Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φοίβος Δεληβοριάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φοίβος Δεληβοριάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010

Άρθρο του Φοίβου Δεληβοριά Στο "Ποντίκι Art"

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ

Δεν υπάρχει πιο βαρετό πράγμα απ’ αυτούς που προσποιούνται τους σοκαρισμένους απ’ την «αιφνίδια» κρίση. Και πιο εκνευριστικοί ανάμεσα σ’αυτούς τους νεόπτωχους φαρισαίους είναι όσοι καλλιτέχνες μας το κάνουν.

Πρώτα απ’όλα ο καλλιτέχνης ζει σε μια διαρκή κρίση, είναι πάντα φτωχός. Και χαρίζει συνεχώς πράγματα που δεν του ζήτησε κανείς.Αυτή είναι η φύση του και κανείς δεν τον υποχρέωσε να την επιλέξει. Όταν, λοιπόν, οι άλλοι -δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα- πελαγώνουν, αυτός ακόμα πιο πολύ πρέπει να μένει σταθερός σ’αυτήν την πλούσια φυλακή της ύπαρξής του.Δεν είναι ούτε δικηγόρος να σκίζει τα ρούχα του μπροστά στο ακροατήριο, ούτε συνδικαλιστής για να παζαρεύει.

Και στην περίπτωση της «κρίσης» μας, ε, εντάξει , πόσο δικαιολογημένοι είναι να πελαγώνουν άνθρωποι που μέχρι πριν δυο χρόνια σιγοσφυρίζανε στο μπάνιο τους τραγούδια από διαφημίσεις για στεγαστικά δάνεια ή για καρτοκινητούς παραδείσους;

Η κρίση, όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι άρχισε μάλλον το 1974. Όταν άνθρωποι με ιδρωμένα στο σημείο της μασχάλης πουκάμισα ήταν έτοιμοι να συνδυάσουν την κλάψα της συνεχούς διεκδίκησης του καινούργιου, με την απόλυτη άρνηση να αλλάξουν έστω κι ένα εννιάρι απ’ το ζεϊμπέκικο της κυκλοθυμικής καψούρας τους.

Το να λέει ο αρχηγός τους τη μια στιγμή «έξω οι βάσεις» και την επόμενη στιγμή να υπογράφει για την παραμονή τους, παρουσιάζοντάς την υποχώρηση σαν επανάσταση είναι το απόλυτο ιστορικό παράδειγμα αυτής της μεταπολίτευσης-μαϊμούς.

Ζούσε –και ζει- ο «απροσκήνυτος» λαός μας κάνοντας το τελείως αντίθετο απ’ αυτό που λέει. Ζορμπάς μπροστά στις γκόμενες και Παναγούλης στις διηγήσεις στους νεότερους, Χατζηαβάτης και yesman μπροστά στον μεγαλοεκδότη και στον υπεύθυνο της έγκρισης των δανείων.

Και στο μεταξύ μια νεώτερη γενιά να μεγαλώνει θαυμάζοντας τον «αγωνιστή» μπαμπά της και κακομαθαίνοντας μέσα στην αμόρφωτη χλιδή που δημιούργησαν οι «ηρωϊσμοί» του, για να ανακαλύψει ξαφνικά πως δεν υπάρχει μέλλον, πως δεν υπάρχει μοναδικότητα, πως όλη αυτή η πριγκηποσύνη ήταν δανεική. Και , σαν τα καημένα τα cyborg στο «Βlade Runner» να αρχίζει να σκοτώνει και να καταστρέφει αδιακρίτως τους δημιουργούς της και την «κληρονομιά» τους.

Ποιους αιφνιδιάζει λοιπόν, η κρίση του 2009 και τα παρελκόμενα της, το ΔΝΤ και οι επόπτες των τραπεζών;

Ε, λοιπόν, εγω προτιμώ να σας πω ποιους δεν αιφνιδιάζει. Δεν αιφνιδιάζει καθόλου τους σκηνοθέτες του κινηματογράφου μας, που χρόνια ονειρεύονται και μαζεύουν τις ιδέες τους στο συρτάρι για να δουν τελικά να επιδοτούνται οι ίδιοι και οι ίδιοι. Κι όμως, χωρίς κανείς να το ζητήσει, μας χάρισαν το «Βίος και Πολιτεία» και το «Μ’αγαπάς;», τον «Ερωτα στη Χουρμαδιά», το «Μιρουπάφσιμ», και τη «Δέσποινα», τον «Βασιλιά», τους «Αγροφύλακες» και το «Σπιρτόκουτο»,το «Αυτή η νύχτα μένει» και τον «Δεκαπενταύγουστο»,την «Ακαδημία Πλάτωνος», τον «Κυνόδοντα» και τη «Στρέλλα» και αρκετούς άλλους ανύμνητους θριάμβους μιας τυφλής τρέλας που θα μπορούσε να μας κάνει πραγματικά πλούσιους.

Δεν αιφνιδιάζει τις θεατρικές ομάδες των λίγων παιδιών που σώθηκαν απ’τις αεριτζήδικες δραματικές σχολές μας :τους “Ex animo” και τους “Abovo”, τους Μαυρογεωργίου-Γάκη και τους Νάμα, τους Blitz, τους Grasshopper και τους Pequod μεταξύ άλλων, που χωρίς να λαγοκοιμούνται ανάμεσα στις αιώνιες συμπληγάδες του μπουλβάρ και του κρατικοδίαιτου αβάν-γκάρντ πήραν την γλώσσα και το σώμα και τα χάρισαν σε ένα κοινό που διψούσε γι’αυτά χωρίς να το ξέρει καν.

Δεν αιφνιδιάζει τον Νίκο Χαλβατζή, τους Κορε.Υδρο., τους Sigmatropic και τους Interstellar Overdrive, τη Μόνικα, τον Λόλεκ, τον Boy, τους Musica Ficta, τους Night on Earth, τους Modrek, τον Lumiere Brother, τη Mary και την Tango with the Lions,τον Master Of Disguise, τους Abbie Gale και τους Le Page για να αναφέρω ελάχιστους μόνο απ’αυτούς που προτίμησαν αντί να υπνοβατούν στα σκαλάκια των εταιριών ή να ακούν με συγκρατημένη οργή τους κριτές των τάλεντ σόου να ξεκινήσουν μια επικοινωνία με το κοινό που υπήρχε στο κεφάλι τους και που σύντομα αποδείχτηκε πως δεν υπήρχε μόνο εκεί.

Δεν αιφνιδιάζει τις εξαιρέσεις ανάμεσα σε εικαστικούς, κομίστες και εικονογράφους, εκείνους που, αντιπαρερχόμενοι τη ναϊφ λαϊκότητα και την βλάχικη εκδοχή της κόνσεπτ αρτ, ανεβάζουν συνεχώς τον πήχυ της καθημερινής μας αισθητικής, χωρίς εμείς απαραιτήτως να το καταλαβαίνουμε.

Δεν αιφνιδιάζει τους ελάχιστους επίσης έλληνες που δεν εκδίδουν ό,τι γράφουν, τους ελάχιστους δηλ. πραγματικούς συγγραφείς. Το «Σύσσημον» του Νίκου Παναγιωτόπουλου, ποίημα μείζον για το οποίο η λέξη «κρίση» είναι η ελάχιστη προϋπόθεση, εκδιδόταν μυστικά από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 και κατάφερε να παραμείνει μυστικό και μετά από την «επίσημη» έκδοσή του.

Και ως εδώ μιλάω μόνο για όσα εγώ ξέρω. Για όσα είχα την τύχη να περάσουν από δίπλα μου, όσο συνειδητοποιούσα τα όρια της δικής μου φυλακής.

Από δω και πέρα όμως θα μιλήσω για όσα δεν ξέρω. Θα αφήσω τα χέρια μου να γλιστρήσουν πάνω σε δακτυλοθεσίες που δεν είναι για τα δικά μου δάχτυλα. Θα πω τρεις-τέσσερεις λέξεις το πολύ, γιατί είμαι φλύαρος και δεν μπορώ να πω λιγότερες. Θα υποχρεώσω την ομορφιά να ανέβει στο επίπεδο της ασχήμιας και την ασχήμια να παραδεχτεί πως δεν έχει τίποτα το σπουδαίο. Δεν θα κολακέψω ούτε λίγο τα πρεζάκια, τους εναλλακτικούς, τους φαν του “V for Vendetta” και τους τύπους που στέλνουν comments σε τύπους που στέλνουν comments.

Κρίση υπάρχει από τη μέρα που γεννήθηκα.Δεν θα σκίσω τα ρούχα μου, ούτε και τα ρούχα κανενός άλλου για κάτι τόσο συνηθισμένο στους αιώνες.Θα φορέσω κάτι που μου αρέσει και θα έρθω εκεί που είσαι εσύ.

"Ποντίκι Art" (26-8-2010)

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009

Συνέντευξη Φοίβος Δεληβοριάς



ΤΟΥ ΒΥΡΩΝΑ ΚΡΙΤΖΑ

Η παρακάτω συνέντευξη με το Φοίβο Δεληβοριά δημοσιεύτηκε στο avopolis.gr στις 20/01/09

Όταν κάνεις μια συζήτηση με το Φοίβο Δεληβοριά, από τη μία δεν θες να τελειώσει ποτέ κι απ ’την άλλη δεν βλέπεις την ώρα να επισκεφθείς ξανά τα κεντρικά βιβλιοπωλεία και δισκοπωλεία, το dvd club της γειτονιάς σου και τις πιο μακρινές παρυφές του διαδικτύου. Γιατί κατά τη διάρκεια της κουβέντας γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος, πιο ώριμος και πιο διψασμένος για ζωή…

Γιατί αποφάσισες να κάνεις live δίσκο;

«Γιατί η δισκογραφία, όσο και να την αγαπάμε, είναι μια μορφή θανάτου. Τα τραγούδια σου ακινητοποιούνται σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο, παγώνουν σε μια συγκεκριμένη μίξη για πάντα. Με ένα live τους δίνεις μια ευκαιρία να ξαναζωντανέψουν, να ξαναβρούν τον παλιό, ανασφαλή εαυτό τους και να αγαπηθούν – αν αξίζει να αγαπηθούν – γι’ αυτό που πραγματικά είναι».

Ποιος είναι ο πρώτος live δίσκος που άκουσες και ποιοι οι αγαπημένοι σου έκτοτε;

«Το πρώτο live που άκουσα ήταν το 20 Χρόνια Δρόμος του Σαββόπουλου και θυμάμαι πως είχα αποστηθίσει μέχρι και τις μικρές φωνές των ακροατών που έπιανα απ’ τ’ ακουστικά μου. Οι δύο αγαπημένοι μου live δίσκοι είναι το Concert In Central Park των Simon & Garfunkel και το Όχι Λάθη, Πάντα Λάθη των Χειμερινών Κολυμβητών».

Κατά καιρούς συμμετέχεις σε διάφορες μαζικές συναυλίες κοινωνικοπολιτικού χαρακτήρα. Ένιωσες ποτέ μια ματαιότητα γύρω από όλες αυτές τις προσπάθειες;

«Φυσικά και την ένιωσα, αφού τραγουδάμε εν έτει 2009 για την Παιδεία και την κρατική καταστολή, χρησιμοποιώντας ακόμα τα “Παραπονεμένα Λόγια” και όλα τα σχετικά κλισέ της Μεταπολίτευσης. Αν δεν πούμε καινούργια λόγια και δεν έχουμε καλλιτεχνική πρόταση σ’ αυτές τις συναυλίες, τότε δεν βλέπω πώς δικαιούμαστε να διεκδικούμε οτιδήποτε. Καλύτερα να μένουμε σπίτια μας και ν’ ακούμε καλή μουσική».

Θεωρείς τον εαυτό σου πολιτικοποιημένο;

«Ναι, φυσικά. Πιστεύω πως όλες οι δυστυχίες του ανθρώπου έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι ζει γύρω απ’ τα λεφτά. Κι αυτό μόνο η πολιτική δυναμική θα μπορούσε κάποτε να το αλλάξει. Όχι η επίσημη πολιτική των κάθε λογής συμφερόντων, αλλά οι πολίτες που θέλουν στ’ αλήθεια ν’ αλλάξουν ζωή».

Πιστεύεις πως το διαδίκτυο αφυπνίζει τους νέους ή τους περιορίζει σε μια βουβή ψευδαίσθηση διαμαρτυρίας;

«Εγώ πιστεύω πως η πληροφόρηση των νέων σήμερα είναι καλύτερη από ποτέ κι αυτό είναι θετικό. Δεν δέχονται π.χ. παθητικά μόνο ό,τι δείχνει ένα τηλεοπτικό κανάλι, αλλά επιλέγουν στο youtube ή στο google video οι ίδιοι τι θα δουν. Το ότι θα υπάρχουν πάντα βούρλα που δεν θα βλέπουν πέρα απ’ τη μύτη τους είναι αναντίρρητο. Όπως έλεγε ο Μπρασσένς, «δεν έχει σημασία η εποχή – όταν είναι κανείς μαλάκας, είναι μαλάκας». Αυτοί όμως που θέλουν να μάθουν και να ξυπνήσουν έχουν περισσότερες ευκαιρίες να το κάνουν από ποτέ».

Εσύ τι άκουσες/είδες/διάβασες που σε εντυπωσίασε τελευταία;

«Άκουσα τους MGMT και τον Παυλίδη στην Ερμούπολη, είδα το «The King of Kong» και τους «3 Πιθήκους», διάβασα (και ξαναδιάβασα) το «Σύσσημον» του Νίκου Παναγιωτόπουλου και το «Περί μνήμης» του Κωστή Παπαγιώργη».

Σε τι ύφος θα κινηθούν οι παραστάσεις που ετοιμάζεις στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο;

«Θα έχω μαζί μου ένα θαυμάσιο μουσικό κουαρτέτο, ακουστικό, αλλά με μιαν ένταση που καμιά φορά ο ηλεκτρισμός τη σκεπάζει. Όλα τα τραγούδια μου θα ακουστούν με εντελώς διαφορετικό τρόπο απ’ αυτόν που πρωτακούστηκαν. Θα είναι επίσης μαζί μου η τραγουδίστρια Πέννυ Μπαλτατζή, την οποία πρωτογνώρισα πέρσι και θαυμάζω πολύ. Με τους καλεσμένους τώρα – έναν σε κάθε βραδιά – θα διαλέγουμε μαζί 8 τραγούδια από το ρεπερτόριό τους ή άλλα που αποτελούν κοινές αγάπες μας, ελληνικά και ξένα. Υπάρχουν πρόσωπα όπως η Αρλέτα, ο Μπακιρτζής και ο Ξυδάκης στο καλλιτεχνικό θάρρος και στην αριστοκρατική στάση των οποίων στηρίχτηκα πολλές φορές όταν τα πάντα γύρω μοιάζανε παράλογα. Υπάρχουν άλλα, όπως ο Παυλίδης και η Φριντζήλα, των οποίων η ευαισθησία υπήρξε σύγχρονη με μένα, χειρίζονταν όμως κλειδιά και δωμάτια τόσο διαφορετικά απ’ τα δικά μου, ώστε ήταν φυσικό να τους ερωτευτώ. Υπάρχουν επίσης ο Μαραβέγιας, οι Encardia και η Μαρκέλλου, φίλοι μου των τελευταίων χρόνων που έδωσαν στην ομορφιά τους το προνόμιο να παραμείνει αβοήθητη και ανεξάρτητη – και γι’ αυτό τους θαυμάζω πολύ».

Ποια είναι τώρα τα καλλιτεχνικά σου όνειρα και ποια τα σχέδια;

«Όνειρό μου ήταν πάντα να ζω όπως οι καλλιτέχνες. Να διαισθάνομαι, να ερωτεύομαι και να ανησυχώ. Δεν έχω χρόνο για σχέδια».