραβείο Τέρνερ. Ποτέ όμως δεν στείλαμε έναν καλλιτέχνη σε εμπόλεμη ζώνη».


20 χρόνια στις επάλξεις
Φέτος συμπληρώνεται μια εικοσαετία από τότε που η Χάρβεϊ έβγαλε στην αγορά το πρώτο της single «Dress»: τότε η καλλιτέχνις από το Ντόρσετ της Αγγλίας συστήθηκε στο ευρύ κοινό ως ροκ τραγουδοποιός που βάδιζε στα χνάρια της Πάτι Σμιθ. Επιπλέον, η εκκεντρικότητά της έγινε αντιληπτή από νωρίς: χωρίς να είναι ιδιαίτερα όμορφη, εμφανιζόταν με προκλητικό ντύσιμο στη σκηνή (κατά καιρούς αρκέστηκε σε μια μίνι φούστα και ένα σουτιέν), ενώ για το οπισθόφυλλο του πρώτου άλμπουμ της «Dry» επέλεξε να φωτογραφηθεί γυμνόστηθη. Το μεγαλύτερο βάρος, ωστόσο, το έριχνε πάντα στην τέχνη της. Ετσι, μέχρι σήμερα έχει ηχογραφήσει οκτώ δίσκους που διαφέρουν πολύ μεταξύ τους και τώρα θεωρείται μία από τις πιο ταλαντούχες και συνειδητοποιημένες τραγουδοποιούς της γενιάς της. Οι καλλιτεχνικές ανησυχίες της δεν εκτονώνονται πάντως μόνο στη μουσική: το 1998 η Χάρβεϊ εμφανίστηκε ως μοντέρνα εκδοχή της Μαρίας Μαγδαληνής στην ταινία «The Book of Life» και πρόσφατα σχεδίασε φίγουρες για το λογοτεχνικό περιοδικό Zoetrope του Φράνσις Φορντ Κόπολα. Κατά τ' άλλα, στο άμεσο μέλλον θα προωθήσει τον νέο δίσκο της με περιοδεία, η οποία μάλλον θα κάνει και μια στάση στη χώρα μας...

(οπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γυναίκα - Μάρτιος 2011)