Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Γεια σου ρε Ringo, φωτογράφε!

Ο John και ο Paul στο πρώτο τους ταξίδι στην Ινδία, το '66.

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Π + Φ

Όταν ήμουνα μικρός (2009-2010), διατηρούσα στην τελευταία σελίδα του περιοδικού Sonik μια στήλη όπου διάφοροι άνθρωποι της μουσικής μου έγραφαν ένα κείμενο για το "δίσκο που τους άλλαξε τη ζωή". Η ιδέα μου δεν ήταν ιδιαίτερα πρωτότυπη. Για την ακρίβεια, την είχα ξεσηκώσει ξεδιάντροπα από το βρετανικό περιοδικό Mojo. 
Πήγε καλά. Επί δύο χρόνια περίπου πέρασαν διάφοροι, από τον Πορτοκάλογλου ("Τhe White Album") μέχρι τον Νένε ("Horses") και από τον The Boy ("Συνθετικοί") μέχρι τον Locomondo ("Born in the U.S.A."). 
Έφαγα βέβαια και πόρτες. Ο Ανεστόπουλος δεν έστειλε ποτέ, ο Νικήτας Κλιντ ένιωσα πως βαρέθηκε μόνο που του το 'πα στο τηλέφωνο και ο Παυλίδης δεν κατάφερε εν τέλει να διαλέξει μεταξύ Leonard Cohen και Κώστα Χατζή. 
Δύο από τα πιο όμορφα κείμενα πάντως ήταν τα πρώτα που ήρθαν, συναισθηματικά και διεισδυτικά, από δύο καλλιτέχνες που επιβεβαιώνουν την κοινή παραδοχή πως ο άξιος λόγου μουσικός είναι πρωτ' απ' όλα καλλιεργημένος ακροατής. 



O Φοίβος Δεληβοριάς γράφει για το Γκάλοπ (1985) της Λένας Πλάτωνος.

 Στην Πάτμο είχαμε πάει διακοπές το 1992. Η Σταυρούλα, ο Νίκος Ράλλης κι εγώ. Είχαμε μόλις τελειώσει το σχολείο και προσποιούμασταν ότι ήμαστε όπως όλοι. Το αντίσκηνό μας ήταν ίδιο με όλων των υπολοίπων στο κάμπινγκ, κιθάρα και κασετόφωνο κουβαλούσαμε κι εμείς όπως οι περισσότεροι.. Μόνο το βράδυ εξαντλημένοι απ’την επίθεση της οργανωμένης φύσης, κλείναμε το φερμουάρ και ακούγαμε απ’ όλες τις κασέτες την πιο παράταιρη, την πιο ταιριαστή στο αποκαλυπτικό νησί μας: το Γκάλοπ της Λένας Πλάτωνος. Εγώ την Πλάτωνος την είχα δει μικρός σ’ ένα ασανσέρ. Η μαμά μου μου είπε ότι είχε γράψει τη «Ρόζα Ροζαλία» και ότι έκανε μάθημα πιάνου στη Δάφνη, ένα κοριτσάκι που ήξερα. Είχε κάτι πράσινα, μεγάλα μάτια κι έδειχνε να’ναι από ένα μέρος που ήξερα κι εγώ. Δεν είχα αφήσει εκείνη την εικόνα ως το καλοκαίρι του ’92, δεν ήξερα όμως τι να κάνω μ’ αυτήν ως τότε.
Ώσπου ο Νίκος μου’ δωσε πριν ξεκινήσουμε για Πάτμο τρεις-τέσσερεις δίσκους της. Ξέχασα οτιδήποτε άλλο σήμαινε μουσική ως τότε και ρίχτηκα στο Σαμποτάζ και στον Καρυωτάκη. Τα άκουγα και μ’ έπιανε μια παράξενη χαρά που έμοιαζε με φόβο, όπως συμβαίνει πάντα όταν η Τέχνη ζητάει κάτι περισσότερο από σένα, πέρα απ’ το να την απολαύσεις. Οι δίσκοι αυτοί ζητούσαν όλο μου τον εαυτό, όλες μου τις συνήθειες και τις ομοιότητες με τους άλλους. Ήθελαν εγώ να είμαι αλλιώς. Έστω όμως ότι αυτοί φέρναν κάτι απ’ το ροκ της εφηβείας μου κι από τον Χατζιδάκι στον οποίο ήδη έιχα βαφτιστεί. Το Γκάλοπ όμως; Το Γκάλοπ ήταν διαφορετική υπόθεση. Ο τρόπος που ακουγόντουσαν τα ελληνικά εκεί μέσα, πάνω απ’ τα αναλογικά συνθεσάϊζερ κι από τα χειροποίητα μπιτ, η φωνή της ίδιας που μιλούσε σαν ένα κορίτσι χαμένο σε μια μελλοντική μαύρη τρύπα, δεν είχαν τίποτα από την εποχή εκείνη, κι ας είχαν περάσει ήδη εφτά χρόνια από την κυκλοφορία του. Η μουσική εκείνη δεν υπήρχε ακόμα- εδώ τουλάχιστον. Την είχε ακούσει μόνη της σ’ ένα δωμάτιο πλάϊ στους «δήμιους της Αμερικάνικης Πρεσβείας» και μας την είχε στείλει σαν μέσα σε μπουκάλι, πανικόβλητη. Το «Μια άσκηση φυσικής άλυτη», το «Τι νέα, Ψιψίνα;», το «Κι ακούμε σ’ αγαπω» και πάνω απ’ όλα ο «Μάρκος», ήταν τα τραγούδια που θα’πρεπε να γραφτούν κάποτε για όλα εκείνα που θα ζούσαμε, τα μοναδικά χρήσιμα, με τις μόνες λέξεις και τους μόνους ήχους που θα μπορούσαν να μας χωρέσουν.
Ακόμα και σήμερα δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι τα τραγούδια αυτά έχουν ήδη γραφτεί, το ‘85.  Δεν μου φαίνεται όμως καθόλου παράξενο που με το που ανακοινώθηκε πρόσφατα η δισκογραφική επιστροφή της και η συναυλία της στο Ηρώδειο, ένα σωρό αθόρυβοι ως τότε άνθρωποι, από διάφορες ηλικίες και γενεές αισθάνθηκαν να το γιορτάζουν. Γιατί η Πλάτωνος ήταν το καλά κρυμμένο μυστικό του τραγουδιού μας, όπως ο Καρυωτάκης ήταν ό,τι απωθούσε για χρόνια η εθνική μας ποίηση. Γι’ αυτό και τώρα η συγκυρία φέρνει σ’όλους εμάς που την ακούγαμε κρυφά, ένα συναίσθημα ωραίο, αλλά μετέωρο. Τι μπορεί να σημαίνει για την από δω και πέρα μουσική μας, το ότι συναντηθήκαμε επιτέλους όλοι με την Πλάτωνος; Θα την «κλασικοποιήσουμε» κι αυτήν όπως όλους τους μεγάλους, κάνοντάς την απωθητική για τους νεώτερους; Ή θα ακολουθήσουμε το δύσκολό της κάλεσμα σε μια ζωή που δεν την ορίζουν οι κάθε λογής «ιδιοκτήτες, που δεν ξέρουν τι ζητάνε-κι έτσι μας μπερδεύουν-κι έτσι μας πολεμάνε»; Για να δούμε. Εγώ είμαι ακόμα κλεισμένος σ’ ένα αντίσκηνο στην Πάτμο με τη Σταυρούλα και το Νίκο κι ακούμε για 5η φορά σε μια νύχτα το Γκάλοπ. Και εύχομαι μέσα μου αυτή η νύχτα να μην τελειώσει ποτέ.




Ο Π.Ε. Δημητριάδης γράφει για το Automatic for the people (1992) των R.E.M.

Watch the road and memorize/This life that pass before my eyes. Ήταν φθινόπωρο του 1992, άρχιζε η Β΄ Γυμνασίου. Η πρώτη μου επαφή με τους R.E.M. είχε συντελεστεί ενάμιση χρόνο πριν (άνοιξη του 1991) ως ακραία αποστροφή απέναντι στο video clip (μια από τις πρώτες επαφές μου με το είδος) του “Losing My Religion”, που λίγους μήνες μετά, δεν ξέρω πώς (ή μάλλον ξέρω), είχε μεταστραφεί σε «κάτι σαν έρωτα» (οι περισσότεροι από σας καταλαβαίνετε ακριβώς τι εννοώ) για το συγκρότημα. Έχοντας «λιώσει», λοιπόν, τις σε κασέτα εκδόσεις των Out Of Time, The Best Of… και Green (χωρίς να ξέρω ουσιαστικά τι είναι αυτό που ακούω και μου παρέχει τέτοια ηδονή χωρίς να καταλαβαίνω τι πραγματικά λέει) περίμενα με αγωνία, που από τη μελλοντική μου εμπειρία μόνο με την ερωτική θα μπορούσα να παραλληλίσω, τον καινούριο δίσκο των R.E.M., που είχα ενημερωθεί από τις ειδήσεις του MTV ότι θα κυκλοφορήσει στις 6 Οκτωβρίου (δεν το θυμάμαι, το είδα τώρα στο AMG), ενώ είχα ήδη «πωρωθεί» από το αινιγματικά γοητευτικό (τραγούδι και video clip) -και λόγω του υπονομευτικά αψυχολόγητου ως επιλογής-, πρώτο single “Drive”, που και έριχνε πολύ λάδι στη φωτιά του μύθου που «οργίαζε» στο κεφάλι μου και αηδίαζε την κοπέλα με την οποία ήμουνα (ανομολόγητα) «ερωτευμένος». Μετά από απελπισμένες επισκέψεις στα δισκοπωλεία, χρειάστηκε να περιμένω μερικές βασανιστικές μέρες ακόμα για να αποκτήσω το Automatic For The People από το δισκοπωλείο «Πασπαρτού», όπου είχαμε πάει μαζί με το συμμαθητή μου Κώστα Αλεξάκη (του Γεωργίου), καλή του ώρα εκεί που είναι, μετά τα Αγγλικά (ήταν στο δρόμο πάνω από το φροντιστήριό μας), για να αγοράσουμε εγώ τον εν λόγω δίσκο και αυτός τον καινούριο δίσκο των Toto με την επιτυχία “Don’t Chain My Heart (Don’t Chain My Soul)” (μάλιστα την επόμενη μέρα είχαμε συμφωνήσει να δώσει ο καθένας στον άλλο μια αντιγραμμένη κασέτα από το δίσκο που αγοράσαμε - η αλήθεια είναι πως δεν άκουσα ποτέ την κασέτα των Toto...).
Είχε ήδη νυχτώσει, γύρισα σπίτι, έβαλα το δίσκο στο πικάπ που είχαμε στο σαλόνι (τώρα υπνοδωμάτιο της γιαγιάς μου) και τον άκουσα με ακουστικά. Δίπλα η μάνα μου βοηθούσε την αδερφή μου στα μαθήματα, αλλά ήταν σαν να μην υπήρχαν. Δεν έχω καθόλου καλή μνήμη, αλλά πιστεύω πως αυτές οι στιγμές δεν ξεχνιούνται ούτε με αλτσχάιμερ. Και τα αξέχαστα δεν περιγράφονται με λόγια, τρέμεις να τα μοιραστείς, τόσο από σεβασμό στην πολύτιμη ιδιωτικότητά τους όσο και για να μην αδικηθεί το άπειρο και πολυδιάστατο του συναισθήματος από το πεπερασμένο και μονοδιάστατο του πεζού λόγου. Για τους ίδιους λόγους θα ήθελα να αποφύγω χαρακτηρισμούς «μουσικολογικού» τύπου και κρίσεις για το δίσκο ή μεμονωμένα τραγούδια του, καθώς πολύ απλά όλα αυτά δεν έχουν καμιά αξία όταν το προσδιοριζόμενο αντικείμενο έχει εξυψωθεί (και εξιδανικευτεί) στην προσωπική σφαίρα του συναισθήματος και της μνήμης, και δη της προ-εφηβικής.
Έζησα με το Automatic (χωρίς ένθετο με τους στίχους -οι σοφοί R.E.M. της πρώτης δεκαπενταετίας φρόντιζαν να μην παρέχουν τέτοιο- ούτε internet για να μου το «χαλάσει»), με την έννοια της τακτικής (που τότε σήμαινε για ένα δίσκο: καθημερινής) ακρόασης για παραπάνω από ένα χρόνο, είναι μακράν ο πιο πολυακουσμένος δίσκος της δισκοθήκης μου. Για πολλά χρόνια, και έχοντας ακούσει εκατοντάδες άλλους δίσκους, πολλούς από τους οποίους αγάπησα και δέθηκα μαζί τους αλλά ποτέ σ’ αυτό τον «ακραίο» βαθμό, δεν είχα ακούσει το Automatic, τόσο από κορεσμό και προτεραιότητα σε καινούρια, προοδευτικά αυξανόμενα, ακούσματα όσο και από φόβο μήπως έχει χάσει κάτι από την εσωτερικά κατοχυρωμένη αξία του. Σήμερα, 18 χρόνια μετά την πρώτη ακρόαση, και πηγαίνοντας κόντρα στην, μάλλον αυθαίρετη, προσωπική μου πεποίθηση ότι τα μεγάλα πράγματα δεν είναι για πάντα (περισσότερο άλλοθι για τα συναισθηματικά μου σκαμπανεβάσματα και μια ναρκισσιστικο-ψυχαναγκαστική τάση απομυθοποίησης που με διακατέχει), έβαλα να ακούσω ξανά το Automatic, ως βοηθητική συνοδεία στη συγγραφή αυτού του κειμένου. 
Κατά τη διάρκεια της ακρόασης συνειδητοποιώ ότι τα μισά (6) τραγούδια του δίσκου βγήκαν singles (όχι, δεν ήταν μόνο ο Michael Jackson και οι Guns ’n’ Roses), γεγονός που δεν έχει στερήσει τίποτα από την αξία τους. Η μεγάλη ανατριχίλα όμως βρίσκεται στα κομμάτια που δεν «συρρικνώθηκαν» φαντασιακά από την εικόνα του video clip (που και αυτή πάλι, σε ένα ενιαίο με το δίσκο concept, κουβαλάει για μένα όχι λιγότερες μνήμες) και του τηλεοπτικού “heavy rotation”, στο “Try Not To Breath”, το “Sweetness Follows”, το “Monty Got A Raw Deal”, που χρειάστηκε να ξεθάψω ένα καθαριστικό βινυλίου του πατέρα μου για να το ακούσω σαν άνθρωπος, το “Star (=Fuck) Me Kitten”, το “Ignoreland”, που τελικά δεν είναι «το χειρότερο τραγούδι του δίσκου», όπως πίστευα τότε, γιατί απλά είναι ύβρις να προσδώσεις «κακό» επίθετο ως προσδιοριστικό κομματιού αυτού του δίσκου. Η γλυκύτητα της παιδικότητας, της νοσταλγικής μνήμης αλλά και μιας αφοπλιστικά φιλότιμης και ειλικρινούς ακόμα τέχνης στο κλασικό απόγειο της ωριμότητάς της, ακολουθεί κάθε νότα, κάθε λέξη, κάθε κομμάτι χαρτιού και χαρτονιού του artwork του δίσκου. Κλείνοντας, λοιπόν, την έκθεσή μου: Αυτός είναι ο δίσκος που με σημάδεψε όσο κανένας άλλος.

*Η φωτογραφία τραβήχτηκε στο 6 d.o.g.s. από τη Μαρία Παρούση (18/1/2012)

Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

Deafislands 2013

Υψωμένος σε ένα ψηλό πεζούλι, ο Φοίβος Δεληβοριάς χαμογελάει διαρκώς, τραγουδάει ξεχνώντας στίχους και χτυπιέται σαν έφηβος του Schoolwave, στην πιο ροκ, ίσως, στιγμή της καριέρας του. Στα μισά ενός τραγουδιού του, ο Παύλος Παυλίδης κατεβαίνει από τη σκηνή για να χορέψει ρέιβ μέσα στον κόσμο. Ο δε Γιάννης Νάστας των Xaxakes, με κοψιά ποπ σταρ άλλων εποχών, φαίνεται να ζει το όνειρο. Για όλα φταίει το καλοκαίρι... Στο Up Festival των Κουφονησιών, όλα εκείνα που μέσα στις μεγαλουπόλεις μοιάζουν γνωστά και συνηθισμένα, νοηματοδοτούνται εκ νέου από τη μυρωδιά της θάλασσας, το φεγγάρι, το κυκλαδίτικο μελτέμι που δε σ’ αφήνει σε ησυχία.
Η ιστορία του φεστιβάλ, το όποιο διεξάγεται από το 2011 στην παραλία Πορί του Άνω Κουφονησιού, δεν θα μπορούσε να είχε ξεκινήσει πιο ρομαντικά: δυο φίλοι, φαν του Παυλίδη, βρέθηκαν ένα βράδυ πριν από μερικά χρόνια εκεί και φαντάστηκαν τον αγαπημένο τους καλλιτέχνη να δίνει μια δωρεάν συναυλία για λίγους. Η επιθυμία τους δεν ήταν και τόσο ουτοπική. Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά φέτος, με εκατοντάδες κόσμου και μεγαλύτερο επαγγελματισμό που όμως δεν αλλοίωνε την αίσθηση ότι ήσουν καλεσμένος στο πάρτι ενός φίλου, το παλιό τους όνειρο στέφθηκε ξανά με επιτυχία. Μικρά λεωφορεία πηγαινοέφερναν τον κόσμο με ένα ευρώ εισιτήριο καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας, το μπαρ ήταν οργανωμένο, οι μουσικοί έμοιαζαν να το διασκεδάζουν περισσότερο απ’ τους ακροατές, όλοι χαμογελούσαν.
Δεν είναι τυχαίο που οι διοργανωτές επέλεξαν το συγκεκριμένο νησί. Στα Κουφονήσια φυσάει ένας αέρας σπάνιος. Το παιδί στη λάντζα θα σου δώσει το χέρι για να αποβιβαστείς με ασφάλεια στη στεριά, η ηλικιωμένη κυρία του μίνι-μάρκετ θα σ’ ευχαριστήσει που ψώνισες από εκείνη ενώ ξέρετε κι οι δυο πως δεν διέθετες πολλές επιλογές. Νέοι άνθρωποι με μέσο όρο ηλικίας τα εικοσιπέντε περπατούν σε καλντερίμια λιθόστρωτα και αμμώδεις παραλίες μέχρι αργά το βράδυ, όχι όμως με το επιβεβλημένο κλισέ του κλάμπινγκ και του «ξεφαντώματος».
Στο μικρόκοσμο του φεστιβάλ, βέβαια, τα live διαρκούσαν μέχρι τις τρεισήμισι τα ξημερώματα. Πέρα από τους προαναφερθέντες, οι Wedding Singers ανέβασαν τα γκάζια με eurotrash διασκευές, οι Baby Guru έδειξαν ξανά πόσο καλά στέκονται στο ζωντανό, η καλοκαιρινή ποπ του Leon βρήκε το φυσικό της περιβάλλον και η γλυκιά μελαγχολία της Τango with Lions μπερδεύτηκε υπέροχα με τη μελαγχολία της τελευταίας ημέρας. Φυσικά, η μουσική σε τέτοιου τύπου συνευρέσεις δεν είναι παρά η αφορμή. Προσωπικά δεν έζησα κάποια συγκλονιστική μουσική εμπειρία και είμαι βέβαιος πως δεν έφταιγαν ούτε τα προβλήματα ήχου ούτε η μη τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων. Κι όμως, το πρωί που έπεφτα να κοιμηθώ, η μουσική γύριζε ακόμα γλυκά στο κεφάλι μου, με τον ίδιο τρόπο που ο ήλιος του μεσημεριού μου έκαιγε ακόμα την πλάτη.  

(οπως δημοσιευτηκε στο "Κ" της Καθημερινης - Αυγουστος 2013)


*η φωτογραφια του Π.Π. ειναι του Ανδρεα Λαμπροπουλου - η φωτογραφια του Φ.Δ. ειναι της Λιλας Τζαμουση.


Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

Tα 10 αγαπημενα μου ελληνικα τραγουδια

                                               

                                                 
 






Τρίτη 14 Μαΐου 2013

Εδώ μιλάμε για λατρεία

10 σημεία που κάνουν τους Κόρε. Ύδρο. ξεχωριστούς 




Jesus Christ Superstar
Oι στίχοι του Π.Ε. Δημητριάδη έχουν έναν τρόπο να αλιεύουν από μέσα σου το καταπλακωμένο από τόνους ανοησίας και ψευτιάς θρησκευτικό αίσθημα. Η αγάπη αυτή είναι κυρίως μια ταύτιση με το πρόσωπο και τον λόγο του Χριστού, δεν χρησιμοποιείται ως καμουφλαρισμένη υπεράσπιση του χιπισμού (ακούστε π.χ. τις  «Δέκα Εντολές» του συγκροτήματος Σκορπιός - ξεκίνημα του Γιάννη Γιοκαρίνη πίσω στο 1973) και δεν φορά τις παρωπίδες της θρησκοληψίας, αφού τραγούδια όπως τα «Χωρίς επίκληση», «Συμφιλίωση» και «Τα βράδια της κρίσης» ασκούν κριτική.

Δίσκοι ψυχαναγκαστικής τελειομανίας
Στίχοι με άνω τελείες, παρενθέσεις και χρωματικές παρεμβολές. Ενορχηστρώσεις που σε αφήνουν με το στόμα ανοιχτό. Artwork  βραβευμένο από τα ΕΒΓΕ, πάντα πρωτότυπο, ποτέ διεκπεραιωτικό. Δικαίως οι συναυλίες τους χαρακτηρίζονται θρυλικές, όμως οι ίδιοι θεωρούν τους εαυτούς τους πρωτίστως καλλιτέχνες του στούντιο. Έτσι, φτιάχνουν άλμπουμ έργα τέχνης αγνοώντας την προχειρότητα που επιτάσσει η εποχή και οι εξασφαλισμένα χαμηλές πωλήσεις, κυρίως για να ικανοποιήσουν τα στάνταρ της δικής τους υψηλής αισθητικής.

Υποβόσκον χιούμορ
Ιστορικές μπάντες όπως οι Τρύπες και τα Διάφανα Κρίνα, αγκάλιασαν αυτάρεσκα μια μελαγχολία, την οποία δεν απεκδύθηκαν στιγμή. Στους Κόρε. Ύδρο. τα πράγματα είναι διαφορετικά. Μαζί με την αγιάτρευτη θλίψη που έχει σφηνώσει στο πιάνο τους, η οποία πράγματι φλερτάρει με τον κίνδυνο της εκφραστικής μανιέρας, συνυπάρχουν και δόσεις χιούμορ που λειτουργούν ευεργετικά. Τραγούδια όπως τα «Όλες οι μικρές μου λέξεις», «13 μήνες σε 3 λεπτά», «Πρωινή διερώτηση» και «Μια ανοιχτή πληγή», καθώς και διάσπαρτα γατάκια, αρκουδάκια, στρουμφάκια, φωτίζουν μιαν άλλη πλευρά του γκρουπ, αυτή που άλλωστε υιοθετείται και στα credits των cd, τα videoclip και τις συνεντεύξεις.

Διακριτική αποδοχή της ομοφυλοφιλίας
Με προβοκατόρικους τίτλους όπως «Χειραψία (Gay anthem for the new millennium)» και στίχους συγχυσμένης σεξουαλικότητας («ούτε για τον συντοπίτη που με φίλησε σχεδόν στο στόμα», «σε μια ανδρόγυνη κατάσταση αιωρούμαι»), περιγράφουν χωρίς φόβο ή ντροπή πράγματα που ο καθένας λίγο-πολύ βιώνει ή σκέπτεται. Έτσι, χειρίζονται τον ανομολόγητο ερωτισμό μεταξύ δύο ατόμων ίδιου φύλου με τρόπο βαθιά ποιητικό, σαν γνήσια παιδιά του Καβάφη και του Χριστιανόπουλου. Η στάση τους αυτή μοιάζει να πηγάζει από μια ανάγκη υπεράσπισης των αδυνάμων και όχι εξομολόγησης προσωπικών προτιμήσεων.


Trash love
Στον σύμπαν τον Κόρε. Ύδρο., οι «ξεπεσμένοι» αστέρες που λοιδορούνται από όσους συγχέουν το σοβαρό με το σοβαροφανές, λογαριάζονται σαν βασιλιάδες. Ο Π.Ε. Δημητριάδης έχει φωτογραφηθεί περήφανα πλάι στον συγχωρεμένο τον Βασίλη Τσιβιλίκα, εντάσσει στίχους του Γονίδη στις συνεντεύξεις του, συγκινείται (σύμφωνα με λεγόμενά του) με τα τραγούδια του Καρβέλα από το “Je t’aime”, ενώ σε περσινή του επίσκεψη στην Αθήνα διασκέδασε στη μουσική παράσταση του Μάκη Δελαπόρτα και της Κωνσταντίνας. Επιπλέον, πίσω στο 2010, οι Κόρε. Ύδρο. διασκεύασαν ζωντανά δύο τραγούδια του Αντρέα Μικρούτσικου, τα οποία και έλαμψαν μέσα στο setlist σαν κορυφαία δείγματα ελληνικής ποπ, όπως τους αξίζει.

Site
Εντάξει, δεν την ανανεώνουν πια με τη συχνότητα και το κέφι του παρελθόντος, ωστόσο εξακολουθούν να διαθέτουν την καλύτερη (και με διαφορά!) ιστοσελίδα έλληνα καλλιτέχνη. Το koreydro.gr δεν είναι απλά ένα μέσο προώθησης των δραστηριοτήτων τους – είναι λόγος να τους αγαπήσεις. Αρχειοθετούν με ευλάβεια τις συνεντεύξεις, τα άρθρα και τις κριτικές, αναρτούν αστείες φωτογραφίες από τις οποίες πετάγονται κρυφά μηνύματα όταν σύρεις επάνω το ποντίκι, ανεβάζουν σχεδόν καθημερινά ένα «τραγούδι της ημέρας» και διασώζουν περήφανα τα «ανώριμα» τραγούδια και videoclip που έφτιαχναν όταν ήταν παιδιά.

Yποκειμενικότητα
Στα παλιά τα χρόνια, το τραγούδι είχε κατά κανόνα μια συλλογική ταυτότητα, δεν νοούνταν δηλαδή ως μέσο έκφρασης του ενός αλλά των πολλών. Ο πρώτος που υπερασπίστηκε την υποκειμενικότητα στην Ελλάδα ήταν ο Τσιτσάνης («γλυκοχαράζουν τα βουνά/ μα εγώ τα βλέπω σκοτεινά») και στη συνέχεια ο Σαββόπουλος («τη νύχτα αυτή τη λέτε εσείς φωτιά/ μα εγώ τη λέω δέντρο»). Οι Κόρε. Ύδρο. λοιπόν έχουν πολλά τέτοια στοιχεία προσωπικής- λοξής ματιάς στα τραγούδια τους: «Γιώργο η αλήθεια των πολλών πώς με τρομάζει», «κάποιοι το είπαν θαύμα της φύσης […] εγώ όμως ένα μόνο ξέρω», «με χλεύασαν γιατί δεν ήμουν σαν κι αυτούς», «και αν για κάποιους με σφραγίδα είμαι τρελός». Αυτό τους το γνώρισμα, δίνει και μια καλή εξήγηση του γιατί διαθέτουν λίγους αλλά φανατικούς ακροατές, οι οποίοι νιώθουν το συγκρότημα δικό τους. Το ‘χει πει ωραία κι ο Morrissey: “People see no worth in you/ but I do”.

Aνεξαρτησία
Τα κάνουν όλα μόνοι τους. Ζητούν στήριξη μόνο από δικούς τους ανθρώπους. Δεν πήραν «το χρίσμα της Γαλάνη», δεν κάλεσαν κανένα μεγάλο όνομα να συμμετάσχει σε δίσκο τους για μεγαλύτερο crossover (προτιμούν τις φίλες τους!), παρέδωσαν αυτούσια την «Φτηνή Ποπ για την Ελίτ» στη Μinos όταν δεν τους ήξερε κανένας χωρίς να επιτρέψουν παρεμβάσεις. Την ώρα που άλλα γκρουπ χρησιμοποιούν τον όρο “indie” μόνο για να αυτοπροσδιοριστούν μουσικά, οι ίδιοι τον έχουν ασπαστεί ως τρόπο ζωής. Κι όλα αυτά πάντα με βάση την Κέρκυρα, από την οποία δεν διανοήθηκαν ποτέ να φύγουν.

Αντισυμβατικές φωνές
Ο Π.Ε. Δημητριάδης είναι ένας σπάνιος, ιδιαίτερος τραγουδιστής. Βουτάει ξεδιάντροπα στο μελό των ερμηνευτών της δεκαετίας του ’70 και δεν πνίγεται, πατάει χωρίς δυναμική στις χαμηλές νότες, περνά απότομα στις ψηλές και αυτή η αστάθεια, η ομορφιά του ακατέργαστου, είναι που κάνει τη διαφορά. Από την άλλη, ο Αλέξανδρος Μακρής, που σε κάθε δίσκο διεκδικεί όλο και περισσότερα λεπτά στο μικρόφωνο, τραγουδάει πάντα χαμηλόφωνα. Ίσως όχι τόσο εκφραστικά όσο ο πρώτος, αλλά τρυφερά, χωρίς στόμφο, με τη συστολή ενός εφήβου χαμηλών τόνων.

Υπερβολή
Τυπώνουν μπλουζάκια με το όνομα του γκρουπ σε χρώματα και σχέδια για κάθε γούστο, κάνουν δηλώσεις στην ισπανική τηλεόραση, μένουν ημίγυμνοι στη σκηνή, επιδίδονται σε παρατεταμένο stage-diving, σπάνε κιθάρες. Αυτό που η Δέσποινα Τριβόλη περιέγραψε πολύ εύστοχα σαν «ένα συνδυασμό μεγαλομανίας και αυτοσαρκασμού» ίσως απωθεί τους ανυποψίαστους, μεταξύ των μυημένων όμως αποτελεί μια σιωπηλή συμφωνία με το γκρουπ, μια κοινή πίστη πως δεν χρειάζεται να πουλήσεις δεκάδες χιλιάδες cd και να παίξεις στο Λυκαβηττό ή στο Coachella για να ζήσεις το όνειρο. Πίσω στη δεκαετία του ’90, οι Κόρε. Ύδρο. ονειρεύτηκαν να γίνουν σαν τους Nirvana. Σε πολλά πράγματα, συμπεριφέρονται σαν να το έχουν καταφέρει.

(όπως δημοσιεύτηκε στο lifo.gr - Mαιος 2013)